[<< Μέρος 1] [Άρθρα-Μελέτες] [Μέρος 3 >>]


 
 

ΓΙΑΝΗΣ Κ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΟ ΟΜΗΡΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

(Μέρος 2)



 
 
 

Το ομηρικό ζήτημα εξακολουθεί να συζητείται.

Αντίθετα από τον Βιλαμόβιτς, ο Ε. Bethe δέχεται πώς υπάρχει εσωτερική ενότητα στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, και πώς έγιναν πολλές παρεμβολές στο αρχικό κείμενο. Μα οι προσθήκες αυτές δεν χάλασαν τον πρώτο πυρήνα. Πάντα υπάρχει κάποιος επικός ποιητής πού έδωκε την “τελειωτική” μορφή στα δυό έπη, τη μορφή (σχήμα) πού έφτασε ως εμάς. Και για μεν την Ιλιάδα δέχεται πώς διαμορφώθηκε οριστικώς τον ΣΤ' αιώνα, για την Οδύσσεια δε στα μέσα του ΣΤ' αιώνα ή και αργότερα ακόμα. Ο Ε. Schwartz πάλι στη μελέτη του (Οδύσσεια, 1924) υποστηρίζει πως η τελευταία διασκευή και αποκατάσταση της Οδύσσειας έγινε στας Αθήνας στα χρόνια του Πεισιστράτου. Όσο για την Ιλιάδα, στη μελέτη του (Η γένεσις της Ιλιάδος, 1918) δέχεται πώς αυτή βγήκε από την ένωση τριών παλαιών έπων. Το ένα είναι Η μήνις του Αχιλλέως, το άλλο: Ο πόλεμος κατά της Τροίας, και το τρίτο: Ο θάνατος του Αχιλλέως. Απ' αφορμή τις μελέτες του Schwartz, ο Βιλαμόβιτς έγραψε νέο βιβλίο πάνω στο ομηρικό ζήτημα (Ο νόστος του Οδυσσέως, 1927). Στο βιβλίο του αυτό ο Βιλαμόβιτς τροποποιώντας κάπως παλαιότερες γνώμες του υποστηρίζει πως η Οδύσσεια δεν είχε αρχικά τη μορφή πού έχει σήμερα και πως η σειρά των έπων παλαιότατα ήταν οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα (ε-μ). Η Τηλεμάχεια είναι νεώτερη προσθήκη. Τα στοιχεία φ, χ, ψ είναι παρμένα απ' άλλο έπος, το οποίον παραμεγάλωσε με το ω. Η Οδύσσεια όπως την κομμάτιασεν ο Βιλαμόβιτς φτιάχτηκε τον ΣΤ' αιώνα, ενώ η Τηλεμάχεια μιά - δυό γενεές υστερώτερα. Οι γνώμες αυτές του Βιλαμόβιτς κριτικαρίστηκαν αυστηρά από τον W. Schmid (στη Γραμματολογία του, 1929) και ακόμη πιο πολύ από τον Drerup (Ph. W. 1930). Εννοείται πως η συζήτηση εξακολουθεί και η φιλολογική κριτική πάνω στα ομηρικά κείμενα δεν έφθασε σε συμπέρασμα πού ομόφωνα να το παραδέχουνται όλοι όσοι μπορούν να έχουν γνώμη πάνω στα ζητήματα αυτά.

Ο Δαίρπφελδ σχεδόν μόνος αντίπαλος της βολφιανής θεωρίας.

Επειδή όμως εδώ δεν έχει τη θέση της η λεπτομερειακή αναγραφή όλης της γύρω στο ομηρικό ζήτημα βιβλιογραφίας 14, σημειώναμε μόνο πως η κρατούσα σήμερα γνώμη είναι πως η μεν γραφή έγινε γνωστή στην Ελλάδα τον Η' ή Ζ' αιώνα, τα δε ομηρικά έπη αρχικώς ήταν πολύ μικρότερα και διαφορετικώτερα στη μορφή τους, και πώς διασκευάστηκαν στον ΣΤ'' αιώνα, αφού ενώθηκαν και άλλα έπη και έτσι αποτελέστηκε το κείμενο πού έχομε. Σημειώναμε ακόμα πώς σχεδόν μοναδικός αντίπαλος όλων των παραπάνω θεωριών είναι ο Γερμανός αρχαιολόγος Γουλιέλμος Δαίρπφελδ, πού επιμένει στη γνώμη του πως ο Όμηρος έζησε στον ΙΒ' αιώνα και πως ο ίδιος έγραψε τα δυό έπη. Το μόνο πού παραδέχεται ο Δαίρπφελδ είναι πως η Ιλιάς και η Οδύσσεια δεν εγράφηκαν στη μορφή και την έκταση πού έφθασαν ως εμάς. Δέχεται δηλαδή πώς έγιναν προσθήκες και παρεμβολές από δεύτερο και τρίτο χέρι.

Επειδή όμως δίκαιο είναι ν' ακουσθή ή γνώμη του γηραιού ομηριστού, γιατί σε πολλά λεπτομερειακά ζητήματα δεν φαίνεται να πέφτη έξω, αντιγράφαμε εδώ την “απολογία” του, γιατί με το να επιμένη στη γνώμη του κατάντησε να είναι κατηγορούμενος μπροστά στη φιλολογική επιστήμη.

Εξ άλλου μας δίνει και μιά σύντομη, μα πιστή και ενημερωμένη περίληψη της ως τα σήμερα ιστορίας του ομηρικού ζητήματος και έτσι και από τη μεριά αυτή η γνώμη του είναι χρήσιμη. Αφού λοιπόν είναι έτσι τα πράγματα, ας δώσουμε το λόγο στον Δαίρπφελδ.

“Από δισχιλίων και πλέον ετών διαμάχονται οι λόγιοι περί του χρόνου και του τόπου γενέσεως των δύο επών του Ομήρου ως και περί του τρόπου της συνθέσεως αυτών και δεν κατέστη ακόμη δυνατόν να φθάσουν εις συνεννόησιν. Τουναντίον ο αριθμός των αμφισβητουμένων στοιχείων ηύξανε διαρκώς κατά τας διαδεχόμενος αλλήλας εκατονταετίας και αι προτεινόμενοι λύσεις απεμακρύνοντο ολονέν περισσότερον της πραγματικότητος.

”Κατά την αρχαιότητα ο κύκλος των αμφισβητουμένων στοιχείων υπήρξε πολύ στενός. Ήσαν οι λόγιοι διαφόρου γνώμης αν αμφότερα τα έπη, η Ιλιάς και η Οδύσσεια, εποιήθησαν υπό του Ομήρου και που και πότε έζησεν ο ποιητής ούτος. Προς δε και περί του μεγέθους (αριθμού των στίχων) και της γλώσσης των αρχικών επών είχον οι λόγιοι αμφιβολίας.

