[<< Μέρος 2] [Άρθρα-Μελέτες] [Μέρος 4 >>]


 

ΓΙΑΝΗΣ Κ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

(Μέρος 3)



 
 
 
 

Τα ομηρικά έπη περιγράφουν εποχή και κοινωνία στην οποίαν δεν υπήρχε ο θεσμός του Κράτους.

Μα για να βρούμε τον ιστορικό αυτό πυρήνα, πρέπει να αναλύσουμε την κοινωνική κατάσταση με όλους τους θεσμούς της που περιγράφουν τα δύο έπη. Μιά τέτοια ανάλυση θα μας βοηθήση να καταλάβουμε καλύτερα πολλά πράγματα που έχουν άμεση σχέση με το θέμα μας. Όταν διαβάσουμε προσεκτικά την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, θα ιδούμε πως πουθενά οι Αχαιοί, οι Δαναοί, οι Αργείοι, δηλαδή οι λαοί που αναφέρονται και περιγράφονται τα έθιμα τους και οι βιωτικές συνθήκες τους, δεν είναι ωργανωμένοι σε Κράτος. Ούτε στρατός μόνιμος υπάρχει, ούτε εκτελεστική ή νομοθετική εξουσία, ούτε ατομική ιδιοκτησία, ούτε θεσμοί γενικώς που να δείχνουν πως οι λαοί αυτοί πέρασαν σε ανώτερο στάδιο εξέλιξης. Η κοινωνία στα παμπάλαια εκείνα χρόνια ήταν οργανωμένη με βάση το Γένος. Υπήρχαν δηλαδή ομάδες-ομάδες που είχαν αρχηγούς που τους έλεγαν βασιλείς, γέροντας, άνακτας και που κατοικούσαν σε ωρισμένες περιφέρειες, περιτειχισμένες γύρω γύρω με κάστρα εξ αιτίας των ληστρικών επιδρομών. Οι άνακτες, βασιλείς, γέροντες ήταν οι αρχηγοί, δεν είχαν όμως την εξουσία που έχουν οι μονάρχαι εις τα κατόπιν χρόνια. Η θέλησή των δεν ήταν απόλυτη. Στον καιρό πολέμου και επιδρομών είχαν μεγαλύτερη δικαιοδοσία, στον καιρό ειρήνης όμως τα δικαιώματα τους ήταν περιωρισμένα. Όταν πρόκειται να πάρουν σοβαρές αποφάσεις καλούν το λαό και στις λαοσυνάξεις αυτές παίρνονται από κοινού οι αποφάσεις. Ακόμα και η δουλεία δεν έχει τη μορφή πού πήρε στην Ελλάδα από τον Η' αιώνα και δώθε. Οι δούλοι δεν είναι σκλάβοι με την πραγματική σημασία της λέξης. Είναι παραγυιοί και ψυχογυιοί του αρχηγού της οικογενείας. Το ίδιο και οι σκλάβες, είναι ψυχοκόρες και παραδουλεύτρες, γιατί δεν έχουν ακόμα ωριμάσει οι αντικειμενικοί όροι, ώστε από την εργασία τους να βγαίνη χρήσιμη υπεραξία. Η εργασία γίνεται από κοινού από όλα τα μέλη του γένους. Ακόμα και οι βασιλείς και οι άνακτες δουλεύουν. Ο Οδυσσεύς φτιάνει μόνος του το κρεββάτι του. Ο Τηλέμαχος καταπιάνεται με δουλειές του χεριού. Η Ναυσικά πλένει τα ρούχα της μαζί με τις δούλες στο ποτάμι. Το ίδιο γίνεται και στα αμπέλια και στα χωράφια. Κ' εκεί πηγαίνουν όλοι μαζί και δουλεύουν. Δεν υπάρχουν αφέντες και εργάτες 19. Όπου δε αναφέρονται οι θήτες είναι φως φανερό πως πρόκειται για στίχους που έχουν προστεθή από τους ραψωδούς και τους “κωδικοποιήσαντας” την Ιλιάδα και Οδύσσεια στα χρόνια του Πεισιστράτου. Οι θήτες τον καιρό που ίσχυε ο θεσμός του Γένους δεν υπήρχαν, όπως δεν υπήρχαν άνεργοι, άστεγοι και ακτήμονες με την έννοια πού έχουν οι λέξεις αυτές στην υστέρα από τον Η' αιώνα εποχή. Γι' αυτό και η δικαιοσύνη δεν απονέμονταν από ξεχωριστή εξουσία, δεν υπήρχαν δηλαδή δικαστές, μα ίσχυε ο θεσμός της αντεκδίκησης. Όλοι αυτοί οι πρωτόγονοι θεσμοί δείχνουν πώς δεν υπήρχε ούτε ίχνος κρατικής εξουσίας στην κοινωνία των Αχαιών, Δαναών και Αργείων πού περιγράφεται στην Οδύσσεια και Ιλιάδα. Μόνον όταν έγινε η κοινωνική διαφοροποίηση εξ αίτιας της επικράτησης του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας υπάρχουν θήτες, άστεγοι, ακτήμονες κλπ. και τότε η εργασία παύει να είναι έργον όλων των μελών της κοινωνίας, καθιερώνεται ειδική εξουσία απονομής της δικαιοσύνης και εμφανίζεται η κρατική εξουσία σαν διαιτητής στις ατομικές και κοινωνικές διαφορές. Ας το ξαναπούμε όμως άλλη μιά φορά, πώς στην Ιλιάδα και Οδύσσεια δεν περιγράφεται μιά τέτοια διαφοροποιημένη κοινωνία, παρά μιά κοινωνία πού έχει για βασική “κοινοτική” μονάδα το Γένος. Εδώ κ' εκεί φυσικά γίνεται λόγος για θεσμούς που δείχνουν πώς το Γένος διασπάσθηκε, πως υπάρχει η κληρονομική διαδοχή, πώς υπάρχει για ωρισμένα είδη ατομική ιδιοκτησία, πως μερικοί Αρχηγοί έχουν εξαιρετική δικαιοδοσία. Μα όλοι αυτοί οι θεσμοί δεν θέλει ρώτημα πως είναι νεώτεροι και οι σχετικοί στίχοι είναι προσθήκες των ραψωδών. Το παλαιότερο κείμενο αγνοούσε όλους τους τέτοιους θεσμούς. Γι' αυτό και ο Οδυσσεύς όταν ξαναγυρίζη στο νησί του δεν έχει κανένα δικαίωμα και δεν μπορεί να εξουσιάση και αυτή τη γυναίκα του. Το βιός του του το έτρωγαν οι Μνηστήρες της Πηνελόπης. Ο γυιός του ο Τηλέμαχος αν και βασιλόπουλο δεν είχε κανένα κύρος και αναγκάσθηκε ο πολυμήχανος πατέρας του με μπαμπεσιά να ξεπαστρέψη τους Μνηστήρες, αφού ούτε ίχνος κρατικής εξουσίας υπήρχε στο “βασίλειο” του. Έπειτα πουθενά στα δυό έπη δεν γίνεται λόγος για νόμισμα και για εμπόριο. Οι ανταλλαγές γίνονταν πράγμα με πράγμα και σε μικρή κλίμακα. Αν πάλι ξεκαθαρίσουμε τα ομηρικά έπη από τις νεώτερες προσθήκες τους θα ιδούμε πώς περιγράφουν μάλλον κτηνοτροφικό παρά γεωργικό βίο. Από τα όσα πάλι λέγονται για την καλλιέργεια της γης μερικά είναι περιγραφή συνθηκών που ίσχυαν στον Η' και τους ύστερα αιώνες. Εξ άλλου στον αρχικό πυρήνα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας περιγράφεται η παλαιότερη εποχή που ο γεωργικός βίος δεν είχε ακόμα επικρατήσει, εξ αιτίας των ληστοπειρατικών επιδρομών.

