Γιάννης Σκαρίμπας

καϋμοί στο γρυπονήσι


Τράτα Κουλουριώτικη - Στις Πετροκολώνες στο λιμάνι - Ο Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης - Ο διάβολος στην Κάβιανη - Σκλάβος στη Χαλκίδα - Στον πάνω μαχαλά στα Μαρουχλέικα - Πάπια του γιαλού - Ούλοι μαζί κι ο έρωτας - Μιά μάχη που δεν πάρθηκε - Ο Βοϊδάγγελος - Ο Καπετάν Γκρης

ΤΡΑΤΑ ΚΟΥΛΟΥΡΙΩΤΙΚΗ

Πάντα πικραμένος συλλογιόταν στο κατώφλι και πάντ' αποσταμένος ο δόλιος: Σκυλοζωή η μαγκούφα.

Δούλευε μεροδούλι στην τράτα· μεροδούλι λέει; μερτικό κι αν σ' αρέσει. Και νάναι σαν ψες, σαν πάσα μέρα. Κάθε πέρσι και καλύτερα. Εφτά καλάδες απ' τη νύχτα, τριάντα δυό οκάδες μαρίδα κι άλλες εξήμισυ καθαρά, αυτά ούλα-ούλα. Αναψαριά και των γονέων· ενιά νομάτοι αυτοί ένα μερτικό, κ' ένα ο καπετάνιος με την τράτα, μιάμισυ οκά μαρίδα ο πάσα ένας κι όξω από την πόρτα.

Άντε τώρα βρες να την πουλήσεις· πέντ' εξ δραμές η οκά κι ο κόσμος ούλος· πέντ' εξ δραμές και μιά τηγανιά για το κονάκι· ούτε τον καπνό και το καρβέλι.

Άντε ζήσε. Δουλεύεις τα παραγάδια σου, τα ίδια· ούτε το δόλωμα δε βγαίνει. Ρίχτα ούλη νύχτα κι άμε μπονώρα να τα σηκώσεις για να πάρεις τα σχαρίκια· ούλο χάνοι και σαλιάρες· πού και πού κάνα καθερό κάνα λιθρίνι.

Θες και δυο οκάδες καλαμάρι να δολώσεις τρακόσα αγκίστρια· και πού να τάβρεις· πάς στην τράτα περικαλώντας. Χασομεράς μισή μέρα στους γιαλούς· αν βγάλουνε κανένα κι αν στο δώσουν. Τα καπαρώνουν γλέπεις οι δασκάλοι για ελόγου τους· προ πάντων κείνος ο κυρ-Βίκος, ο ληξίαρχος, που ξεκαλοκαιρεύει φαμελικώς του στην Αλέτρια. Τρελλαίνεται λέει για δαύτα· σου λέει αν θες και πώς γίνονται. Θες τηγανιτά, θες με σπανάκι, θες πιλάφι· όπως θες, όπως η ψυχούλα σου αγαπάει. Μηδά κοιτάει κανείς τη φτώχεια σου· ας είν' καλά ο καπτ' Αλέκος ο πλεονέχτης· προτιμάει να τα δίνει στους δασκάλους για τη γούλη, πέρι σ' εμένα για δουλειά, για το ψωμάκι.

Ας είν' καλά πόχει την τράτα μου και τη χαίρεται· και τί τράτα! Κουλουριώτικη! Αχ! τέτοιο σκαρί, τέτοια τράτα...

Σα νάχει τη γυναίκα σου στην αγκαλιά του άλλος...

 

*

*  *

 

Βαθιά πικραμένος τα σκεφτόταν.

Είχε και δίκιο ο δόλιος.

Φουκαράς, φτωχαδάκι, τον είχε παρ' η κάτω βόλτα.

Ψαράς, χταποδάς και τρατάρης, κι αργάτης ακόμα κι οξωμάχος· όπως λάχαινε, όπως ερχόταν.

Κυνηγός του καρβελιού και του μπακέτου, όπου νάταν βρισκούμενο, στο γιαλό, στη στεριά, ή του πελάου. Χρόνια 'χε να κοιμηθεί με 'κοσπεντάρικο στην τσέπη.

Με μιά σαπόβαρκα παιδεύονταν για το ψωμί, για το καρβέλι. Δύσκολο πράμα όμως. Το χειμώνα λιοτρουβιάρης ούλη νύχτα και τη μέρα δούλευε το παραγάδι· και σαν έπιανε ο Απρίλης, ξανά πάλε στην τράτα. Στην ίδια κείνη πούταν αυτός αφεντικό και καπτάνιος της, πούταν αυτός ψυχή και καύχημα της και που τώρα τού τη χαίρονταν ο οχτρός του.