”Κατά τους νεωτέρους χρόνους, κυρίως δε από του τέλους του δεκάτου ογδόου αιώνος και προ πάντων από των ανασκαφών του Σλίμαν εις Τροίαν, Μυκήνας και Τίρυνθα, προσετέθη μακρά σειρά αμφισβητήσεων, εξ ών αναφέρομεν ενταύθα μερικάς μόνον: Είναι τα δύο ταύτα έπη έργα της δημοτικής ποιήσεως ή της τεχνικής; Εποιήθησαν αρχικώς ως μεγάλα ενιαία έπη ή συνετέθησαν εκ πλειόνων παλαιοτέρων χωριστών ποιημάτων; Ή μήπως υπόκειται εις εκάτερον των δύο τούτων επών μικρότερων τι και παλαιότερον ποίημα ως αρχικός πυρήν, το όποιον υστέρα διηυρύνθη και ηυξήθη δια ποικίλων προσθηκών; Τίνα πολιτισμόν απεικονίζουν τα δύο έπη; Είναι ο πολιτισμός των χρόνων καθ' ους έζων οι ήρωες του Τρωικού πολέμου, τ. ε. του δωδεκάτου π. Χ. αιώνος; Ή μήπως είναι πολιτισμός νεωτέρας εποχής, κατά την οποίαν έζησαν ο Όμηρος ή οι διάφοροι ποιηταί; Ή μήπως είναι δυνατόν να διακρίνωμεν εις εκάτερον των επών διάφορα στρώματα πολιτισμού εντός των διαφόρων μερών; Μη είναι, τέλος, τα δια των δύο επών ψαλλόμενα συμβάντα, αφ' ενός η εκστρατεία των Ελλήνων κατά της Τροίας, η οποία σκοπόν είχε να επανακομισθή η Ελένη εις την πατρίδα, και αφ' ετέρου ο νόστος και αι περιπλανήσεις του Οδυσσέως πραγματικώς ιστορικά γεγονότα ή κρύπτονται εις αυτά μόνον μύθοι, παραδόσεις και φανταστικά πλάσματα των ποιητών;

Ο Δαίρπφελδ εκθέτει περιληπτικώς την ιστορία του Ομηρικού ζητήματος. ”Άπαντα τα ζητήματα και πολλά άλλα ακόμη ετέθησαν κυρίως κατά τους χρόνους της τελευταίας γενεάς υπό πολυαρίθμων επιστημόνων και εδόθησαν εις αυτά διάφορώταται απαντήσεις. Ουδέ έν και μόνον στοιχείον διελευκάνθη ούτως ώστε να τύχη γενικής συμφωνίας γνωμών. Μέχρι της σήμερον ακόμη αι γνώμαι διίστανται και μάλιστα από έτους εις έτος εγείρονται νέαι θεωρίαι περί του χρόνου των δύο επών, περί του τρόπου της γενέσεως και των ποιητών, εις ους οφείλονται. Ως προς τον χρόνον και τον τόπον της γενέσεως των επών, οι πλείστοι επιστήμονες παραδέχονται την και άλλοτε κρατούσαν αντίληψιν, ότι αμφότερα τα επικά ποιήματα εποιήθησαν εν Μικρά Ασία κατά τους χρόνους από του 800 μέχρι του 700 και ότι συνεπώς δεν δύνανται να περιέχουν ή μόνον παλαιάς παραδόσεις και αναμνήσεις περί τινος εκστρατείας των Ελλήνων κατά της Τροίας. Οι περισσότεροι των ομηριστών πιστεύουν ότι οι ποιηταί των επών ουσιωδώς απεικονίζουν τον πολιτισμόν της ιδίας αυτών εποχής και ότι μόνον ως προς ωρισμένα στοιχεία είχοντο ηθών και εθίμων της ηρωικής εποχής περί των οποίων είχον γνώσιν εκ παλαιοτέρων ποιημάτων, ότι “μετά πλήρους συνειδήσεως” παραλείπουν και αποσιωπούν πάντα τα γεγονότα των τελευταίων εκατονταετιών, προ πάντων την κάθοδον των Δωριέων και την εκ ταύτης προκληθείσαν εκδίωξιν των Αχαιών εκ της πατρίδος αυτών εις Μικρασίαν, ως έγραψεν ο Εδ. Μάϋερ (Ιστορία της αρχαιότητος Β', 1893, σ. 69). Άλλοι ερευνη· ταί, εις ους και εγώ ανήκω, πιστεύουν ότι επί των αποτελεσμάτων των ανασκαφών στηριχθέντες δύνανται ν' αποδείξουν ότι αμφότερα τα έπη εψάλλοντο ήδη προ της καθόδου των Δωριέων εις τας αυλάς των ηρώων του Τρωικού πολέμου ή των υιών αυτών εν τη κυρίως Ελλάδι και ότι ουσιωδώς απεικονίζουν πιστώς την ιστορίαν, γεωγραφίαν και τον πολιτισμόν των Αχαιών Ελλήνων της Β' π. Χ. χιλιετηρίδος, εξαιρουμένων μόνον τινών μεταγενεστέρων προσθηκών, π.χ. του “νεών καταλόγου” εν τη Ιλιάδι και της 24ης ραψωδίας εν τη Οδυσσεία, ένθα αναφέρονται ή απεικονίζονται νεώτεροι καταστάσεις.

”Εγώ ο ίδιος δεν είμαι φιλόλογος. Εγενόμην ερευνητής των του Ομήρου δια των μακροχρονίων ανασκαφών ας εξετέλεσα κατ' αρχάς μεν εν συνεργασία μετά του Σλίμαν, έπειτα δε και μετ' άλλων, εις πολυάριθμους ομηρικούς τόπους. Τα έργα του Ομήρου εμελέτησα ήδη προ 70 ετών, μαθητής ων του εν Μπάρμεν της Γερμανίας γυμνασίου, και τα ηγάπησα ειλικρινώς. Ύστερον μετεχειριζόμην και εμελέτων αυτά πάντοτε εν Τροία και Τίρυνθι, εν Πύλω και Ιθάκη, εγνώρισα δε και εμελέτησα αυτά κατά βάθος και λεπτομερέστατα. Αλλά πλην των επών ανέγνωσα και εξήτασα και την εκτεταμένην βιβλιογραφίαν περί του ομηρικού ζητήματος. Όσον περισσοτέρας πόλεις ομηρικάς ή πύργους ανέσκαπτον, τόσον περισσότερον ηδραιούτο παρ' εμοί η πεποίθησις ότι αμφότερα τα ποιήματα του Ομήρου, ως προς την ουσίαν, παρέχουν τας καταστάσεις του χρονικού διαστήματος μεταξύ του Τρωικού πολέμου και της καθόδου των Δωριέων, δηλαδή του δωδεκάτου περίπου π.Χ. αιώνος, και δη επί όλων των πεδίων της γνώσεως και του βίου. Όσα μας διδάσκουν, όσα λέγουν τα κύρια μέρη των επών τούτων περί ιστορίας και γεωγραφίας, περί πολιτικών και οικονομικών καταστάσεων, περί θρησκείας και ηθών, περί πόλεων και πύργων, περί οίκων και σκευών, πάντα ταύτα ευρίσκονται κατά την πεποίθησίν μου εν πλήρει συμφωνία προς εκείνα πού δυνάμεθα να εξακριβώσωμεν εκ των αποτελεσμάτων των ανασκαφών δια τους Αχαιούς Έλληνας του δωδεκάτου π.Χ. αιώνος. Εάν η σημαντική αυτή αλήθεια δεν ανεγνωρίσθη εισέτι γενικώς· πταίουν προ παντός αι εσφαλμένοι χρονολογίαι, αι οποίαι κρατούν την σήμερον ακόμη εις την αρχαιολογίαν. Είναι αύται αι χρονολογίαι της γεωμετρικής και της ανατολικοελληνικής τέχνης, που προ 60 περίπου ετών εισήχθησαν εις την ιστορίαν της ελληνικής τέχνης υπό του Φουρτβαίγγλερ, τας οποίας εν τούτοις εγώ έκτοτε κατεπολέμουν πάντοτε. Η σπουδαιότης του πράγματος με αναγκάζει να ασχοληθώ εις αυτό βαθύτερόν πως”.
 