Όταν λοιπόν διαβάζουμε τα ομηρικά έπη δεν πρέπει να ξεχνούμε πώς περιγράφουν μιά πολύ παλιά εποχή, πως οι θεσμοί της δεν έχουν καμμιά σχέση με τους υστερώτερους θεσμούς της εποχής που εμφανίζεται ο θεσμός του Κράτους. Δυστυχώς οι φιλόλογοι—και πολλοί ιστορικοί ακόμα—βλέπουν την κοινωνία που περιγράφεται στα δυό έπη σαν μιά κοινωνία πού δεν διαφέρει και πολύ από τη σημερινή. Γι' αυτό μιλούν για φορολογικά συστήματα, για ηγεμονικές αυλές και κυβερνητικές εξουσίες και γενικά για θεσμούς (πολιτικούς και κοινωνικούς) που υπάρχουν μεν σήμερα, μα που δεν υπήρχαν καθόλου τότε.

Τα προελληνικά στοιχεία των επών.

Ύστερα από την ανάλυση που κάναμε και που είναι η μόνη σωστή, βγαίνει πως τα δύο έπη περιγράφουν από τη μιά μεριά μύθους, παραδόσεις, ύμνους και θεσμούς της προελληνικής εποχής και από την άλλη εξυμνούν “κατορθώματα” των αρχηγών του Γένους, με πυρήνα την “εκστρατεία” κατά της Τροίας. Στην εκστρατεία αυτή δεν πήραν μέρος οι Έλληνες. Μα ούτε και οι Αργείοι, οι Αχαιοί και οι Δαναοί πήγαν τον ίδιο καιρό για να “κατακτήσουν” την Τροία. Πιο πιθανό είναι πώς έγιναν πολλές διαδοχικές “εκστρατείες” ή πιό σωστά αποικιακές εξορμήσεις από τα παράλια του Αιγαίου ή ακόμα και από τα μέρη της Μαύρης θαλάσσης—σημερινόν Καύκασο. Οι Μυρμιδόνες του Αχιλλέα (όπως και πιο πρίν οι Αργοναύτες) φαίνεται πώς δεν ξεκίνησαν από τη Θεσσαλία μα από τον Καύκασο. Όταν όμως οι λαοί πού κατοικούσαν τα παράλια του Πόντου-Καυκάσου πέρασαν στο Αιγαίο και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλία-έφεραν μαζί τους και τις παλιές παραδόσεις τους, για τα κατορθώματα των αρχηγών τους. Το ότι σώθηκε η παράδοση πώς ο Αχιλλεύς θάφτηκε σ' ένα νησάκι πού βρίσκεται στη Μαύρη θάλασσα δίχως άλλο κρύβει κάποιον ιστορικό πυρήνα ο θρύλος αυτός 20. Ίσως οι Αχαιοί να ξεκίνησαν από την Ασία και ως πού να φθάσουν στο Αιγαίο να πέρασαν και να έμειναν αιώνες στην περιοχή του Πόντου-Καυκάσου. Ο Στράβων (XI, 496-497) κάνει λόγο για μιά χώρα Αχαΐα που υπήρχε στον Καύκασο σαν “αποικία” της Αργοναυτικής εκστρατείας. Ο ίδιος (ΙΧ. 416) γράφει ακόμα πως οι Αχαιοί του Πόντου ήταν άποικοι των Ορχομενίων που επλανήθησαν ως εκεί ύστερα από το πάρσιμο της Τροίας. Άλλη πάλι παράδοση ιστορεί πως το παλιό κάστρο της Τροίας χτίσθηκε από τον Αιακό 21 που ήταν Αχαιός. Έπειτα γίνεται λόγος και για Υπαχαιούς που κατοικούσαν στη περιοχή της Μικρασίας, που είχε το όνομα Κιλικία (βλ. Ηρόδοτο, VI, 91).

Όλες αυτές οι παραδόσεις δείχνουν πως οι Αχαιοί δεν κατέβηκαν από τη σημερινή Βαλκανική μα ήλθαν από την Ασία και από την Ασία πέρασαν στην Ελλάδα. Όπως δε είπαμε και παραπάνω, δεν είχαν φυλετική συγγένεια με τους Δωριείς ούτε και με τους Ίωνας. Όσο για τους Δαναούς, αυτοί ήσαν μάλλον νοτιομεσογειακή φυλή και ήλθαν από την Αφρική-Αίγυπτο στο Αιγαίο. Φαίνεται πως έφθασαν κάποτε σαν ληστοπειρατές στο βόρειο Αιγαίο και κατέλαβαν και πολλά μέρη της Ελλάδας. Δεν είναι όμως καθόλου πιθανό πως στήν “εκστρατεία” κατά της Τροίας πήραν μέρος μαζί με τους Αχαιούς. Το πιο πιθανό είναι πως άλλη φορά —πρωτύτερα ή αργότερα δεν το ξέρομε—γύρεψαν να κουρσέψουν την Τροία και οι τέτοιοι αγώνες τους απομνημονεύθηκαν σε ύμνους και τραγούδια, που αργότερα από τους ραψωδούς συγχωνεύθηκαν με τις ανάλογες παραδόσεις των Αχαιών.

Το βαβυλωνιακό έπος “Γιλγαμές” και η “Οδύσσεια”.

Το ότι δε τα ομηρικά έπη στον ιστορικό τους πυρήνα περιγράφουν επιδράμες, αγώνες, ήθη και έθιμα προελληνικά 22, αυτό είναι φανερό κι' από το γεγονός ότι πουθενά δεν γίνεται λόγος για τους Δωριείς 23. Υπάρχει όμως και μιά άλλη σπουδαία απόδειξη. Το βαβυλωνιακό έπος Γιλγαμές έχει κάμποσες ομοιότητες με την Οδύσσεια. Όχι μόνο αρχίζει: “Όστις πάντα... είδε. . . χώρας . . . όστις πολλά εγνώριζε ...” μα και πολλές φράσεις και στίχοι (ίσως αποσπάσματα παλαιών ύμνων) είναι όμοιοι. Λ.χ. ο ομηρικός στίχος “ήμος δ' ήριγένεια φάνη ροδοδάκτυλος Ηώς” υπάρχει στο έπος “Γιλγαμές” αυτούσιος “μιμμα—σεριϊνα—νάμαρι”. Μα εξόν από τις τέτοιες φραστικές ομοιότητες υπάρχουν και ομοιότητες εσωτερικές. Ο βίος και οι περιπέτειες του Οδυσσέα σε πολλά μοιάζουν με το βίο του ήρωα του έπους “Γιλγαμές”. Έπειτα και η ιστορία του Αλκινόου περιέχεται στο έπος “Γιλγαμές” όχι και πολύ αλλαγμένη. Τα επεισόδια του Οδυσσέα-Σειρήνων υπάρχουν και στο βαβυλωνιακό έπος καθώς και τόσοι άλλοι θρύλοι και “ιστορίες” της Οδύσσειας, όπως λ.χ. τα βάσανα και οι περιπέτειες του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς και τόσα άλλα “κατορθώματα” ή και “ατυχήματα” του 24. Μιά λοιπόν που το έπος “Γιλγαμές” περιγράφει μιά μακρινή εποχή, εποχή πού δεν είχαν ακόμα εμφανισθή οι Δωριείς στο Αιγαίο, και μιά που οι Αχαιοί έπρεπε να είναι εγκατεστημένοι στα παράλια του Αιγαίου, εκείνα τα χρόνια—δηλαδή στην πριν του 2200 π.Χ. εποχή 25, —είναι φως φανερό πως οι Αχαιοί δεν μπορούν να έχουν καμμιά σχέση με τους Δωριείς 26. Μόνο αν παραδεχθούμε πως η “Οδύσσεια” στα περισσότερα της μέρη είναι απλή περιγραφή του έπους “Γιλγαμές” και πως αυτό μεταγλωττίστηκε ύστερα από το 1000 χρόνια, τακτοποιούνται κάπως τα πράγματα. Μα τότε κατ' ανάγκη θα παραδεχθούμε πως οι Αχαιοί δανείσθηκαν και υιοθέτησαν παραδόσεις άλλων λαών Φρυγών, Φοινίκων, Αιγυπτίων και μάλιστα των Βαβυλωνίων 27. Κι' ακόμα αν γίνη δεκτό αυτό, τότε ο πυρήνας της “Οδύσσειας” δεν έχει πια καμμιά σχέση με την “ιστορία” της αχαϊκής φυλής.