Πεντάμορφη σκλάβα χριστιανή αυτή, σ' αφέντη Τούρκο. Σκλάβος κι αυτός ο έρμος... αδερφός της.

Άχ! τύχη κακιά, μαγκούφα... Σβάρνα τον είχαν πάρει η φτώχεια και τα χρόνια... Άσπρισαν τα μαλλιά του και καμπούριασε... Να του σβαρνάν αρχίσαν και τα πόδια.

Πικρά τα συλλογιόταν ούλα.

Τον κατάλυσαν τα βάσανα και το μεράκι.

Κακομοίρη, ταπεινό τον είχε κάμει η φτώχεια. Ψωμί και δάχτυλο κι αυτός κ' η δόλια η γριά του.

 

*

*  *

Μ' όλα ταύτα δεν ήταν έτσι.

Όταν παντρεύτηκε, δω και εικοσιπέντε χρόνια, –σαν ψες το θυμόταν– ήταν ούλος λεβεντιά και ούλος νιάτα· είχε τη μέση δαχτυλίδι και την πορπατησιά περήφανη και κορδωμένη. Πολύτιμη αντίκα –κειμήλιο του μακαρίτη του πατέρα του– άστραφτε στο μικρό δαχτυλάκι τού ζερβού χεριού του, κι ολόχρυσο ρολόι δούλευε πάντα στο τσεπάκι του γελέκου του. Μίλαγαν τα κοστούμια του και οι μπότες του έτριζαν πάντα.

Τέτοιον, γιομάτον λεβεντιά κι αρχοντικό αέρα, τον δέχτηκε γαμπρό στο πλάι της –κούκλα κι αυτή και καλομοίρα– η Βιελέττα, η γυναικούλα του.

Νά εκεί μέσα –στην κρεβατοκάμαρη– πάνω απ' το κρεβάτι τους, μέσ' σε κάρυνη κορνίζα, ήταν το κάδρο του. Δέκα μερών γαμπρός με την κυρά του.

Άχ, τί χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα. Τί σαρανταφτερουγούσα ήταν κ' η τράτα του –καύχημα των γιαλών και του κυμάτου...

Πόσες φορές τώρα βουβός αψήλωνε πάνω στο κάδρο τη ματιά του.

Ένα τραπεζάκι με γλάστρα ήταν στο πλάι κι αυτός στο κάθισμα, με ρούχα γαμπριάτικα και με έως τα γόνατα λαδιές μπότες τριζάτες απ' την πόλη.

Άστραφτε η νιόφορη βέρα στο χέρι του –από εγγλέζικη λίρα– και τα χρυσά μπιχλιμπίδια της καδένας στο γελέκο του.

Όμοια κι αυτή, η Βιελέττα του, ολάσπρη και πασίχαρη, στέκονταν στο πλάι του· γοργόνα. Το χέρι της, ακουμπισμένο πα στον ώμο του, τού φαίνονταν πως ακόμα το αιστάνονταν κει πάνω.

Άχ ! τί χρόνια χρυσά κ' ευτυχισμένα !

Μοσκοβόλαε το σπιτάκι τους απ' το μαγέρεμα κι άστραφταν τα μάτια της Βιελέττας του σαν απόμεναν οι δυό τους. Φίλοι, μουσαφιραίοι ποτές δεν του απόλειπαν, πότε ο κουνιάδος του, πότε ο πεθερός του, πότε τα ξαδέρφια. Καλόκαρδη και προκομένη τούς έφερνε όλους βόλτα η Βιελέττα του. Καμάρωνε και δαύτος μέσα του, φούσκωνε η καρδιά του από έρωτα. Μαγνήτη είχ' η ματιά της και τον έλκυζε, μαγνήτη είχε το σπίτι και τον ετράβα.

Άχ! πούναι κείνα τα χρόνια τα χρυσά, τα βλογημένα. Είχε και τη Φλώρα του, την τράτα, που την πούλησε για τον ανεπρόκοφτον υγιό του. Τώρα την είχε ο οχτρός του και την χαίρονταν.

Άχ! τί τράτα ήταν εκείνη, τί θαλασσοπούλα γλυκοθώρητη, τί δωδεκαποδαρούσα των γιαλώνε;... Σκαρί κουλουριώτικο ήταν η Φλώρα του, μπακίρι μοναχό 'ταν το καρφί της.

Ο Μεγαλέξαντρος ο Μακεδόνας ήταν στην πλώρη της σκαλιστός, με το χρυσό κοντάρι του στη χέρα.