 

Τι απαντά ο Δαίρπφελδ στους επικριτάς του

Και επειδή, όπως είπαμε παραπάνω, ο Δαίρπφελδ αντιμετώπισε μιά τόσο αυστηρή κριτική του Βιλαμόβιτς, ή έπρεπε να αντεπιτεθή ή να εγκαταλείψη τον αγώνα. Προτίμησεν όμως ο επιφανής αρχαιολόγος να επιμείνη και να δικαιολόγηση άλλη μιά φορά τις γνώμες που διετύπωσε σχετικώς με τη χρονολογία της γένεσης και γραφής των ομηρικών επών, και παράλληλα να τονίση πως θεωρεί λαθεμένες τις γνώμες των αρχαιολόγων για τη γεωμετρική τέχνη.

“Άρχομαι αποκρούων και ανασκευάζων βαρείαν κατηγορίαν ήτις κατετοξεύθη αδίκως κατ' εμού. θέλω να παραδεχθώ ότι άγνοια μόνον ή λήθη παρέσυρε τον Ουλερίχον φαν Βιλαμόβιτς να με καταγγείλη ότι δήθεν προς διάσωσιν της αστηρίκτου θεωρίας μου περί Ομηρου, θέλω να φέρω σύγχυσιν εις την στερεώς κατησφαλισμένην χρονολογίαν της ιστορίας της ελληνικής τέχνης. Εν τω έργω αυτού “Ιλιάς και Όμηρος” (1916 σ. 20) έγραψε περί εμού τα εξής: “Την σήμερον κρατεί λυπηρά παραγνώρισις της ομηρικής ποιήσεως. Ο ποιητής εκλαμβάνεται ως ιστορικός και συμφώνως προς την τοιαύτην αντίληψιν ανατρέπονται η ιστορία, η γεωγραφία και η χρονολογία”. Αναμφιβόλως ο Βιλαμόβιτς ηδύνατο και έπρεπε να γνωρίζη ότι η τοιαύτη εμφάνισις των πραγμάτων δεν ήτο σύμφωνος προς την αλήθειαν. Επί του πεδίου της ιστορίας και γεωγραφίας το οποίον αναφέρει ως πρώτον κείνται τα πράγματα ούτως: Ο Όμηρος αφηγείται όντως μόνον τα ιστορικά γεγονότα και την γεωγραφικήν κατάστασιν της εποχής προ της καθόδου των Δωριέων, δια να μετατεθή δε ο ποιητής εις νεωτέραν εποχήν, ως θέλουν οι αντιφρονούντες προς εμέ, χρειάζονται τεχνικαί και αστήρικτοι βοηθητικαί υποθέσεις. Ιδίως βαρύ είναι το σφάλμα του επικρίνοντός με Βιλαμόβιτς επί του πεδίου της χρονολογίας. Δεν ηδύνατο να αγνόηση ότι από πλέον των 50 ετών, πριν ή μάλιστα ασχοληθώ με τον Όμηρον, αντέστην εις την υπό του Φουρτβαίγγλερ προταθείσαν χρονολογίαν της γεωμετρικής τέχνης ως ευρέθη αύτη εν Ολυμπία και Αθήναις. Ου μόνον δια του λόγου και γραπτώς, αλλά και δι' επιτυχών ανασκαφών πιστεύω ότι απέδειξα ότι η θεωρία του Φουρτβαίγγλερ ην εδημοσίευσεν εις το έργον του “Τα χαλκά της Ολυμπίας” (1879), η θεωρία δηλαδή καθ' ην άπαντα τα αντικείμενα της γεωμετρικής τέχνης, όσα υπάρχουν εν Ολυμπία και Αθήναις, έπρεπε ν' ανήκουν αποκλειστικώς εις την μεταμυκηναϊκήν εποχήν, είναι απαράδεκτος ως φανταστική. Εν διατριβή δημοσιευθείση εις τας “Ανακοινώσεις” (Mitteilungen) του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου (1922, 30) εσημείωσα εν ολίγοις τα αποτελέσματα των νέων ανασκαφών και εξέθεσα το σφάλμα του Φουρτβαίγγλερ και τας ολεθρίας δια την επιστήμην συνεπείας αυτού. Εκτενέστερον δε έγραψα περί αυτού εις το νεώτερον έργον μου “Αρχαία Ολυμπία” (Alt. Olympia), 1935, σελ. 2 κ.έ. 12 κ.έ. 194, 445 κ.έ., ένθα παρέσχον τας αποδείξεις ότι η υπό του Φουρτβαίγγλερ εφευρεθείσα “γεωμετρική περίοδος” η οποία διήρκεσε δήθεν από του 1100 μέχρι του 700 π. Χ., ουδόλως υπήρξεν. Η “ανατολικοελληνική τέχνη”, η οποία, κατά τον Φουρτβαίγγλερ. εγεννήθη κατά τον Ζ' αιώνα διαδεχθείσα την γεωμετρικήν τέχνην, πλησιάζει, διωρθωμένου του σφάλματος, αμέσως προς την επίσης εκ της Ανατολής προελθούσαν μυκηναϊκήν τέχνην. Τα γεωμετρικά χαλκά και αγγεία της Ολυμπίας και των Αθηνών ανήκουν εις μίαν προελληνικήν, της Β' χιλιετηρίδας, τέχνην. Τώρα τέλος πάντων μανθάνω ότι αρχίζουν και άλλοι αρχαιολόγοι να διαβλέπουν το βαρύ σφάλμα και τας ολεθρίας αυτού συνεπείας. (F. Koepp, Αρ χαιολογία, 1919, σελ. 73). Η αλήθεια περί της αρχαιοτάτης ελληνικής τέχνης και της χρονολογίας αυτής αναμφιβόλως θα διάλυση βαθμηδόν την ομίχλην της αυταπάτης, και τότε ως ελπίζω ακραδάντως, δεν θα διστάσουν και οι αρχηγοί της σχολής ταύτης να ανακαλέσουν τας αδίκους κατηγορίας και τας προσωπικός επιθέσεις, ων εγενόμην θύμα και τους οποίους δεν εμνημόνευσα ανωτέρω”. Και συνεχίζει ο Δαίρπφελδ, διατυπώνοντας τη θεωρία του για τα ομηρικά έπη, που με τόση επιμονή την υποστηρίζει αδιαφορώντας για τους εναντίον του χλευασμούς του ιστορικού Ed. Meyer και του φιλολόγου Wilamowitz. “Δια της αλλαγής της χρονολογίας των αρχαιοτάτων ελληνικών επιγραφών, αναγλύφων και αγγείων, ων η ηλικία πρέπει να αυξηθή κατά μερικάς εκατονταετίας, μεταβάλλονται ριζικώς τα θεμέλια των περί Ομήρου και δη περί της χρονολογίας αυτού θεωριών. Η οριστική λύσις του αφορώντας την χρονολογίαν σπουδαίου ζητήματος έπρεπε να είναι ο σκοπός πάντων των αρχαιολόγων. Μόνον άμα ως αύτη επιτευχθή, τότε η οδός προς επιτυχή εξερεύνησιν του Ομήρου θα είναι ελευθέρα. Δι' εμέ η λύσις αύτη ήτο από πολλού χρόνου ωλοκληρωμένη, αφού δεν με εκώλυε πλέον η εσφαλμένη χρονολογία. Θα εκθέσω δε ενταύθα εν συντομία, εις τίνα αποτελέσματα έφθασα ως προς τα Ομηρικά έπη, εκποδών γενομένων των εμποδίων μετά την αλ·