* * *

Η πιθανή χρονολογία της γραφής των Ομηρικών επών.

Ήλθε τώρα η σειρά του να εξετάσουμε το ζήτημα πότε γράφηκαν τα Ομηρικά έπη. Το λέμε ευθύς εξ αρχής πως γράφηκαν “μόλις” τελείωσε ο Τρωϊκός “πόλεμος”. Φυσικά δεν εννοούμε με αυτό που λέμε πως γράφηκαν από την αρχή ως το τέλος με τη μορφή πού είναι σήμερα. Κάθε άλλο. Πάνω στο ζήτημα αυτό δεν υπάρχουν σημαντικές διαφωνίες και οι φιλόλογοι και οι γλωσσολόγοι είπαν την τελευταία λέξη. Τα Ομηρικά κείμενα έχουν ένα σωρό προσθήκες, και όπως βγαίνει από τη μελέτη του έπους “Γιλγαμές” και “ιστορίες” που ήταν κοινές για τους μεσογειακούς λαούς σε μιά εποχή πολύ μακρινή από τα χρόνια που τοποθετείται ο Τρωικός “πόλεμος”. Κι' αυτό δείχνει πως μαζί με την “ιστορία” του Τρωϊκού “πολέμου” και τις περιπέτειες του Οδυσσέα ανακατεύθηκε και υλικό από ύμνους και παραδόσεις που επιχωρίαζαν στο Αιγαίο και στη νοτιοανατολική μεσογειακή λεκάνη πολύ πρίν του 1200. Κι' αφού αυτό είναι γεγονός, πρέπει να παραδεχθούμε πώς τάχα κάποιος ποιητής κάθησε κι' έγραψε την “ιστορία” του Τρωϊκού “πολέμου” και μαζί και την “ιστορία” του Αχιλλέα, Αγαμέμνονα και Οδυσσέα, παραγεμίζοντας τες με τους θρύλους που ήταν πασίγνωστοι στα χρόνια του, ή μήπως πρέπει να δεχθούμε πως το πιθανώτερο είναι ότι δεν γράφηκε ποτέ μιά τέτοια “ιστορία” από έναν ποιητή, παρά απλώς καταγράφονταν (δηλαδή “κωδικοποιούντανε”) τα διάφορα γεγονότα από το ιερατειο των Αχαιών; Τη δεύτερη υπόθεση τη βρίσκω πιο σωστή και νά που στηρίζω τη γνώμη μου. Στα πολύ παλιά χρόνια σ' όλους τους λαούς δεν υπήρχαν ποιητές πού έπαιζαν σαν άτομα το ρόλο που έπαιζαν στα χρόνια του πολιτισμού και υστέρα. Δηλαδή διάφορα άτομα που είχαν το χάρισμα να φτιάνουν στίχους και να τους δημοσιεύουν όπως λέμε σήμερα. Πριv γίνη η κοινωνική διαφοροποίηση και σχηματισθή ο θεσμός του Κράτους, σε κάθε Γένος υπήρχε το ιερατείο 28 που είχε τη φροντίδα να φροντίζη για όλα τα οργανωτικά και παραγωγικά ζητήματα της ομάδας. Φυσικά το ιερατειο αποτελούντανε από πολλά άτομα και μέσα σ' αυτά υπήρχε κάποιος καταμερισμός εργασίας. Άλλοι φρόντιζαν να κρατούν ζωντανή τη θρησκευτική παράδοση. Άλλοι τις τεχνικές γνώσεις. Άλλοι “κωδικοποιούσαν” τις παραδόσεις γύρω στην πολεμική τέχνη. Άλλοι ήταν οι αποθησαυριστές της πείρας για την οργάνωση της παραγωγής.

Στίς Ασιατικές μάλιστα χώρες το ιερατείο—ή αν θέλετε το επιτελείο των ειδικών και σοφών—επειδή χρειάζονταν να γίνουν και να συντηρούνται μεγάλα υδραυλικά και άλλα σπουδαία τεχνικά έργα, είχεν ειδικευθή τόσο πολύ, ώστε να βάλη τις βάσεις ωρισμένων επιστημών. Κι' ακόμα όσο πιο μεγάλα ήταν τα έργα που χρειάζονταν να εκτελεσθούν, τόσο οι κοινότητες στην αρχή και κατόπιν το Κράτος έπρεπε να εξαπλώνουνται σε μεγάλη περιοχή. Μιά που χρειάζονταν πολλά χέρια και γενικά ομαδική προσπάθεια για να εκτελεσθούν τα μεγάλα αυτά τεχνικά έργα δεν μπορούσαν να σχηματισθούν μικρές κοινότητες και στα ύστερα χρόνια, μικρά Κράτη. Το αντίθετο συνέβη στην Ελλάδα. Εξ αιτίας του γεωγραφικού περιβάλλοντος δημιουργήθηκαν στην αρχή μικρές-μικρές κοινότητες (γένη, φυλές, φρατρίες) και ύστερα μικρά Κράτη (πόλεις). Και φυσικά στίς ελληνικές χώρες ο ρόλος του ιερατείου (των σοφών και ειδικών) ήταν πολύ περιωρισμένος απ' αυτές τις αντικειμενικές γεωοικονομικές συνθήκες.
 
 

Ο προοδευτικός ρόλος του Ιερατείου κατά την προκρατική περίοδο

Έχοντας λοιπόν υπ' όψη τον τέτοιον ρόλο του ιερατείου, πρέπει να τονίσουμε πως στην προκρατική 29 περίοδο—στους ασιατικούς δε λαούς ακόμα και στη μετακρατική περίοδο—το ιερατείο έπαιξε προοδευτικό ρόλο, γιατί ήταν ο φύλακας των παραδόσεων και κυρίως ο αποθησαυριστής τής πείρας του παρελθόντος 30. Από την τέτοια θέση του μέσα στην κοινωνία απόκτησε μεγάλη δύναμη και εμονοπώλησε κάθε γνώση.

Στο ιερατείο—στην τάξη των σοφών και ειδικών—ανήκαν και οι “ποιητές”. Και όταν λέμε ποιητές φυσικά δεν πρέπει να νομίζουμε πως η ποίηση του καιρού εκείνου ήταν μια ιδιωτική ενασχόληση. Κάθε άλλο. Η “ποίηση” εξυπηρετούσε ωρισμένους κοινωνικούς σκοπούς. Γι' αυτό η ποίηση θεωρούντανε θείο δώρο, οι ποιητές εμπνέονταν από το θείο. Στην αρχαία Ελλάδα οι παλαιοί ποιητές εμπνέονταν από τις Μούσες 31.

Αυτό μας διδάσκει η αρχή της “Οδύσσειας” και της “Ιλιάδας”, καθώς και η “Θεογονία” του Ησιόδου.


 
 
Ο ρόλος και τα καθήκοντα των αοιδών.