Σπαθάτη ήταν μπρος-πίσω· σπαθάτη, γοργοτάξιδη, σαΐτα. Ομόρφαιν' ο γιαλός από τα νιάτα της, μάγια 'χαν τ' άρματά της και τα δίχτυα.

Άχ, ανταγιάντιστος καϋμός τούχε μείνει η Φλώρα του. Μ' οχτώ νομάτους κι αυτός ενιά κι άστα να πάνε... «να γλέπ' ο γιαλός να χαίρεται, να γλέπ' η στεριά να χαιρετάει...». Φτερό κουπί, λεπίδι η πλώρη της· άχ! τύχη μαγκούφα... τί να σου πρωτοθυμηθεί και τί να πρωτοκλάψει.

Κι αυτός ολόρθος πα στην πρύμη της, με τα βρακιά ανασκουμπωμένα και περαστό το διάκι μες στα σκέλια του, να δίνει τις διαταγές του στους σγαρίλιους.

— Μόλα, μόλα, καλό παιδί, μόλα σκοινί και δόστου νάχει.

Κι όταν πάσα βραδάκι –το λιοβασίλεμα– με τη γλυκιά ανάμνηση της Βιελέττας στην καρδιά του, με τη νοστιμάδα των φιλιών της μες στις φλέβες του, έμπαινε στ' απάνεμο λιμανάκι της Αλέτριας, πόσο προαπολαυστικά ατένιζε το ντερσέκι και τα κεραμίδια του σπιτιού του και πόσο γαργαλιστικά του ερέθιζε τους πόθους της καρδιάς του αυτό το οκνό τραγουδάκι των τρατάρηδων:

 

Έγια μόλα
έγια λέσα
άϊντε όλοι
όλοι μαζί...

 

*

*  *

 

Μα τον είχε πάρει η κάτω βόλτα.

Πούλησε και την τράτα του –τί τράτα– κι από κοντά και τα δίχτυα· πούλησε και τ' ολόχρυσο ρολόι κ' έλειωσαν κ' οι φορεσιές του οι έρμες. Δεν ξαναφόρεσε πλιο παραγγελιά παπούτσια, έτσι σαν πρώτα από τελατίνι χρωματιστά, με μύτες, παρά έτοιμα παλιοβακέτα, γόβες πούπλεαν τα καψαρά τα πόδια του μέσα· παν και τα μεταξωτά ζωνάρια του και κείνα, έλειωσε και το κορμάκι του το δόλιο. Μόνο –το κειμήλιο του πατέρα του– η αντίκα τούχε απομείνει απ' την παλιά αρχοντιά του, μα και δαύτη βολεμένη στου σεντουκιού τα κατάβαθα· ντρέπουνταν ο έρμος να την βάλει.

Ας ήταν καλά ο Παμίνος ο υγιός του. Αυτός ο χασομέρης, ο κιαρατάς, ο τζερεμές. Αυτός τον είχε βουλιάξει τον κουρούνη.

Από γρουσουζιά σε γρουσουζιά τον είχε καταντήσει πένη· απ' αυτόνε πούλησε την τράτα (και τί τράτα!) για δαύτον πάει στράφι και το βιό του. Αυτός εστάθη η νίλα του.

Τρίω μηνών στρατιώτης έκαμε το πρώτο του θάμα· πάνω στη θεωρία σκάει δυό φούσκους στα μούτρα του λοχαγού του, γιατί λέει τον έβαλε μιά αγγαρεία στο καζάνι.

Άχ, τύχη μαγκούφα· τρέξε στις Αθήνες, σε υπουργούς, σε βουλευτάδες· για μουσκέτο τον είχαν, αν δεν πρόφτανε· εξ μήνες τον εδίκασε το Στρατοδικείο. Μα τί φελούσε· τότε αποθήκεψε τη Φλώρα του· ας είναι, πέρασε και κείνο.

Ήρτε –που να μην έσωνε– στην Αλέτρια, άλλο θάμα!

Κλέβει ο Πριόβολος τη θυγατέρα του παπά, πάει κι αυτός μαζί του παλληκαράς κι αντάρτης.

Τρεις μήνες φυγόδικος στα όρη, είδε κ' έπαθε να τον γλυτώσει· αθωώθηκε, μα τί το θέλεις· πάει η τράτα του άψαλτη· του την ψωμόφαγαν τα όρνια οι δικαστές κ' οι χωροφύλακοι, τα χαρτιά και το μελάνι.

Κι από κοντά τα ίδια. Τ' είχες Γιάννη, τ' είχα πάντα.