λαγήν των θεμελίων.
Οι γνώμες του Δαίρπφελδ. ”Τα έπη παρέχουν ημίν, ως είπον ανωτέρω, εν πλήρει αληθεία την ιστορίαν και γεωγραφίαν της προδωρικής εποχής, ως και τον πραγματικόν πολιτισμόν των Αχαιών Ελλήνων του δωδεκάτου αιώνος. Επί του πεδίου της ιστορίας αφηγούνται τα γεγονότα του τελευταίου αυτών μεγάλου πολέμου, της κοινής εκστρατείας των Αχαιών ηγεμόνων κατά της Τροίας. Ψάλλουν όμως χωριστά μόνον συμβάντα του πολέμου τούτου, δηλαδή πρώτον το επεισόδιον της “μήνιος” (οργής) του Αχιλλέως και δεύτερον τον νόστον του Οδυσσέως μετά μακράς περιπλανήσεις. Τα αλλά συμβάντα της εκστρατείας κατά της Τροίας εψάλησαν δια πολυαρίθμων άλλων ασμάτων. Περί πάντων των μεταγενεστέρων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας, περί της καθόδου των Δωριέων, περί της καταστροφής πάντων σχεδόν των Αχαϊκών μεγάρων και πύργων των βασιλέων ή ηγεμόνων, περί της εκδιώξεως των Αχαιών εκ της Ελλάδος, των μαχών αυτών και της εγκαταστάσεως των εν Μικρά Ασία ουδέν γνωρίζει ο ποιητής. Ουδέ υπό μορφήν χρησμών ή προφητειών ή προρρήσεων υποδεικνύονται τα σημαντικά ταύτα γεγονότα, καίτοι τούτο θα ήτο ευκολώτατον εάν ο ποιητής έζη εκατονταετίας ύστερον. Τουναντίον δίδει προφητείαν αναφερομένην εις την βασιλείαν του γένους του Οδυσσέως εν Ιθάκη (Οδ. 15, 534). Προς τούτοις τους Έλληνας ονομάζει εισέτι με το παλαιόν κοινόν όνομα Αχαιούς, το οποίον αποδεικνύεται τώρα δια των ανακαλυφθεισών αιγυπτιακών και χετταιϊκών επιγραφών ως ακριβέστατον, ενώ άλλοτε, πρό της ανακαλύψεως δηλαδή ταύτης, εθεωρείτο ποιητική εφεύρεσις. Περί των διχονοιών μεταξύ Ιώνων και Αιολέων εν Μικρά Ασία ο ποιητής δεν γνωρίζει ακόμη τίποτε. Άγνωστοι παντελώς είναι εις αυτόν ακόμη οι Δωριείς, διότι ο μόνος στίχος (Οδ. 19,177) ο αναφερών αυτούς εν Κρήτη μαζί με άλλους λαούς είναι αναμφιβόλως μεταγενέστερον παρεμβεβλημένος. Αι δύο πλουσιώτεραι πόλεις του κόσμου είναι κατά τον ποιητήν αι αιγυπτιακαί Θήβαι και ο Βοιωτικός Ορχομενός, τούθ' όπερ είναι ακριβές δια τον δωδέκατον αιώνα αλλ' ουχί δια τον όγδοον ή έβδομον π. Χ. Τούτο μας οδηγεί εις το πεδίον της γεωγραφίας, ένθα αι ειδήσεις του ποιητού είναι κατ' εξοχήν αποδεικτικαί, καθ' όσον δια της περί το 1150 π. Χ. επισυμβάσης καθόδου των Δωριέων επήλθαν εν Ελλάδι σημαντικαί μετακινήσεις λαών και μεταβολαί ονομάτων. Τα δύο έπη γνωρίζουν αποκλειστικώς μόνον προδωρικήν γεωγραφίαν. Μεταγενέστεραι προσθήκαι, ως π. χ. ο νεών κατάλογος (Ιλ. Β) παρέχουν ήδη την κατάστασιν της κλασσικής εποχής. Παρ' Ομήρω η Πελοπόννησος λέγεται ακόμη “Άργος” και οι ηγεμόνες της Πελοποννήσου, ως ο Αγαμέμνων, ο Μενέλαος και ο Νέστωρ, καλούνται Αργείοι, ενώ η μεταγενέστερα πόλις του Άργούς δεν υπάρχει ακόμη. Αι Μυκήναι είναι η πρωτεύουσα πόλις της ανατολικής Πελοποννήσου. Πύλος, η πόλις του Νέστορος κείται εν Τριφυλία ουχί δε ακόμη εν Ήλιδι, όπου μετέβησαν οι Πύλιοι μετά την υπό των Δωριέων καταστροφήν της πόλεως Οι Κεφαλλήνες, ο λαός δηλαδή του Οδυσσέως, κατώκουν εν Ακαρνανία, χώρα κειμένη επί της Στερεάς, έναντι της νήσου Ιθάκης, η δε Ιθάκη η πατρίς του Οδυσσέως δεν είναι ακόμη η σημερινή Ιθάκη, η οποία καλείται παρ' Ομήρω εισέτι Σάμη, αλλά η ύστερον Λευκάς καλουμένη νήσος, εν τη οποία εγώ ανέσκαψα και απέδειξα την ομηρικήν Ιθάκην. Εν αντιθέσει προς τα δύο έπη ο “νεών κατάλογος” γνωρίζει τα δωρικά ονόματα των νήσων περί ών εν Οδυσσεία γίνεται λόγος και εκλαμβάνει ως την πατρίδα του Οδυσσέως την σήμερον ούτω καλουμένην μικράν Ιθάκην (Θιάκι). Και η όλη εικών του κόσμου, οίον τον βλέπει ο ποιητής, δεν είναι η του ογδόου ή εβδόμου αιώνος, καθ' ην εποχήν είχαν ήδη επεκτείνει τας αποικίας αυτών προς τα βορειοανατολικά μέρη, αλλά η της προδωρικής εποχής, καθ' ην ο ορίζων των Ελλήνων περιελάμβανε μόνον την ανατολικήν λεκάνην της Μεσογείου Θαλάσσης, από της Φοινίκης προς Ανατολάς μέχρι της Σικελίας και προς Δυσμάς μέχρι του περιβάλλοντος τον κό σμον Ωκεανού.

”Πλην της ιστορίας και γεωγραφίας αναφέρω ενταύθα εκ της πληθώρας της ύλης ολίγα μόνον ακόμη στοιχεία αποδεικνύοντα την μεγάλην αρχαιότητα των ομηρικών επών

”Οι Θεοί του Ομήρου δεν είναι εισέτι οι Θεοί της κλασικής Ελλάδος, οι οποίοι ανακαλύπτονται ολονέν περισσότερον ως αποτελούντες σύνδεσμον των ομηρικών Θεών μετά των προελληνικών τοπικών θεοτήτων της Ελλάδος και Μικράς Ασίας, αλλ' είναι τουναντίον οι των παναρχαίων ευγενών αχαιϊκών οικογενειών που εκ του Βορρά μετηνάστευσαν εις την Ελλάδα.