Στην αρχαία γραπτή ελληνική παράδοση δεν υπάρχει καμμιά μαρτυρία που να μας λέη πώς οι ποιητές στα πριν του Η' αίώνα χρόνια έφτιαχναν ποιήματα για το γούστο τους. Τέτοιοι ποιητές δεν υπήρχαν. Υπήρχαν μόνον οι αοιδοί 32 που έψαλλαν όταν το καλούσε η περίσταση, “τὰ κλέα ἀνδρῶν καὶ ἡρώων”. Άτομα, από δική τους πρωτοβουλία και διάθεση να ζουν έξω από το Γένος και να τραγουδούν τον έρωτα, να υμνούν τα κλέα ανδρών και ηρώων ή να καλλιεργούν τον έμμετρο λόγο δεν υπήρχαν, γιατί δεν ήταν δυνατό στα παλιά εκείνα χρόνια να υπάρχουν ιδιώτες που να μπορούν να ζήσουν και σταδιοδρομήσουν έξω από το Γένος. Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά. Κάθε πνευματική εργασία και εκδήλωση αναγκαστικά έπρεπε να προέρχεται από την πιο καλλιεργημένη “τάξη” της ομάδας—και τέτοια τάξη ήταν μόνο το ιερατείο—και ακόμα κάθε ενέργεια σημαντική ή ασήμαντη, έπρεπε να είναι μέρος της ομαδικής ενέργειας, γιατί έξω από την κοινότητα δεν μπορούσε να υπάρξη ούτε ατομική δράση ούτε ατομικός βίος. Άρα δεν μπορούσαν να υπάρχουν άτομα που να φτιάχνουν ποιήματα ή να ζωγραφίζουν ή να καταγίνουνται με τη μουσική. Βέβαια άτομα προικισμένα με το ταλέντο της μουσικής, της ζωγραφικής, της “στιχουργίας” ίσως να υπήρχαν, μα τα άτομα αυτά όταν δεν προέρχονταν από το ιερατείο κατ' ανάγκη δεν μπορούσαν να εκδηλώσουν τις τέτοιες πνευματικές τους ικανότητες.

Σ' όλους λοιπόν τους αρχαίους λαούς για μιά μεγάλη περίοδο το ιερατείο, όπως είπαμε, έπαιξε σπουδαίο οργανωτικό, καθοδηγητικό και πνευματικό ρόλο. Και για πολλούς αιώνες είχε συγκεντρώσει μεγάλη δύναμη και εξουσία στα χέρια του. Το ίδιο φυσικά έγινε και στους Προέλληνες και Έλληνες. Από την “Ιλιάδα” και “Οδύσσεια” μαθαίνουμε πως οι μάντεις, οι αοιδοί 33, οι κήρυκες είχαν σπουδαία καθήκοντα στα παλιά εκείνα χρόνια μέσα στην κοινωνία των Αχαιών, και δίχως άλλο τα επαγγέλματα αυτά ανήκανε στο ιερατείο.

Ενώ όμως το ιερατείο στους Ασιατικούς λαούς κράτησε την προνομιούχα θέση του μέσα στην κοινωνία και στην μετακρατική περίοδο, στις ελληνικές χώρες εξ αιτίας των γεωοικονομικων συνθηκών αρχίζει να χάνη την επιρροή του από τον Η' πάνω κάτω αιώνα. Ειδικοί (σοφοί) που να αποτελούν χωριστή τάξη και να επηρεάζουν την πολιτική και κοινωνική ζωή με την εξουσιαστική τους δύναμη απ' τον Η' και κάτω αιώνα δεν υπάρχουν πια. Η μονοπώληση των γνώσεων καταργήθηκε και οι ιερείς περιορίζονταν στο να φροντίζουν για το τελετουργικό μόνο μέρος της θρησκείας.

Όταν δεχθούμε αυτή την άποψη (και πρέπει να τη δεχθούμε, γιατί στηρίζεται στην προϊστορία όλων των αρχαίων λαών και η σημερινή εθνογραφία που μελετά τις κοινωνικές συνθήκες των απολίτιστων και μισοαγρίων λαών μας πληροφορεί πως παντού υπάρχει ο θεσμός του ιερατείου) θα καταλήξουμε στα συμπέρασμα πως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια στην πρωταρχική τους μορφή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ύμνοι, “ιστορίες”. παραδόσεις, χωρίς καμμιά εσωτερική ενότητα αναμεταξύ τους, αφού το περιεχόμενο τους ήταν διαφορετικό και σε διαφορετικές εποχές αποθησαυρισμένο. Βέβαια όσα γεγονότα σχετίζονται άμεσα με τον Τρωϊκό “πόλεμο”, αυτά έχουν οργανική ενότητα, τα πιο πολλά όμως είναι παλαιότεροι θρύλοι. Ο νόστος του Οδυσσέως λ.χ. σε πολύ λίγα σημεία σχετίζεται με τον Τρωϊκό “πόλεμο”, γιατί το περισσότερο υλικό της “Οδύσσειας”, όπως φαίνεται από το περιεχόμενο του βαβυλωνιακου έπους “Γιλγαμές”, είναι πολύ παλαιότερο του Τρωικού “πολέμου”. Κι' αν φυλάχθηκε χιλιάδες χρόνια, είναι γιατί στην πρώτη του μορφή ήταν η γεωγραφική περιγραφή των παραλίων του Αιγαίου και της μεσογειακής λεκάνης. Άρα χρησίμευε σαν οδηγός των ναυτιλλομένων, και γι' αυτό όχι μόνο δεν έσβησε η αρχική παράδοση για τα δεινοπαθήματα κάποιου “θαλασσοπόρου”, μα ίσα ίσα που πλουτίσθηκε κιόλας με νέες περιγραφές, άθλους και ιστορίες.

Πρέπει τώρα να κάνουμε λόγο και για τους Αρχηγούς του Γένους. Στίς χώρες εκείνες που η τεχνική έκαμε ωρισμένη πρόοδο, οι Αρχηγοί άρχισαν να παίζουν “εξέχοντα” ρόλο μέσα στην ομάδα.

Ο καταμερισμός της εργασίας όσο κι' αν ήταν ακόμα στο πιο χαμηλό σκαλοπάτι της ανάπτυξης, ωστόσο δημιούργησε ανάλογες διαφοροποιήσεις και παράλληλα έδωκε τις δυνατότητες για επιδρομές στις γύρω περιοχές. Άμα μάλιστα δαμάστηκε η θάλασσα, οι επιδρομές αυτές ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίοδο όμως αυτή παίζει ρόλο η τόλμη, η παλληκαριά και η επινοητικότητα του Αρχηγού. Γι' αυτό και ο Αρχηγός άρχισε να ξεχωρίζη μέσα στην ομάδα και να φαίνεται πως οι πράξεις και ενέργειες του ήταν τέτοιες που δεν μπορούσε κανένας άλλος να τις κάμη. Κι' ακόμα δημιουργόντανε η αντίληψη πως απ' τις τέτοιες πράξεις και ενέργειες του Αρχηγού εξαρτόντανε η ευτυχία της ομάδας. Μα και το ιερατείο φυσικά είχε κάθε συμφέρο να μεγαλοποιή τις πράξεις και ενέργειες των αρχηγών και να τις παριστάνη σαν εντολές των θεών. Και είχε συμφέρο το ιερατείο να μεγαλοποιή τις ικανότητες του Αρχηγού, γιατί μοιράζονταν μαζί του τα αγαθά, το πλιάτσικο όπως θα λέγαμε σήμερα, απ' τις τέτοιες επιδρομές. Μιά και ο Αρχηγός ξεχώριζε απ' τα άλλα μέλη κι' απ' τις πράξεις του εξαρτόντανε η επιτυχία της επιδρομής, έπρεπε να παίρνη την καλύτερη και μεγαλύτερη μερίδα από τα αρπαγμένα πλούτη των γειτονικών λαών. Και για να καλλιεργηθή η αντίληψη αυτή για την υπεροχή του Αρχηγού το ιερατείο χρησιμοποιούσε για μέσο τη θρησκεία και με διάφορες τελετές εξυμνούσε τα κατορθώματα των Αρχηγών που ήταν πια κάτι παραπάνω από κοινοί θνητοί, ήταν ήρωες. Τότε αναφαίνεται και η επική ποίηση