Όπου ντουφεκιές κι αντάρα, όπου καυγάς, όπου μεθύσι, πάντα μπροστά, πρώτος και καλύτερος ο γιος τού Καπταθάνου, ο Παμίνος· του χωριού φόβος και τρόμος είχε γίνει.

Άχ, έρχονται κ' οι εκλογές για βουλευτάδες, άλλο θάμα!

Κάνει μιά ρεμούλα με δυό-τρεις άλλους –όμοιους του– αναποδογυρίζει τις κάλπες των αντίθετων, χύνει τα σφαιρίδια στο σοκάκι... Ο άτιμος ! Μπαΐλντισε ο δόλιος ο πατέρας του· βαρυγκόμισ' η ψυχούλα του· χαΐρ' ο κιαρατάς ας μην έγλεπε· στάχτη και κουρνιαχτός να τούχε γίνει... ας τον έκοβαν... Για μουσκέτο ας τον πααίναν...

Μα για χατήρι της Βιελέττας της μάνας του τί νάκανε; πάει και το ρολόι, πάνε και τα δίχτυα.

Ξανά τρέξε στην Αθήνα και στην πόλη, φίλησε ποδιές κατουρημένες.

 

*

*  *

 

Τώρα εκεί 'ταν π' ανάθεμα τον.

Νύχτα 'μπαινε στο σπίτι και νύχτα 'φευγε· κι άλλοτε τους 'ρχόταν τα χαράματα και κοιμόταν ούλη μέρα.

Ξεπορτίζοντας πέταγε κάπου-κάπου κάνα διπλό στη μάνα του... «Να πάρε για ταμπάκο, καφοκούτι»... της έκανε. Που στάχτη και κουρνιαχτός να τούχε γίνει του Καπταθάνου. Ούλο με μιά κουμπούρα διμούτσουνη είχε πάντα να κάμει και με μιά κάμα δίκοπη και κείνη· ξυπνός τα είχε πάντα στο ζωνάρι του, πεσμένος στο προσκέφαλο. Είχε και κείνο το μεράκι, τη σαρμόνικα, άλλος –ετούτη– μπελιάς απ' το Μαυρόπουλο, άλλου είδους ταραχή ετούτη πάλι! Μπελιάς των μεσημεριών και των μεσάνυχτων, μπελιάς των ποντικώνε και του κόσμου. Την είχε σπουδάσει στη φυλακή, στα Παραπήγματα –μπρε φυλακή να σου πετύχει!– 'Ρχόντας απ' την Αθήνα την κουβάλησε μαζί του στο χωριό, αυτή και την κουμπούρα τη διμούτσουνη· ολοημερίς αντήχαε το καψοκόνακο απ' τους στριγγλιάρικους ήχους της· τα κεραμίδια πάγαιναν να σπάσουν. Εκεί να σ' έχω ν' ακούς και να θαμάζεις· τί θες, τί αποθυμάει η ψυχούλα σου ν' ακούσεις· ούλους τους χαβάδες και τα νούμερα. Θες χασάπικα, θες ζεϊμπέκικα, θες χασικλίδικα, θες αμανέδες.

Το νου τούς είχε ασηκώσει του καψο-Θάνου και της μανούλας του· μήτε να συλλοϊστοϋν μήτε να μιλήσουν δύνονταν οι δόλιοι. Το ίδιο και τις νύχτες· τούτος και κάνα δυό άλλοι όμοιοι του και προκομένοι· ούλο το χωριό κ' οι δρόμοι, τα καλντερίμια κ' η πλατέα, αντήχαε από τους ήχους της ξεφουσάρας του. Έκαναν καντάδες και χτυπούσαν και σιδεράκια για το ίσιο· ολονυχτίς ως τα χαράματα.

Πρόγκαγαν τα πράματα στις μάντρες, ξεφάντωναν τα κότερα μες στα κοτέτσια, ούρλιαζαν οι σκύλοι· άσε τις βρισές και τα βαρυγκόμια πούτρωγαν πίσ' απ' τα παράθυρα, τα κερατηλίκια και τις κατάρες κι όχι σπάνια και καμμιά κανάτα σαπουνάδες μες στα μούτρα. Που στάχτη και κουρνιαχτός να τσ' ούχε γίνει, πόσες φορές τους 'ρχόταν μουσκεμένος...

 

*

*  *

 

Με τρόπο τον εζύγωνε καμμιά φορά ο Καπταθάνος και πάντα με το καλό και την ορμήνεια.

Σαν τον πετύχαινε στο σπίτι να λαδώνει τη διμούτσουνη ή να ξουρίζεται, του καλανάρχαε πάντα και τα ίδια.