”Οι οίκοι των Αχαιών δεν περιγράφονται υπό του Ομήρου όμοιοι προς τους οίκους των Ιώνων ή των Αιολέων της Μικράς Ασίας. Ο ποιητής ούτος γνωρίζει ακόμη τα δύο είδη των βασιλείων μελάθρων, τα όποια, ως δεικνύουν τα αποτελέσματα των ανασκαφών, πράγματι υπήρξαν αμφότερα παράλληλα κατά τα τέλη της Β' χιλιετηρίδος π. Χ. εν Ελλάδι, δηλαδή τα απλά, αλλ' υψηλά βασίλεια μέλαθρα της Ιθάκης και Πύλου, τα οποία ουσιωδώς διεκρίνοντο από τα πλούσια και μετ' ανατολικής λαμπρότητας διακεκοσμημένα βασίλεια πού περιγράφονται υπό του Ομήρου εις Σπάρτην και Σχερίαν και τα οποία πρόκεινται ημίν νυν ανακαλυφθέντα εις Μυκήνας, Τίρυνθα και Κρήτην. Τινές των Αχαιών ηγεμόνων είχον διατηρήσει επί του πεδίου της οικοδομής ως και της κατασκευής των τάφων τον απλούν πολιτισμόν της μέσης Ευρώπης, ενώ άλλοι είχον δεχθή τα πολυτελή υλικά και τας λαμπράς μορφάς της εκ της Ανατολής καταγόμενης μυκηναϊκής τέχνης διά τα βασίλεια αυτών και τους θολωτούς των τάφους.

”Όμοιόν τι προς εκείνο εμφανίζεται κατά χαρακτηριστικόν τρόπον και εις τα όπλα. Ενώ Αχαιοί τινες διετήρουν ακόμη τα αρχαία όπλα αυτών και ιδία την μεγάλην και βαρείαν πυργωτήν ασπίδα, άλλοι έχουσιν ήδη την μικράν πέλτην, ήτις, ως διδάσκουν τα μνημεία, υπήρξεν εν χρήσει εν χώραις περί την ανατολικήν λεκάνην της Μεσογείου Θαλάσσης πολύ προ της καθόδου των Δωριέων, συγχρόνως προς την πυργωτήν ασπίδα. Εκ τούτου συμπεραίνομεν ότι ο Όμηρος δεν έψαλεν ούτε κατά το ήμισυ της Β' χιλιετηρίδος π. Χ., ότε η πυργωτή ασπίς ήτο ίσως ακόμη εν γενική χρήσει ούτε κατά τον Η' ή Ζ' αιώνα, ότε οι Ίωνες και Δωριείς Έλληνες δεν είχον πλέον ή την πέλτην, αλλ' έζησε μεταξύ των δύο εποχών, κατά τον 12ον περίπου αιώνα, ότε δηλαδή και τα δύο είδη ασπίδων ήσαν εν παραλλήλω χρήσει”.

Και καταλήγει στο εξής συμπέρασμα σχετικά με την εποχή πού γράφηκαν τα ομηρικά έπη: “Εάν συμφώνως προς ταύτα αμφότερα τα έπη απεικονίζουν ημίν όντως την γεωγραφίαν και ιστορίαν και όλον τον πολιτισμόν του ΙΒ' π. Χ. αιώνος, της εποχής δη λαδή, της οποίας τα συμβάντα και τας καταστάσεις ο ποιητής προτίθεται να ψάλη, τότε ου μόνον δικαιούμεθα αλλά και αναγκαζόμεθα να θέσωμεν την γένεσιν των επών κατά την εποχήν ταύτην, τ. έ. εις το βραχύ χρονικόν διάστημα μεταξύ του Τρωϊκού πολέμου και της καθόδου των Δωριέων.

”Την πολλάκις γενομένην ένστασιν, ότι η γλώσσα του Ομήρου δεν επιτρέπει την παραδοχήν μείζονος ηλικίας των επών, δυνάμεθα κάλλιστα να μη λάβωμεν υπ' όψιν, αφού ήδη πολλοί ειδικοί φιλόλογοι και ανεγνωρισμένοι γλωσσολόγοι ρητώς ζητούν τοιαύτην μετάθεσιν του Ομήρου εις προγενεστέραν εποχήν της μέχρι του νυν παραδεκτής. Τινές τούτων, ως π. χ. ο καθηγητής Ίναμα, θέτουν τα έπη, ένεκεν ακριβώς της γλώσσης, εις τον ΙΒ' αιώνα (Ο Όμηρος κατά την μυκηναϊκήν εποχήν, Omero nell' eta micenea, 1913). Απέναντι της ειρημένης ενστάσεως πρέπει να υπενθυμίσω και το ως ασφαλές αποδειχθέν περιστατικόν, ότι αι αρχαιόταται ελληνικαί επιγραφαί, επί των οποίων εν πρώτη γραμμή στηρίζεται η κρίσις περί της αρχαιοτάτης μορφής της ελληνικής γλώσσης, τίθενται κατά την υπ' εμού υποστηριζομένην χρονολογίαν κατά μερικάς εκατονταετίας προ της νυν ακόμη συνήθως αναγνωριζομένης. Ουχί κατά τον Η' π. Χ. αιώνα ελαβον οι Έλληνες την γραφήν των, ως πιστεύεται υπό πολλών, αλλά τουναντίον κατά την ομόφωνον παράδοσιν της αρχαιότητος και κατά τας προσφάτως ανακαλυφθείσας φοινικικάς επιγραφάς (R. Eisler εν journal of Asiat. Society 1922) κατά την Β' π.Χ. χιλιετηρίδα παρέλαβαν αυτήν παρά των Ανατολιτών, ότε έλαβον και την μυκηναϊκήν τέχνην των Φοινίκων. Εάν εκ των αρχαιοτάτων τούτων χρόνων μήτε εν Ελλάδι μήτε εν Φοινίκη δεν ευρίσκομεν επιγραφάς, τούτο ευεξήγητον εκ του λόγου ότι τότε εις τας δύο αυτάς χώρας η γραφή εγίνετο επί παπύρου και δέρματος, υλικού που ούτε εν Φοινίκη ούτε εν Ελλάδι ένεκεν των κλιματολογικών συνθηκών διετηρήθη”.

Δεν τελειώνει όμως εδώ, μα προχωρεί για να δώση τα τελικά συμπεράσματα των πολυχρονίων μελετών του πάνω στο ομηρικό ζήτημα.

“Τα αποτελέσματα των μακροχρονίων μου ανασκαφών εις ομηρικούς τόπους με έπεισαν και η μελέτη της όλης φιλολογίας περί Ομήρου με ενίσχυσεν εν τη πεποιθήσει μου ότι τα δύο διασωθέντα μέχρις ημών έπη ανήκουν εις τα πολυάριθμα ποιήματα ή άσματα τα όποια μετά τον Τρωϊκόν πόλεμον εψάλλοντο εις τας βασιλικάς αυλάς της Ελλάδος. Όταν έπειτα περί το 1100 π.Χ. αι πλείσται αχαϊκαί οικογένειαι, εκδιωχθείσαι υπό των Δωριέων, μετηνάστευσαν εις Μικράν Ασίαν, μετέφερον μετά πολλών άλλων αρχαίων ασμάτων και τα δύο έπη τα ψάλλοντα την μήνιν του Αχιλλέως και τον νόστον του Οδυσσέως ως αξιολόγους θησαυρούς του μεγάλου αυτών παρελθόντος και εφύλασσον αυτά μετά θρησκευτικής ευλαβείας. Εν τη οικογένεια των Ομηριδών πρέπει να παραδεχθώμεν ότι επί ολοκλήρους εκατονταετίας τα δύο έπη εψάλλοντο και ετιμώντο θεωρούμενα έργα του Ομήρου. Δεν παραδέχομαι εν τούτοις ότι και τα δύο ανήκουν εις ένα και τον αυτόν ποιητήν, αλλ΄ έχω λόγους να πιστεύω ότι το μεν περί της μήνιος του Αχιλλέως εγένετο εν τη αιολική Φθία, το δε περί του νόστου του Οδυσσέως, κατά την αυτήν εποχήν εν τη Ιωνική Πύλω. Οι λόγοι ούτοι είναι διαφόρων ειδών, και άξιοι να μνημονευθούν ενταύθα τουλάχιστον εν ολίγοις:

”Πρώτον: Η Ιλιάς έχει γλώσσαν μάλλον αιολικήν, η Οδύσσεια μάλλον ιωνικήν. Επειδή δε είναι γνωστόν ότι οι Αιολείς, όσοι εγκατεστάθησαν εις την Μικράν Ασίαν, ήλθον κατά μέγα μέρος εκ της Βορείου Ελλάδος, οι δε Ίωνες εκ της Πελοποννήσου, ευκολώτερον θα εξηγείτο η πράγματι υπάρχουσα εις τα έπη γλωσσική διαφορά, εάν η Ιλιάς ήτο προϊόν της Βορείου Ελλάδος και η Οδύσσεια της Πελοποννήσου.

”Δεύτερον: Προς τον τοιούτον προσδιορισμόν συμφωνεί και το περιεχόμενον των δύο έπων. Το της μήνιος του Αχιλλέως, εν τω οποίω οι Έλληνες ηττώνται ευθύς ως ο Αχιλλεύς παύη να μετέχη της μάχης, δεν είναι δυνατόν να μη έχη ποιηθή και να μη εψάλλετο εις την αυλήν του Αχιλλέως, αφ' ετέρου δε είναι πολύ πιθανόν να εψάλλετο η Οδύσσεια εις την Πύλον, διότι εν τη Οδυσσεία, ως υπό πολλών παρετηρήθη, ο Νέστωρ και οι υιοί του έχουν σημαντικήν θέσιν.

”Τρίτον: Η πολλάκις τονισθείσα υπό των ομηριστών διαφορά ως προς τα δένδρα θα εύρισκε βάσιμον ερμηνείαν, διότι η Νότιος Πελοπόννησος έχει το ηπιώτατον κλίμα της Ελλάδος, όπου κατ' εξοχήν ευδοκιμούν το φοινικόδενδρον και η συκή, η δάφνη και η ελαία. Τα δένδρα ταύτα μνημονεύονται συχνά εν τη Οδυσσεία, εν δε τη Ιλιάδι η πίτυς. Η λεπτομέρεια αύτη παρέσυρε τον Βίκτωρα Χέεν εις το να χαρακτηρίση την Οδύσσειαν ως έργον νεώτερον και την Ιλιάδα ως παλαιότερον, πράγμα το οποίον προ πολλού είχεν αποδειχθή λελανθασμένον, καθ' όσον τα τέσσαρα προαναφερθέντα δένδρα της Οδύσσειας δεν εισήχθησαν εις την Ελλάδα μόνον μετά την εποχήν της Ιλιάδος, αλλ' εφύοντο ήδη κατά την Β' π.Χ. χιλιετηρίδα.

”Τέταρτον: Επιτρέπεται να παρατηρηθή ότι ο ποιητής της Οδύσσειας, συγκρίνων την Ναυσικάν μετά της Αρτέμιδος, παραλείπει ν' αναφέρη ως ενδιαιτήματα της θεάς τα δύο χιονοσκεπή όρη τα υψούμενα εις τα Δυτικά της Πελοποννήσου: τον Ερύμανθον δηλαδή και τον Ταΰγετον (Οδ. 6, 103). Όθεν βασιζόμενος εις τους λόγους τούτους θεωρώ όχι ως βέβαιον αλλά τουλάχιστον ως δυνατόν ότι η Οδύσσεια εγένετο εν Πύλω και η Ιλιάς εν Φθία.

”Αμφότερα τα έπη εγένοντο λοιπόν κυρίως εν Ελλάδι και κατά την Β' π.Χ. χιλιετηρίδα μετηνέχθησαν κατόπιν υπό των Αχαιών των εκδιωχθέντων υπό των Δωριέων, εις την Μικράν Ασίαν, ένθα κατά την Α' π.Χ. χιλιετηρίδα εψάλλοντο συχνότατα και ως εκ τούτου δεν έμειναν αμετάβλητα. Δια γλωσσικών και πολυειδών άλλων προσθηκών και αλλαγών τα αρχικά ποιήματα διηυρύνοντο, μετε· βάλλοντο και συνεχρονίζοντο. Εκ του ποιήματος περί της οργής του Αχιλλέως, εν τω οποίω, διαρκούσης της απουσίας του ήρωος εκ της μάχης, έπρεπε μόνον ήτται των Ελλήνων να αναφέρωνται, ανεπτύσσετο βαθμηδόν δια προσθηκών αι οποίαι αφηγούντο νίκας των Ελλήνων ποίημα μεγαλύτερον και γενικώτερον περί του προ του Ιλίου πολέμου. Κατά παρόμοιον τρόπον μετεβάλλετο το αρχικόν ποίημα περί του νόστου του Οδυσσέως δια παρεμβολής των περιπλανήσεων τούτου εις έπος περιλαμβάνον τας περιπετείας του Οδυσσέως κατά την μακράν περιήγησιν αυτού μέχρις ότου έφθασεν εκ της Τροίας εις την πατρίδα του Ιθάκην.

Τα συμπεράσματα του Δαίρπφελδ. ”Δια την Ιλιάδα απέδειξε και εξέθεσε τούτο προ ολίγων ετών ο Ευγένιος Πέτερσον εν τω μετά τον θάνατον αυτού εκδοθέντι έργω του “Η του Ομήρου μήνις του Αχιλλέως και η των Ομηριδών Ιλιάς” (1920) και μάλιστα κατά τοιούτον τρόπον ώστε εις απαντά σχεδόν τα υποστηριχθέντα παρ' αυτού στοιχεία να δύνομαι να εκφράσω την πλήρη συμφωνίαν μου. Ως προς την Οδύσσειαν πιστεύω ότι θα αρκέσουν αι μελέται μου τας οποίας εδημοσίευσα το 1935 εν τω πρώτω τόμω του υπό τον τίτλον “Ομήρου Οδύσσεια” έργου εν συνεργασία μετά του Ερρίκου Ρύτερ (Henr. Ruter)”

Ύστερα, εκθέτει διεξοδικώς τη γνώμη του πως από ένα μικρότερο κείμενο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας έγιναν με διάφορες προσθήκες τα νεώτερα κείμενα. Επιμένει όμως πολύ στη γνώμη του πως τα αρχικά κείμενα είχαν ενότητα και δεν παρουσίαζαν καμμιά από τις αντιφάσεις και ανακολουθίες που παρουσιάζουν τα γνωστά σε μας κείμενα των δυό έπων.