Η επική ποίηση

Δεν πρόκειται φυσικά για τραγούδια που έφτιαχναν τα διάφορα άτομα-ποιητές. Τέτοια “άτομα” όπως είπαμε δεν υπήρχαν. Η επική ποίηση στα πολύ παλιά χρόνια ήταν έργο του ιερατείου και σκοπός της ήταν να εκθειάζη με ύμνους και εγκώμια τα ανδραγαθήματα και τις αρετές των Αρχηγών. Ήταν η εποχή που όπως είπαμε παραπάνω, οι Αρχηγοί με τις ληστοπειρατικές τους πράξεις έφερναν πλούτο στο Γένος 34. Εξ άλλου χρειάζονταν να εγκωμιάζωνται τα ανδραγαθήματα των Αρχηγών, γιατί έτσι από τη μιά μεριά κωδικοποιούντανε η πείρα από τους τέτοιους “πολέμους” και από την άλλη δημιουργόντανε μιά “φιλοπόλεμη” ψυχολογία και γίνονταν πιο στενός ο σύνδεσμος των διαφόρων φυλών πού κατάγονταν από το ίδιο Γένος 35. Από όλους τους παραπάνω λόγους γεννήθηκε η ανάγκη να δημιουργηθή η επική ποίηση. Στην πρώτη της εμφάνιση η ποίηση αυτή βγαίνει μέσα από την Ομάδα-Γένος και δεν έχει καθόλου ατομικιστικό χαρακτήρα. Όσο κι' αν υμνείται ο Αρχηγός, ο τέτοιος ύμνος αντανακλά σ' όλη τη φυλή - γένος 36.

Όταν όμως διασπάσθηκε το Γένος και δημιουργήθηκε η νέα κοινωνία, που στηρίζεται στο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας, τότε η επική ποίηση υποχώρησε και αναφαίνεται η λυρική ποίηση, που εκφράζει ατομικά συναισθήματα και εγκωμιάζει κάθε λογής ατομικές πράξεις όχι μόνο των αρχηγών-κυβερνώντων, μα και του κάθε ατόμου, αφού στην περίοδο αυτή το άτομο είναι η υπολογίσιμη μονάδα της κοινωνίας. Εννοείται πως και στα χρόνια αυτά η επική ποίηση δεν ξεχνιέται ολότελα. Ίσα-ίσα που επιζεί, γιατί παίρνει διδακτικό χαρακτήρα. Αυτός είναι ο κυριώτερος λόγος που οι γύρω στον Τρωικό “πόλεμο” παλιές παραδόσεις, ιστορίες και θρύλοι, ήλθε στιγμή που επέζησαν και για αιώνες ολόκληρους εχρησίμευσαν σαν ένα είδος “ευαγγέλιο” στους Έλληνες της ιστορικής εποχής.

* * *

Είπαμε παραπάνω πως το ιερατείο κατέγραφε όλα τα σημαντικά γεγονότα που είχαν σχέση με τις κάθε λογής επιτυχίες των Αρχηγών και κάθε πράξη και παράδοση που είχε σημασία και χρειάζονταν να αποθησαυρισθή. Κι' αφού είναι έτσι, και η “εκστρατεία” των Αχαιών κατά της Τροίας και το πάρσιμο και το κούρσεμα της “πολιτείας” των Τρωών, μια που ήταν σημαντικά γεγονότα, καταγράφηκαν από τους αρμόδιους ιερείς, και κάθε τόσο, όταν το καλούσε η περίσταση ή όταν γίνονταν θυσίες και τελετές, οι αοιδοί έψαλλαν τα κατορθώματα αυτά. Γενικά λοιπόν κάθε σημαντικό περιστατικό επειδή δεν ήταν δυνατό να διατηρηθή μόνο με το μνημονικό, καταγράφονταν ή επάνω σε δέρματα ή σε πήλινες πλάκες 37. Το μνημονικό έπαιξε βέβαια πολύ σπουδαίο ρόλο στα παλιά εκείνα χρονιά και ως που να εφευρεθή και καθιερωθή η γραφή, το μνημονικό των ιερέων ήταν ένα είδος “αρχείου”. Δεν μπορούμε όμως να γενικεύσουμε την περίπτωση αυτη και να παραδεχθούμε πως για τους λαούς που κατοικούσαν στα παράλια του Αιγαίου κατά την προελληνική και πρωτοελλαδική εποχή ήταν άγνωστη η γραφή ως τον Ζ' αιώνα, πως όλες οι παραδόσεις για την Αργοναυτική εκστρατεία, για τον πόλεμο των Αμαζόνων, για τους πολέμους των Ατρειδών, για την κάθοδο των Δωριέων, για τους άθλους του Θησέα και Ηρακλέα, για τις περιπέτειες του Οδυσσέα και τόσες άλλες “ιστορίες” έφτασαν ως τους ιστορικούς χρόνους χάρις στο μνημονικό μερικών ανθρώπων. Αν είναι έτσι, πρέπει να παραδεχθούμε πως το χάρισμα αυτό το είχαν μόνο οι Έλληνες, γιατί οι άλλοι μεσογειακοί και ασιατικοί λαοί επινοήσανε τη γραφή και μέσο της γραφής σημειώνανε όλα τα σημαντικά περιστατικά που παρουσιάζονταν στο δρόμο της κοινωνικής τους εξέλιξης, που θα πη πως το μνημονικό των ιερέων των δεν μπορούσε να “κωδικοποίηση” την ιστορία χιλιάδων χρόνων. Και το ο,τι οι μεσογειακοί λαοί από πολύ νωρίς επινοήσανε και χρησιμοποιήσανε τη γραφή, και αρχαίες γραπτές μαρτυρίες υπάρχουν πού το πιστοποιούν και οι αρχαιολογικές ανασκαφές το επιβεβαιώνουν. Το δρόμο λοιπόν που ακολούθησαν οι άλλοι μεσογειακοί λαοί στο ζήτημα αυτό, ακολούθησαν και οι Έλληνες.

Έπειτα είναι δυνατό να υποθέσουμε πως οι Πελασγοί, οι Αχαιοί, οι Ίωνες, που ήλθαν σε επαφή με τους ασιατικούς λαούς και με το λαό πού κατοικούσε την Κρήτη, να μην διδάχθηκαν απ' αυτούς τη χρησιμότητα της γραφής; Κι' αφού οι Αχαιοί και Ίωνες οι ήξεραν πως οι ασιατικοί λαοί έχουν το μέσο να καταγράφουν όλα τα σπουδαία γεγονότα, άραγε δεν αποπειράθηκαν να μάθουν τη γραφή; Κι' αν είναι έτσι—και δεν μπορεί να είναι κι' αλλοιώς—οι Δωριείς, κι' αν ακόμα παραδεχθούμε πως ήταν πολύ καθυστερημένοι όταν κατέβηκαν στην Ελλάδα, αφού σε πολλά δέχθηκαν τον πολιτισμό πού υπήρχε, και μάλιστα στο ζήτημα της λατρείας αναγνώρισαν τους περισσοτέρους προελληνικούς θεούς, στο ζήτημα της γραφής γιατί θα αντιδρούσαν και θα αδιαφορούσαν;

Εκείνο όμως που πρέπει να ξεδιαλύνουμε καλά είναι τούτο. Τι είδος γραφή 38 ήταν γνωστή και καθιερωμένη στους Ασιατικούς και Μεσογειακούς λαούς; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη. Από τα αρχαιολογικά επιγραφικά ευρήματα και από τις αρχαίες γραπτές πηγές ξέρομε πως οι ασιατικοί λαοί χρησιμοποίησαν στην αρχή μεν την εικονογραφική 39 (ιδεογραφική) γραφή, ύστερα την ιερογλυφική και με τον καιρό έφτασαν στην ιερατική
και απ' αυτήν στη δημοτική.