«...Πως κάνει άσκημα να σκοτώνει τον καιρό του έτσι καλοκαθούμενος· πως έπρεπε να στρώσει ν' απαγκάει κι αυτός το καρβέλι του σπιτιού που λίμαξε για το ψωμάκι, πως αργά θα συλλοϊστεί τα λόγια του πατέρα και της μάνας του· πως γδύθηκαν κι αρρώστησαν απ' την αναφαγιά και την ξεραΐλα, πως οι φίλοι του, αυτοί οι σγαρίληδες, θα τον έπαιρναν στο φινάλε στο λαιμό τους· πως μόνο αυτόνε, τον υγιό του Καπταθάνου και της Βιελέττας, έδειχναν στο χωριό με το δάχτυλο και τον απόφευγε ο κόσμος· να πάψει πλιο να νυχτοπορπατεί και να νταΐζει· πως είχε γίνει βάσανο του κόσμου και πως έτσι θα τον ξάπλωναν καμμιά νύχτα και θα πάγαινε σαν σκυλί στον τράφο· πως αυτός κ' η καψομάνα θ' απόθαιναν από το σικλέτι το δικό του...».

Αυτός αφουγκραζόταν –ξακολουθώντας τη δουλειά του– χωρίς να βγάνει τσούτα.

Ήταν αυτό ένα καλό που είχε· σεβόταν πάντα τον πατέρα του μπροστά του.

Κι ο Καπταθάνος εξακολούθαε τα ίδια.

«...Δυό άντρες αυτοί έπρεπε να πορπατούν και να θαμάζουν. Μοναστήρι έπρεπε νάταν το σπίτι τους· κερα- καπτάνισσα έπρεπε να λέγαν τη μάνα του την καψαρή, που την κατάλυσαν τα βάσανα κ' οι φτώχειες. Καπτάνιος ήταν αυτός κ' έγινε τρατάρης για ελόγου του· άλλος έχει την τράτα (και τί τράτα!), τη Φλώρα τους, και χαίρεται τα κάλλη της και τ' αγαθά της· άχ, αυτό το σαράκι θα τον έτρωγε. Άχ τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».

Έτσι σιγά σιγά κι αθέλητα έφερνε την κουβέντα πάντα στα ίδια και στα ίδια.

«...Τί κάθεσαι μωρέ κι ολονυχτάς στα σοκάκια με μιά ξεφουσάρα φυσαρμόνικα; οι καλές κοπέλλες δεν ξιππάζουνται από κουμπούρες και ρεμπέτες· ούλου του κόσμου τα παιδαρέλια ξεπετάχτηκαν παλληκαράκια σεμνά και φρόνιμα κι ούλο τις καλύτερες κοπέλλες καπαρώνουν και παντρεύονται· πούσαι συ μωρέ κ' η προκοπή σου; ποιός γυρίζει να κοιτάξει το κονάκι μας; ε;

» Αν ήθε είχες συ προκοπή και χαΐρι, θάχα κ' εγώ άλλον αέρα στον κόσμο τούτο. Θάμουν κ' εγώ ο έρμος πάλι καπετάνιος· την καλύτερη νύφη θάχαμε σπίτι μας και την πρώτη τράτα στο λιμάνι· ναί, μωρέ Τούρκο, νύφη αρχόντισσα και τράτα κουλουριώτικη...

» Αχ, τί κακό που μούχεις καμωμένο· κρίμα στα νιάτα σου και στη λεβεντιά σου... κρίμα στην εξυπνάδα σου...

» Ο γιος της Σουράβλως με τ' όνομα, παντρολογιέται με τιμή και με δόξα· ποιός; αυτό το θρασίμι.

» Έκαμε προκοπή όμως κ' έλαβ' αξία· παν κ' έρχονται οι συμπεθεριές στης θειάς Σουράβλως· τώρα λεν και για τη θυγατέρα του Τουρκόγιαννου· τόχει πάρει κι αυτός απάνω του και μετράει και λογαριάζει· θα πάρει τράτα λέει τρικούβερτη. Σα γίνει στην Τουρκογιαννοπούλα και βέβαια θα την πάρει· ας είν' καλά η προίκα.

» Άντε τότε να πάμε κ' οι δυό μας να τραβήξουμε τον κρόκο στην τράτα του, για μιά κουραμάνα πάσα μέρα και μιά τσανάκα μπάσταρδα βραστόψαρα...».