“Με όλας τας αντιφάσεις τας υπάρχουσας εν τω σημερινώ κειμένω και άλλας ακόμη περί των οποίων θα γίνη κατωτέρω λόγος, και με όλας τας μεταβολάς ας υπέστη κατά τας παλλάς εκατονταετίας το αρχικόν κείμενον, δεν δύναται κανείς να παραγνώριση ότι εις την Οδύσσειαν και την Ιλιάδα υπόκειται αρμονικόν και ενιαίον σχέδιον, τούθ' όπερ οι μεγαλύτεροι ποιηταί μας διησθάνθησαν και ωμολόγησαν. Ούτως ο Γκαίτε εις την συνομιλίαν μετά του Έκκερμαν κατά την 1ην Φεβρουαρίου 1827 λέγει: “ο Βόλφ ανήρεσε μεν τον Όμηρον, αλλά την αξίαν του ποιήματος του δεν ηδυνήθη να μειώση. Τούτο έχει την θαυμασίαν δύναμιν των ηρώων της Βαλχάλλας, οι οποίοι κόπτουσιν αλλήλους το πρωί εις κομμάτια, κάθονται δε την μεσημβρίαν εις την τράπεζαν πάλιν με ανέπαφα τα μέλη”. Παρομοίως ο Σίλλερ γράφει τη 27 Απριλίου 1798 προς τον Γκαίτε: “...Άλλως τε είναι ανάγκη, εάν τις ενεβάθυνεν εις μερικός ραψωδίας του έπους, να θεωρήση την ιδέαν μιας ραψωδι κής συμπαραθέσεως αυτών περί διαφορετικήν αρχήν ως βαρβαρικήν, διότι η λαμπρά συνοχή του όλου και των μερών είναι μία των επιφανέστερων αρετών του”. Η ενότης αυτή των Ομηρικών επών και η εξόχως καλλιτεχνική σύνθεσίς των, θαυμαζόμεναι υπό τοιούτων ποιητών, δύνανται μεν να είναι παραμορφωμέναι και κεκαλυμμέναι δια της επιδράσεως της μακροχρονίου παραδόσεως, αλλά δύνανται και να αποκαλυφθούν και να αποκατασταθούν εκ νέου εις τα στοιχεία των” 15.

Στην περίπτωση αυτή φυσικά δεν μπορεί να βαρύνη ούτε η γνώμη του Γκαίτε ούτε η γνώμη του Σίλλερ. Το ζήτημα θα λυθή με τη βοήθεια της φιλολογίας, της ιστορίας, της εθνογραφίας και της κοινωνιολογίας. Oι φιλόλογοι δεν συμβουλεύονται παρά την αρχαιολογία και μόνο και γι' αυτό δεν μπορούν να φθάσουν σε ορθά συμπεράσματα. Το ίδιο λάθος κάνει και ο Δαίρπφελδ. Ξεκινάει από την αντίληψη πως στον καιρό των Τρώων, Αχαιών και Δαναών υπήρχαν βασιλικές Αυλές σαν τις σημερινές, δηλαδή πως οι λαοί αυτοί είχαν ξεπεράσει τις πρωτόγονες βαθμίδες της εξέλιξης και ανάπτυξης τους και ήταν ωργανωμένοι σε Κράτη. Αυτό είναι το βασικό λάθος όχι μόνον του Δαίρπφελδ μα και των άλλων ομηριστών.

* * *

 Σε ποιές βάσεις πρέπει να στηριχθή η μελέτη του ομηρικού ζητήματος.

Για να μελετηθή το ομηρικό ζήτημα καλά, ώστε ο ερευνητής να μπορή να φθάση σε θετικά συμπεράσματα, πρέπει πρώτ' απ' όλα να εξετασθή αν το όνομα Όμηρος είναι ελληνικό. Έπειτα πρέπει να ξεκαθαρισθή το ζήτημα πού και πότε γράφηκαν αρχικώς τα ομηρικά έπη και τί λογής κοινωνικούς θεσμούς περιγράφουν. Και μιά που θα καταπιασθή κανένας με αυτά τα βασικά ζητήματα κατ' ανάγκη θα δώση πρωταρχική θέση στο ζήτημα του ποτέ έγινε γνωστή και καθιερώθηκε η γραφή στην αρχαία Ελλάδα.

Δεν λέω, αυτό κάνουν οι περισσότεροι ομηριστές, ωστόσο δεν παίρνουν το σωστό δρόμο στην έρευνά τους. Αυτό είναι το λάθος τους. Κι' απ' αυτού οι διαφωνίες τους και οι καυγάδες τους. Κι' επειδή παίρνω μέρος στη συζήτηση αυτή, χωρίς να είμαι φιλόλογος, κάνω τούτη εδώ τη δήλωση:

Το ομηρικό ζήτημα, όπως παρουσιάζεται, δεν είναι ζήτημα καθαρά φιλολογικό. Ο φιλόλογος και ο αρχαιολόγος παίζουν εδώ το ρόλο πού παίζει στην ιστορική έρευνα και σύνθεση ο ιστοριοδίφης.

Ο ιστοριοδίφης ερευνά, ξεσκαλίζει το αρχειακό υλικό, αντιγράφει, ταξινομεί, αλλά δεν συνθέτει. Εκείνος πού συνθέτει είναι ο ιστορικός. Ο ιστορικός (και εννοώ τον άξιο και όχι τον κάθε λογής ξυλοσχίστη) θα πάρη το υλικό από τον ιστοριοδίφη και με τη βοήθεια της -κοινωνιολογικής επιστήμης, και πολλές φορές και της εθνογραφίας, θα συνθέση. Έτσι κι' εδώ. Πρώτα ο φιλόλογος θα κάμη την κριτική του πάνω στα ομηρικά κείμενα και με τη βοήθεια της γλωσσολογίας θα ξεχωρίση τα παλαιότερα γλωσσικά στρώματα από τα νεώτερα, κι' ύστερα θα έλθη ο ιστορικός να βάλη τα πράματα στη θέση τους, να συνθέση.

Αυτό θα προσπαθήσω να κάμω, έχοντας υπ' όψη μου το υλικό που έχει συγκεντρωθή από φιλολόγους και αρχαιολόγους γύρω στο ομηρικό ζήτημα.
 
 

 Τί σημαίνει το όνομα Όμηρος;