Όλη η μυθολογία και η προϊστορία και μέρος της ιστορίας των ασιατικών λαών έχει καταγραφή ή με τα ιερογλυφικά ή με τα ιερατικά γράμματα. Αν συμβουλευθούμε τον Ιώσηπο, θα μάθουμε πως και στη Βαβυλώνα και στην Τύρο, Αίγυπτο, Παλαιστίνη, οι ιερείς κρατούσαν τα “αρχεία” και αυτοί κατέγραφαν όχι μόνο τους ιερούς ύμνους και τα σχετιζόμενα με τις ιεροτελεστίες και γενικά την λατρεία του θείου, αλλά και τα “ιστορικά” γεγονότα της εποχής των 40.

Μάλιστα προσθέτει ο Ιώσηπος πως ήταν απαγορευμένο άλλος εκτός από τους ιερείς να καταπιασθή με το έργο αυτό, δηλαδή με την “ιστοριογραφία” 41. Ό,τι δε “καταχωρούσαν” οι ιερείς στα δημόσια αρχεία, αυτό, ήταν η αλήθεια! Επειδή δε οι ιερείς θεωρούντανε θεόπνευστοι, γι' αυτό και τα βιβλία που κρατούσαν θεωρούνταν ιερά 42 και απόρρητα.

Είναι φανερό πως η δημοτική γραφή άργησε πολύ να εφευρεθή και να επικράτηση στίς χώρες της Ασίας. Υπάρχουν μαρτυρίες πού μας πληροφορούν πως στην Αίγυπτο η δημοτική γραφή επιβλήθηκε μόνο στον Ζ' αιώνα. Μόνο άμα το ιερατείο άρχισε να χάνη την προνομιούχα εξουσιαστική του θέση μέσα στην κοινωνία, γιατί παράλληλα ο εμπορισμός δημιούργησε μεγάλες κοινωνικές αλλαγές, η δημοτική γραφή έγινε ανάγκη και επεβλήθηκε 43. Μα και πάλι σε πολλούς ασιατικούς λαούς (Αιγυπτίους, Εβραίους κλπ.) η ιστοριογραφία και υμνογραφία ήταν αποκλειστικό έργο των ιερέων και υστέρα ακόμη από τον ΣΤ' αίώνα.

Οί ελληνικές Πολιτείες όμως δεν ακολούθησαν τον ίδιο βραδυκίνητο ρυθμό της ιστορικής εξέλιξης των ασιατικών λαών. Εξηγήσαμε δε παραπάνω γιατί στην Ελλάδα σχηματίστηκαν μικρές Πολιτείες και γιατί το ιερατείο δεν μπόρεσε να καστοποιηθή και να κρατήση την προνομιούχα θέση του και στην μετακρατική εποχή. Μιά λοιπόν που η εξέλιξη ήταν διαφορετική και μάλιστα από τον Η' αιώνα και δώθε πιο γρήγορη σε ρυθμό ανάπτυξης, δημιουργήθηκαν οι κατάλληλοι όροι να μην υπάρχη διγραφία και το ελληνικό ιερατείο να παραμερίση από το στίβο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Και μιά πού δημιουργήθηκαν αυτοί οι όροι, η δημοτική—δηλαδή η απλουστευμένη γραφή—έπρεπε να καθιερωθή και για τον επίσημο 44 και τον ιδιωτικό λόγο.

Ως τα 700 πάνω-κάτω όμως θα υπήρχε και στη χώρα που υστέρα πήρε το όνομα Ελλάς ιερογλυφική ή ιερατική γραφή. Όσο κι' αν το ιερατείο δεν είχε σπουδαία καθήκοντα να επιτέλεση στη χώρα αυτή, έπρεπε να συγκεντρώση τις παλαιές παραδόσεις, να “κωδικοποιή” την πείρα των περασμένων γενεών πάνω στα ζητήματα της παραγωγής και της κοινωνικής συμβίωσης, να κρατή ζωηρή την ανάμνηση των “αρετών” και κατορθωμάτων των προγόνων και μαζί να διαιωνίζη κάθε παράδοση που σχετιζόταν με την λατρεία και θρησκεία. Αυτό το έργο, όσο κι' αν σήμερα μας φαίνεται απλό και ασήμαντο, για τα παλιά εκείνα χρονιά ήταν πολύ σημαντικό και εξαιρετικά σπουδαίο.


 
[<< Μέρος 2] [Άρθρα-Μελέτες] [Μέρος 4 >>]

 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

19) Τα όσα γράφει ο Α. Ανδρεάδης: Ιστορία της Ελληνικής Δημοσίας Οικονομίας τόμ. Α', Αθ. 1928, σελ. 1—10 είναι μωρολογίες. Για να υπάρξη ο θεσμός της φορολογίας και για να υπάρχουν καθιερωμένοι δημοσιονομικοί θεσμοί πρέπει πρώτα απ' όλα να υπάρχη ωργανωμένο Κράτος. Στην περίοδο όμως εκείνη Κράτος δεν υπήρχε, ο θεσμός του Γένους δεν στηρίζεται παρά στην κοινοκτημοσύνη. Τα χωρία που ομιλούν για το τέμενος του βασιλέα είναι νεώτερα παρεμβλήματα ή κακή μετάφραση του αρχικού κείμενου των επών.

20) Λέει δηλαδή η παλαιά παράδοση πως ο Αχιλλεύς θάφτηκε στη νήσο Λευκή που βρίσκεται στις ακτές του Ευξείνου Πόντου (βλ. Ευριπίδη: Ανδρομάχη 1260).

21) Πινδάρου, Ολυμπ. VIII, 84.

22) Στον όρο προελληνικός δίνομε την έννοια του προδωρικός, γιατί για μας η ελληνική ιστορία αρχίζει κυρίως από τους Δωριείς. Το ο,τι οι Δωρείς ανακατεύθηκαν με τους Αχαιούς και Ίωνες και πήραν τον πολιτισμό τους, αυτό το δεχόμαστε, μα αυτό δεν αλλάζει τη βάση της θέσης που παίρναμε πάνω στο σημαντικό αυτό ζήτημα.

23) Οι στίχοι της Οδύσσειας, τ 177, που κάνουν λόγο για τους “Δωριείς της Κρήτης”, είναι φανερό πως είναι μεταγενέστερη προσθήκη.

24) Σπουδαία εργασία κριτική και ερμηνευτική έγραψε ο Ρ. Jeusen: Das Gilgamesch Epos τομ. Α—Β (1906 ο πρώτος, 1928 ο δεύτερος, ο δεύτερος σε δυο τεύχη). Ο ίδιος έγραψε και άλλες μελέτες συγκρίνοντας το έπος “Γιλγαμές” προς την εβραϊκή μυθολογία και την Ιλιάδα και Οδύσσεια κλπ. Βλ. και Σ. Ν. Μαρινατου, το άρθρο “Γιλγαμές” στη Μ.Ε.Ε. (τομ. 3ος), όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Σημειώνω ακόμα πως το όνομα Γιλγαμές, και ίσως και oι γύρω στον ήρωα αυτόν θρύλοι δεν ήταν άγνωστοι στην Ελλάδα αφού ο Αιλιανός κάνει λόγο για το Γίλγαμο, το μυθικό βασιλέα των Βαβυλωνίων, και αναφέρει την ιστορία του.