Μόνο σαν έφτανε στο σημείο τούτο της γκρίνιας του ο Καπταθάνος αντίκρυζε πάντα το βλοσυρό βλέμμα του γιου του κι άκουγε και τη φωνή του :

«...Ξέρεις καλά πως η Σταυρούλα του Τουρκόγιαννου δεν τόνε θέλει μήτε να τον ιδεί μήτε να τον ακούσει. Τότε γιατί κάθεσαι και χολοσκάς καλά καθώντας; ...».

Και χαμηλώνοντας απότομα τη φωνή του –πούπαιρνε έτσι μιά συρτή βραχνάδα– εξακολούθαε σφίγγοντας τα δόντια του και το κοντάκι της διμούτσουνης:

«... Καλά θα κάνει το τσογλάνι να μην πολυμελετάει τη θυγατέρα του Τουρκόγιαννη. Ποιόνε θα πάρει αυτή, θα το ιδεί κι αυτός κι ο κόσμος ούλος...».

Τότε ο Καπταθάνος σώπαινε· η γλώσσα του έπαυε να λαλεί και να λέει· κοίταε μόνο σιωπηλός, χλιβερός και βαθυστόχαστος. Μέσα του όμως ένας νοερός λογοχείμαρρος –τρυφερός τούτος, στοργικός, γλυκοείπωτος– του ρέθιζε ηδονικά το νευρικό του σύστημα, το αποσκληρωμένο, το χοντρό, το δυσερέθιστο.

Δεν ένιωθε καλά τ' ήταν εκείνο που τον έπνιγε. Μόνο τουρχόταν, έτσι, μιά διάθεση, σα νάθελε ν' αρπάξει τον γιο του, να τον σφίξει στην αγκαλιά του, να τον φιλήσει· δεν τόκανε ποτές του όμως· συγκρατιόνταν κ' έφευγε· έφευγε σκυφτός, βαριός, μερακωμένος· όξω στο δρόμο έπαιρνε το μονοπάτι· ήταν ένας δρομάκος φιδωτός, αλαφροπατημένος, δυσδιάκριτος, που φιδοσέρνονταν σύρριζα από κάτι μάντρες και από φράχτες.

Πήγαινε κατ' ευθείαν ήξερε πού πήγαινε· ήταν βέβαιος. Βάδιζε αργά, σκεφτικά, ίσα για του Χιώτη την ταβέρνα. Εκεί χωνότουν μέσα γοργά και κάθουνταν σε μιά απ' τις πάντα μισοσκότεινες άκρες της· ανάπνεε λαίμαργα τη βαριά της ατμόσφαιρα που πεντεβόλαε απ' την ξυνίλα του κρασιού και της μάκας.

Κι άρχιζε να πίνει με δίψα· έπινε όσα λεφτά είχε, έπινε βερεσέ, έπινε και τα βιδάνια.

Κι όταν –τα γλυκά σουρουπώματα– όλα γινόσαν ωραία, χαρωπά και χαρισάμενα, ασηκωνότουν κι αυτός για το κονάκι.

Μιαν αγάπη βαθιά, πλατιά, απέραντη ήταν κείνη που ένιωθε στα στήθια του για ούλα τα πράματα, για τους ανθρώπους, για τα δέντρα, για τις πέτρες...

Τράβαγε στρεκλώντας, μονολογώντας (κι όπα!) στέκονταν. Μονολογούσε αγάλι, στοχαστικά μπερδεμένα.

Πασίχαρη, γαλιάντρα η γλώσσα του, άλεθε λόγια πολλά και τα στερνά λόγια τού γιου του τού Παμίνου.

Αυτά πάντ' ανάδευαν μέσα του, πάντα δούλευαν σα σφύρες κάτου απ' τους διαλογισμούς του και τις έγνοιες, πίσω απ' τις ολπίδες του μυαλού του... Πλατιά χαρά ένιωθε μέσα του.

«... ποιός θα πάρει τη Σταυρούλα, θα το μάθει κι αυτός κι ο κόσμος ούλος...».

«... Κι ο κόσμος ούλος!...» έκανε έπειτα φωναχτά και προχωρούσε... Θεέ μου πώς πορπάταε· αλλού πάταγε, αλλού βρισκόταν. Μονολογούσε, χειρονόμαε.

Αντίκρυα στο λιμάνι –εκεί– στέκονταν.

Ήταν εκεί πάντα η Φλώρα του, η τράτα (και τί τράτα!), σκλάβα παντοτινή και αλυσοδεμένη, του οχτρού του.

Και δαύτος, τη φερμάριζε... Στήλωνε τα πόδια του στα βότσαλα και τη θολή ματιά του πάνωθέ της.

«... Τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».

Φούσκωνε η καρδιά του η απλή, η γενναία.