Ας εξετάσουμε λοιπόν πρώτα το ζήτημα αν το όνομα Όμηρος είναι λέξη ελληνική. Παρ' όλες τις ετυμολογικές απόπειρες μερικών φιλολόγων δεν κατορθώθηκε να ελληνοποιηθή η λέξη αυτή. Φαίνεται πως είναι μικρασιατική και τί ακριβώς σημαίνει δεν ξέρομε. Ίσως καμμιά φορά, ποιός ξέρει, να κατορθωθή με βάση τίποτα νέα αποκαλυπτικά αρχαιολογικά ευρήματα να πλουτισθούν οι γνώσεις μας πάνω στο ζήτημα αυτό. Ίσως να μάθουμε περισσότερα απ' όσα ξέρομε πράγματα για τη γλώσσα των Λυδών, Φρυγών, Κιλίκων κλπ. και τότε θα μπορέσουμε με τη βοήθεια της γλωσσολογίας να ερμηνεύσουμε τη λέξη αυτή. Για την ώρα όμως δεν ξέρομε τίποτα. Είναι αλήθεια πως και στην αρχαία εποχή θέλησαν να την ετυμολογήσουν, χωρίς όμως να. καταλήξουν σε κανένα θετικό αποτέλεσμα. Ο ιστορικός Έφορος 16 ετυμολογούσε το όνομα αυτό από το μὴ ὁρᾶν. Άλλοι όμως από τους αρχαίους πίστευαν πως ο ποιητής πήρε το όνομα αυτό σαν παρατσούκλι, επειδή δόθηκε για όμηρος (“ἔτι νήπιος ὢν Ὅμηρος ἔφη καὶ αὐτὸς βούλεσθαι ὁμηρεῖν”) (Ψ/ Πλουτάρχ. βίος Ομήρου (Β) 2). Άλλη παράδοση πάλι λέει πως “φασί τινες αὐτὸν ὀνομασθῆναι Ὅμηρον διὰ τὸ τὸν πατέρα αὐτοῦ ὅμηρον δοθῆναι ὑπὸ Κυπρίων Πέρσαις” (Περί Ομήρου και Ησιόδου και του γένους και αγώνος αυτών). Τέτοιες ανόητες ετυμολογίες επινόησαν και μερικοί νεώτεροι ιστορικοί και φιλόλογοι. Ο J. B. Vico δέχθηκε πως ο Όμηρος έγινε από το ὁμοῦ-εὕρω, ο R. Knight από το ὁμαείρω. Ο Welcker από το ὁμοῦ-ἄρειν (συναρμολογητής μικρών ασμάτων). Και άλλοι από το ὁμοῦ και ἀραρίσκω. Το ξανατονίζομε πως όλα αυτά είναι ανόητα κατασκευάσματα. Το Όμηρος δεν είναι ελληνική λέξη. Πιθανόν το οικογενειακό του όνομα να μην ήταν αυτό και να είναι παρατσούκλι. Ό,τι κι' αν πούμε θα πέσουμε έξω, γιατί χωρούν πολλές εικασίες, όπως θα ιδούμε και παρακάτω. 
 
 

 Η πατρίδα του Ομήρου είναι άγνωστη.

Αν όμως δεν ξέρομε τί λέξη είναι το όνομα Όμηρος και τί σημαίνει το όνομα αυτό, ξέρομε ωστόσο πώς τα δυο μεγάλα έπη γράφηκαν στο Αιγαίο ή πιο σωστά στα παράλια της Μικρασίας. Μπορεί βέβαια το αρχικό τους κείμενο σε πολλά σημεία να μην ήταν τέτοιο πού “συμπληρώθηκε” πιο υστέρα στας Αθήνας και αλλού. Ο πρώτος τους όμως πυρήνας σε κάποιες πόλεις, εκεί κοντά στη Σμύρνη ή στη Μίλητο ή στην Έφεσο ή στη Χίο γράφηκε. Να προσδιορίσουμε ακριβώς τα μέρος αυτό είναι όχι δύσκολο, μα αδύνατο. Εκείνο που μπορούμε να υποθέσουμε με κάποια βεβαιότητα είναι πώς το μέρος αυτό πρέπει να ήταν τόπος πού κατοικούντανε από Αιολείς και όχι από Ίωνες. Κι' αυτό γιατί ο Τρωϊκός “πόλεμος” και οι περιπέτειες του Οδυσσέα πού περιγράφονται στα δύο έπη ανήκουν στην ιστορία των Αχαιών, που κατά τη γνώμη μας δεν είναι της ίδιας φυλετικής καταγωγής με τους Ίωνες. Αν αργότερα συγχωνεύθη-. καν οι Αχαιοί, οι Ίωνες και οι Δωριείς, είναι άλλο ζήτημα πού δεν έχει τη θέση του εδώ να το εξετάσουμε 17. Εξ άλλου δεν έχει σημασία για τα ζητήματα που εξετάζονται εδώ να εξηγηθή και αναλυθή ο πιθανός τρόπος που κατά τη γνώμη μας συγχωνεύθηκαν τα προελληνικά φύλα με τους Δωριείς και πως έγινεν η γλωσσική τους αφομοίωση 18 με επικράτηση της δωρικής (ελληνικής) γλώσσας. Σημασία για το θέμα που εξετάζομε έχει—και μεγάλη μάλιστα— ο ιστορικός πυρήνας που υπάρχει μέσα στα μεγάλα αυτά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.


 
 [<< Μέρος 1] Άρθρα-Μελέτες] Μέρος 3 >>]

 
 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


 14) Στο άρθρο: Όμηρος (Μ.Ε.Ε. τόμ. 18) ο καθηγητής Καλλιτσουνάκις σημειώνει σχεδόν όλη τη σχετική βιβλιογραφία και δίνει και μια μικρή περίληψη από τις γνώμες και κριτικές παρατηρήσεις των σπουδαιοτέρων ομηριστών. Σημειώνω μόνο πως εξόν από τους Γερμανούς που αναφέραμε παραπάνω και από τους Welcker, Schomann, Lerhs, Αύγ. Fick, Blass, και άλλοι καταπιάστηκαν με τη μελέτη του ομηρικού ζητήματος. Επίσης και στη Γαλλία και στην Ιταλία και στην Αγγλία έγιναν σπουδαίες εργασίες, που δεν με παίρνει ο χώρος να τις αναφέρω εδώ, γιατί δεν γράφω την ιστορία του ομηρικού ζητήματος.

 15) Δαίρπφελδ: Ομηρικαί μελέται (Ελ. μετάφ. Μπάρτ, στην “Καθημερινή” 20 και 27 Μάρτη 1939).
 
 16) Ο Έφορος έγραψε πολλά, μα δυστυχώς χάθηκε η ιστορία του (βλ. απόσπασμα στα FHG, Α, 234—277 και IV, 641—642).

 17) Το ζήτημα αυτό θα το αναλύσουμε (με βάση τις αρχαίες πηγές και τα νεώτερα αρχαιολογικά ευρήματα) στον α' τόμο της μεγάλης εργασίας μας: Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος. Εκεί θα εξηγήσουμε γιατί η θεωρία του Κούρτιου, πως οι Ίωνες ήλθαν από την Ασία, είναι στη βάση της σωστή και ακόμα πως οι Αχαιοί (άρα και οι Αιολείς) δεν ήταν της ίδιας φυλετικής καταγωγής με τους Δωριείς και ούτε ήλθαν από τη Β. Βαλκανική μα από τα παράλια του Ευξείνου Πόντου (Καύκασο). Σύμφωνα λοιπόν με όσα θα αναπτύξουμε εκεί οι Αχαιοί και Ίωνες είναι προελλαδικά φύλα. Τώρα τελευταία και ο Δαίρπφελδ καταπιάσθηκε ξανά με τη θεωρία του Κούρτιου για την προέλευση των Ιώνων και δημοσίευσε αξιόλογη μελέτη (βλ. την εργασία του Η παλαιοτάτη Ολυμπία στα γερμανικά, 1938. Από την εργασία του αυτή δημοσιεύθηκε στην “Καθημερινή” (φύλλα 24 8/βρη, 31 8/βρη, 7 Ν/βρη 14 Ν/βρη, 21 Ν/βρη, 28 Ν/βρη, 5 Ν/βρη και 12 Δ/βρη 1938) κατά μετάφραση του Μπάρτ, το σπουδαιότερό της μέρος.

18) Το πώς έγινε η γλωσσική αφομοίωση και γιατί η βάση της νέας γλώσσας που δημιουργήθηκε από το ανακάτωμα της δωρικής (=ελληνικής) γλώσσας και της προελληνικής (=πελασγικής, αχαϊκής, ιωνικής κλπ.) ήταν κυρίως δωρική, θα εξηγηθή στο ίδιο μέρος της ιστορίας μου.


Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/
Απρίλιος 2001