25) Κι' αυτό γιατί τα αρχαιότερα μέρη του “Γιλγαμές” έχουν γραφή στα 2200.

26) Το τονίζω αυτό, γιατί οι Αχαιοί, κατά την κρατούσα γνώμη, κατέβηκαν από τη Βόρεια Βαλκανική στην Ελλάδα εκεί κοντά στα 1800. Μα τότε τα “γεγονότα” που περιγράφονται στην “Οδύσσεια” είχαν γίνει στο Αιγαίο ή πιο σωστά στην Ασία, αιώνες πολλούς πιο πριν, άρα δεν έχουν καμμιά σχέση με τις παραδόσεις και τα κατορθώματα των Αχαιών. Αν δεχθούμε όμως πως oι Αχαιοί δεν κατέβηκαν από τη Βαλκανική μα ήλθαν από την Ασία πάρα πολλούς αιώνες πριν να εμφανισθούν στο Αιγαίο οι Δωριείς, τότε εξηγείται γιατί είχαν τις ίδιες παραδόσεις με τους Βαβυλωνίους και με άλλους ασιατικούς λαούς.

27) To ότι οι Αιγύπτιοι, οι Βαβυλώνιοι και κυρίως οι Φοίνικες καθώς και oι Κάρες, Λέλεγες, Φρύγες κλπ. επέδρασαν στον προελληνικό και πρωτοελλαδικό πολιτισμό το δέχεται σήμερα ανεπιφύλακτα η ιστορική επιστήμη. Εξ άλλου για την επίδραση του πολιτισμού των Φοινίκων και Αιγυπτίων υπάρχουν και αρχαίες ελληνικές μαρτυρίες. Βλ. Ηρόδοτο Β, 42-53, Παυσανία VII, 22, Διόδωρο Α, 23-30. Εξ άλλου στην Ελληνική γλώσσα υπάρχουν χιλιάδες προελληνικές και πολλές φοινικικές, φρυγικές κλπ. λέξεις.

28) Ο όρος αυτός έχει περιληπτική έννοια. Δεν σημαίνει δηλαδή μόνο εκείνους που ασχολούντανε με τα ζητήματα της λατρείας. Εξ άλλου δεν πρέπει να νομίζουμε πως ιερείς στα πολύ παλιά χρόνια λέγονταν μόνο εκείνοι που επιμελούντανε τα των θυσιών. Στα πιο παλιά χρόνια δεν ήταν μοναχά τέτοιος ο ρόλος των ιερέων παρά είχαν και αλλά σπουδαία καθήκοντα. Περιωρίστηκαν πολύ τα καθήκοντά τους τον καιρό που έγιναν πολιτειακές αλλαγές και τα πολιτεύματα είχαν μαζικό χαρακτήρα. Αυτό έγινε στην Ελλάδα ύστερα από τον Η' αιώνα και μόνο στα Μαντεία οι ιερείς κράτησαν μερικά από τα παλιά τους δικαιώματα και καθήκοντα.

29) Λέμε προκρατκή την περίοδο εκείνη της ιστορίας της ανθρωπότητας, που οι λαοί δεv είχαν ακόμα οργανωθή σε κρατικές ομάδες παρά βρίσκονταν στο στάδιο της κοινοτικής οργάνωσης του Γένους.

30) Για το χωρισμό της κοινωνίας των Ασιατικών λαών σε προνομιούχες τάξεις, και μάλιστα των Αιγυπτίων, καθώς και για το ρόλο του ιερατείου βλ. Ηρόδ. Β. 164 και Πλάτων. Τίμαιος 24a.

31) “Μούσα τραγούδα το θυμό του ξακουστού Αχιλλέα”. Έτσι αρχίζει η “Ιλιάδα”. Και “Τον Άντρα τον πολύτροπο πές μου θεά...” είναι η αρχή της “Οδύσσειας”. “Από τις Μούσες τις Ελικώνιες ας αρχίσουμε το τραγούδι”. Αυτή είναι η αρχή της “Θεογονίας” του Ησίοδου. Και παρακάτω: “Αυτές (οι Mούσες) εδίδαξαν (στον Ησίοδο) το ωραίο τραγούδι (στιχ. 36 και 94—95). Ακόμα και ο Πίνδαρος σαν θρήσκος ππύ ήταν κρατούσε την παλιά παράδοση, γι' αυτό σ' ένα του τραγούδι έλεγε: “Μάντευε Μοίσα προφητεύσω δ' εγώ” (απόσπ. αριθ. 150). Βλ. ακόμα Διόδωρο IV, 7 και V, 74. Στην Εβραϊκή μυθολογία oι τέτοιοι “ποιητές” λέγονταν προφήται και εμπνέονταν κατ' ευθείαν από τον Ιεχωβά (βλ. Ιωσήπου κατ' Απίωνος, Α, 37).

32) Αοιδός = ψάλτης (τραγουδιστής) και ποιητής μαζί.

33) Στην Ιλιάδα μόνο μια φορά γίνεται λόγος για τους αοιδούς (βλ. Ω, 720). Στην Οδύσσεια όμως πολλές φορές (βλ. α 325, 351, γ 267, θ 73, χ 315, 347, ρ 518). Ο αοιδός ήταν πρόσωπο ιερό και απαραβίαστο, ήταν ο ψάλτης των κατορθωμάτων των ηρώων, περνούσε για θεόπνευστος, γνώριζε τα παλιά, ανήκε στο περιβάλλον των αρχηγών-βασιλέων και εμπνεόταν από τις Μούσες.
Στην Οδύσσεια διαβάζομε πως:

Έχουνε δόξα και τιμή στη γη oί τραγουδιστάδες
απ' όλους, που τους έμαθε να τραγουδούν η Μούσα
κι' αγάπησε το γένος τους ξέχωρα απ' όλα τάλλα.
(θ, 479—481).


34) Ο Θουκυδίδης (Α, 5, 1—3) περιγράφει πολύ παραστατικά τις τέτοιες ληστοπειρατικές επιδρομές. Τονίζει μάλιστα πως η ληστοπειρατεία—η πρώτη μορφή του εμπορίου—δεν θεωρούντανε καθόλου ατιμωτικό έργο Γι' αυτό οι παλαιοί ποιητές εξυμνούσαν τους πειρατές. Αναφέροντας όμως τους “παλαιούς ποιητάς” δεν εννοεί τον Όμηρο, όπως νομίζουν μερικοί, μα την παλαιότερη ποίηση του Γένους. Εξ άλλου οι στίχοι της “Οδύσσειας”, γ 71, και ι Ι 252 είναι φανερό πώς είναι μεταγενέστερη προσθήκη και δείχνουν πόσο τιμητικό έργο ήταν η ληστοπειρατεία στα παλαιά εκείνα χρόνια. Δεν είναι λοιπόν καθόλου υπερβολή αν πούμε πως ένα μέρος του Αιγαίου (προελληνικού) πολιτισμού που θαυμάζαμε από τα ευρήματα της Κρήτης, Μυκηνών, Τροίας κλπ. στηρίζεται στον πλούτο που μαζεύτηκε από τις ληστοπειρατικές αυτές επιδρομές.

35) Με τον καιρό, από το γεννοβόλημα, από το ένα Γένος δημιουργούντανε πολλές άλλες ομάδες-κοινότητες (φυλή, φρατρία, πατριά κλπ.), που όμως είχαν την ίδια λατρεία και αποτελούσαν αναμεταξύ τους σα να πούμε μιά ομοσπονδία.