Την θωρούσε καταμπρός του και της έλεγε, της μιλούσε γλυκά, παθητικά, μπερδεμένα.

Πότε φωναχτά, πότε τραυλά, πότ' απ' αγάλι, τη προσφωνούσε με λόγια, με χειρονομίες, με νοήματα. Πατούσε ένα βήμα ομπρός του, ένα πίσω του.

Έκανε λες και την ορμήνευε κι άλλοτε λες την απειλούσε...

Κ' ενώ αυτή τον θώραε περίσκεφτη με τα γλαρά της τα όκια λυπημένα, αυτός, τα ίδια και τα ίδια της τσαμπούναε:

«... Άχ, τέτοιο σκαρί... τέτοια τράτα...».

 

 

 

ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΟΚΟΛΩΝΕΣ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ

Κοιμότουν κι ονειρεύουνταν.

Πουλάκι περιπαθητικό η ψυχούλα του φλετούραε καταμπροστά στα χαμηλά παρεθυράκια της Τρισεύγενης.

Σαν νάταν κει τάβλεπε αντικρυά του, τα ίδια κι απαράλλαχτα, κατά πώς ήταν και βρισκόντουσαν, αδεκεί στην άκρια στο γιαλό, στο περιγιάλι.

Μιά ζουγραφιά, ένα κάδρο, ήταν πάντα στο νου του η σιλουέττα του μικρού σπιτιού της και ο δρομάκος της.

Μαλλούσα, μαυρομάτα, βεργολυγερή, ήταν και η Τρισεύγενη – πορτραίτο ζωντανό μες στην ψυχή του.

Μήνα 'χε που τη γνώρισε –στα έμπα τ' Απρίλη μήνα την πρωτόειδε– μα χρόνια πολλά είχε γεράσει ο έρμος, εξαιτίας της.

Που νάταν η ώρα μαύρη που την άντεσε, που νάταν η μέρα σκοτεινή και κρύα.

Έτσ' έλεγε, πίνοντας το γλυκύ φαρμάκι που τον πότιζε... Όχι, νάταν χρυσή κ' ευλογημένη το ξανασυλλοΐζονταν σαν που του χαμογελούσε την έθώρα.

Όμως δεν τον απάταε η ιδέα του. Αισθάνονταν καλά –το μάντευε– πως η Τρισεύγενη δεν ήταν και στην ψυχή, κατά πως ήταν άγγελος στην όψη.

Είχε μιά διαβολιά, μιά τσαχπινιά ανεπάντεχη. Είχε 'ναν διάολο πεντάμορφο στα εντός της. Περίεργο πράμα νάχει καεί και η φωτιά να τον τραβάει...

Μιά τού χαμογελούσε και τού έγνεφε, και μιά τούκλεινε κατάμουτρα το τζάμι. Μιά στο σφυρί και μιά στο πέταλο. Φωτιά τον τάιζε, κρύο νεράκι τον πότιζε κατόπι. Άχ, αψηλοί καϋμοί και ιντέρτια ! Να σε κάψω Γιάννη, να σ' αλείψω μέλι...

Μα το ζήτημα ήταν αυτό: Τον αγάπαε η Τρισεύγενη; Τον πόναε καμμιά σταλίτσα, η καρδιά τση;

Πάνω σ' αυτό το μυαλό του Καπτα-Γιάννη του Μελετογιάννη, του σταμάταε. Ήταν αδύνατο να ξέρει.

Μάλλον πως ναί, τούγνεφε μιά η ιδέα του. Μάλλον πως όχι του ξανάλεγε κατόπι.

Ναι ή όχι; Όχι ή ναι; Να το μυστήριο !

Και σαν αργονέρι αναβρικό, χύνονταν η πικράδα στην καρδιά του. Και τάβανε τότε με την τύχη του, μάλωνε με τον εαυτό του. Κι απ' την ψιλή κρισάρα τα πέρναε ούλα η σκέψη του, απ' την ψιλή τη σίτα.

Εσκέβονταν βαθιά, έκρινε μονάχος του τα πράματα, μίλαε με τον εαυτό του. «Άχ, ναι. Πυρ, γυνή και θάλασσα, το ξέρω. Τρία κακά μεγάλα· μα όχι η φωτιά, μάηδε η θάλασσα, όσο μόνο η γυναίκα».

Αυτός και με τα δυό επάλεψε και με τα δυό είχεν έβγει παλληκάρι...