36) Εξ άλλου στην εποχή που το Κράτος δεν είχε ακόμα σχηματισθή σαν συνεκτικός δεσμός ενός λαού χωρισμένου σε διάφορες ομάδες με αντίθετα συμφέροντα κλπ., ο πόλεμος είχε τη μορφή ληστρικής επιδρομής σε ξένες περιοχές. Γι' αυτό και ο πόλεμος στην εποχή εκείνη δεν γινόταν εv ονόματι της πατρίδας, γιατί η έννοια αυτή ήταν ακόμα άγνωστη. Γινόταν εν ονόματι των πατρώων θεών, της εστίας κλπ. Από την αντίληψη αυτή ήταν ανάγκη να καλλιεργείται η θρησκεία - πίστη και υπέρτατο ιδανικά ήταν η παλληκαριά του αρχηγού που ήταν η προσωποποίηση και ο συνεκτικός δεσμός του Γένους.

37) Στην πρωτοελλαδική και προκλασσική εποχή oι λαοί που κατοικούσαν στα παράλια του Αιγαίου χρησιμοποιούσαν για γραφική ύλη κυρίως τομάρια (διφθέρας). Κι' αυτό α) γιατί εξ αιτίας που ήκμαζε τότε η κτηνοτροφία υπήρχε παντού άφθονη η τέτοια πρώτη γραφική ύλη (βλ. και Ηρόδοτο V, 58) και β) γιατί εξ αιτίας των πολλών μετοικίσεων και μεταναστεύσεων αν χρησιμοποιούσαν oι ιερείς πήλινες πλάκες για την αναγραφή των ύμνων, ωδών και ιστορικών γεγονότων, ήταν πολύ δύσκολο να μεταφέρουν από τόπο σε τόσο τα “αρχεία” τους, επειδή το ελληνικό έδαφος είναι πολύ δύσβατο.

38) Για την ιστορία της γραφής η ελληνική βιβλιογραφία είναι πολύ φτωχή. Η μόνη αξιόλογη μελέτη που υπάρχει είναι του Αντ. Σιγάλα: “Ιστορία της Ελληνικής Γραφής”, Θεσσαλονίκη 1934, όπου στα πρώτα κεφάλαια υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για την ιστορία γενικά της γραφής των Ασιατικών λαών. Βλ. και Γ. Χατζηδάκι: Ακαδημαϊκά Αναγνώσματα, Α, 1924, Β, 1931, και Α. Κεραμοπούλου Θηβαϊκά Αθ. 1917. Στη μελέτη του Σιγάλα υπάρχει και η σπουδαιότερη ξένη βιβλιογραφία. Βλ. ακόμα και στη Μ. Ε. Ε. το άρθρο Αλφάβητο γραμμένο από τον Σ. Μαρινάτο.

39) Υπάρχουν μνημεία της ιστορίας των Αιγυπτίων κλπ. που φτάνουν πιο πέρα από τα μέσα του 4000 π Χ., που μαρτυρούν πως ήταν καθιερωμένη η ιδεογραφική γραφή. Από κει κ' ύστερα αρχίζει η συλλαβογραφική γραφή. Η γραφή στήν πρώτη της γένεση έχει χαρακτήρα συνθηματικό. Οι πρωτόγονοι λαοί τον καιρό που βρίσκονταν στα πρώτα σκαλοπάτια του πολιτισμού των για να μπορέσουν να βοηθήσουν το μνημονικό τους χρησιμοποιούσαν ωρισμένα σημάδια. Λ.χ. μια μεγάλη πέτρα με χαραξιές, ή κανένα δέντρο που στον κορμό του έκαναν σημάδια είτε για να θυμίζουν πως εκεί κοντά υπάρχουν βλαβερα ζώα ή ο,τι άλλο τους χρειαζότανε. Από την περίοδο όμως που ο πρωτόγονος άνθρωπος αρχίζει να πιστεύει στον ανιμισμό (ψυχολατρεία) κι' όταν πέρασε στην προγονολατρεία και τον τοτεμισμό, άρχισε να σχεδιαζη πάνω σε διάφορα αντικείμενα εικόνες από τα τριγύρω του και κυρίως “εικόνες” που σχετίζονταν άμεσα με το περιβάλλο του και τη θρησκεία του. Οι “εικόνες” αυτές αρχικά είχαν τη σημασία πως ο πρωτόγονος άνθρωπος (και φυσικά όχι ο κάθε πρωτόγονος αλλά το ιερατείο της πατριάς του) ήθελε να βρίσκεται πάντα κοντά στα λατρευόμενα ζώα-αντικείμενα. Με τον καιρό όμως όταν σε μια περιοχή πλήθαιναν οι άνθρωποι και από την ίδια γενιά (Γένος) δημιουργήθηκαν κι' άλλες κοινότητες (φυλές-φρατρίες) χρειάζονταν, εξαιτίας που κατοικούσαν οι φυλές αυτές όχι κοντά-κοντά, να έχουν κάποιο μέσο να συνεννοούνται σε ώρα ανάγκης. Τότε λοιπόν επινοήθηκε η εικονογραφία (=η παράσταση ενός γεγονότος με σύμπλεγμα εικόνων και η ανακοίνωση του γεγονότος αυτού σ' άλλον ή άλλους), που με τον καιρό έγινε “τέλειο” μέσο συνεννόησης των διαφόρων φυλών και παράλληλα χρησίμευσε στο ιερατείο για την καταγραφή των σημαντικών γεγονότων. Ο Ed. Μeyer (Ιστορία της Αρχαιότητας (γερμανικά), II, 2 σελ. 75-76 ισχυρίσθηκε πως η γραφή είναι “έργο που το έχει δημιουργήσει μια μεγάλη προσωπικότητα”, άρα δεν είναι ένα φαινόμενο ιστορικό που δημιουργήθηκε από αυτές τις ανάγκες της κοινωνικής ζωής μα “φύτρωσε” στο κεφάλι ενός ανθρώπου. Περιττό να τονίσω πως oι τέτοιες αντιλήψεις όσο κι' αν· λέγονται από έναν ακουστό ιστορικό σαν τον Ed. Meyer, είναι παιδιακίστικες ανοησίες.

40) Ο Αιγύπτιος Μανέθων (270—250 π.Χ.) έγραψε στην ελληνική γλώσσα την αιγυπτιακή ιστορία αφού την μετέφρασε “εκ δέλτων ιερών” (Ιώσηπος: κατ. Απίωνος Α. 73. βλ. και FHG, Β. 511616 και Ηροδ. Β. 36).

41) Βλεπ. Κατ' Απίωνος 9, 20, 28, 29, 30, 37, 41.

42) Από την αιτία αυτή όλοι οι παλαιοί ασιατικοί λαοί θεωρούσαν τα τέτοια χρονικά των ιερά (Ιερά Γραφή—Βίβλος των Εβραίων κλπ.).

43) Όσο τουλάχιστο ξέρω, από την άποψη αυτή δεν ερεύνησε κανένας το ζήτημα της γένεσης και εξέλιξης της γραφής στους αρχαίους ασιατικούς λαούς. Υπάρχουν σοφές εργασίες για την καταγωγή και ιστορία της γραφής, μα δεν ξέρω καμμιά εργασία που να ερευνά το ζήτημα από την άποψη που θέτω εδώ.

44) Όταν λέμε επίσημο λόγο εννοούμε τα δημόσια έγγραφα κλπ. και όχι τα έγγραφα που αφωρούσαν την εξυπηρέτηση των ιερέων. Άλλωστε και αυτά τα έγγραφα γράφονταν πια στην ίδια γραφή, αφού το ιερατείο έχασε την προνομιούχα θέση του και περιωρίσθηκε ν' ασκή τα καθήκοντά του μόνο στο τελετουργικό μέρος της λατρείας.


 


Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/
Απρίλιος 2001