Με τούτη εδώ τη θάλασσα πούχε να κάμει, ποτές του δεν εκιότεψε. Ίσα-ίσα την είχε για παιχνίδι. Δε την φοβήθηκε ποτές. Δεν ίδρωσε τ' αφτάκι του. Στη Μαύρη θάλασσα ναυάγησε· στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά ήρθε τούμπα· μ' ούλα τα μπουγάζα και τα πέλαγα είχε διαφορές και μάγκανα. Με τον κάβο-Μαλιά εγκρίνιαζε και με τον κάβο-Ντόρο πάσα τόσο· και με τον κάβο-Ματαπά τάχε ειπωμένα τα λογάκια του, και με τον άλλο, τον ερίφη τον κάβο-Πάπα τάχε –που λες– χοντρύνει. Ψες προψές ακόμα, μ' αυτουνού του σερέτη του τρικέρατου τα κύματα, επάλαιψ' ούλη νύχτα ως τις αυγούλες. Στήθο με στήθο, φωτιά στη φωτιά, μπαρούτι στο μπαρούτι. Εκεί να σ' έχω να ιδείς πόλεμο κι αντάρα. Με μια φελούκα, μια σπασόβαρκα, και νάνε ατός του κι απατός του. Με τόνα χέρι στο διάκι και τη σκότα 'πό τα δόντια. Δίχως μούδα. Πού μούδες και πράσιν' άλογα, πού καιρός να παίξεις τις αμάδες. Και τις αυγές σαν καβατζάρησε, νά και πέντε φάσκελα στου κερατά τα μούτρα.

Ρεζίλι στον κατάντησε.

Τη θάλασσα –που λες– αυτός δεν την εσκιάχτηκε. Μάστορης ήταν και κουρσάρος της, αψύς νταής και νταβατζής της. Σωταλαπρίμα δαύτος πάγαινε, σωταλαπρίμα της, ερχότουν. Εκείνος όμως που την έκρινε μαζί με τη γυναίκα, δεν θάξερ' από θάλασσα. Ατζαμής θα νάταν...

Πρέπει να φας θεριό για να θεριέψεις. Πρέπει να τόχει η κούτρα σου να κατεβάζεις ψείρες. Αμ δα;

Ο Καπτα-Γιάννης ο Μελετογιάννης, νόμισε πως τώρα ήμπαινε στο νόημα, τώρα πως φωτιζόταν.

Αυτό ήταν το λοιπόν.

Ο κάθε ένας με τη μαστοριά του. Μάστορας αυτός της θάλασσας μα όχι και των γυναικώνε. Των γυναικώνε; Θεός φυλάξει. Δεν είν' μαλλιά τα γένεια. Τί σχέση έχει ο πάσα γαρμπής κ' οι αγέρηδες με τη γυναίκα — το δαιμόνι; Ο φάντες με το ρετσινόλαδο; Ο παπάς με το λοχία; ορίστε;

Και μπαίνοντας πιότερο στο νόημα, ψιλά-ψιλά, συλλογιζόταν: Τάχα πόσοι αγαπητικοί και κανακάρηδες μες στα χωριά και τα ντρεσέκια, δε θάσαν μιας καρπαζιάς κορόϊδα και σελέμια μες στη θάλασσα; Η γυναίκα θέλει μαργιολιά, θέλει –καλέ– καπατσοσύνη... Πρέπει να ξέρεις να πιάσεις με δαύτες συρμαγιά. Μωρέ νάσαι κωλοπετσωμένος, κουμουδί ψαλισμένο πρέπει νάσαι. Μηχανικός, λεχρίτης. Να τρως κουκιά και να μαρτυράς ρεβύθια. Ναί! Όχι να κοκκινίζεις, να τα χάνεις, σαν ελόγου του και μπερδεύουν σου τα λόγια...

Για δαύτο –μωρέ μα το Θεό– όπου κι αν έκρουσε, παράθυρο ή πόρτα, έφαγε τη χυλόπητα. Όπου κι αν πήγε για μαλλί ήβγε στα σβέλτα κουρεμένος.

Αλήθεια κι απαλήθεια! Άλλου είδους και τούτη ταραχή...

Πόσα φαρμάκια δεν είχε πιεί, πόσες ντροπές δεν είχε πάρει.

Άχ τύχη μαγκούφα.

Σαράντα χρόνων κόντευε, χίλιες σαράντα δυό φορές είχ' αγαπήσει...

Πάντα 'πό κούπες σού την έκανε. Ούλο κ' εξάρες τού τις φέρναν. Χαρά στην 'πεμονή του.

Ένα πράμα περίεργο,  μά το ψωμί, μά την αλήθεια:

Λες και τόχαν βάλει στοίχημα ούλες οι γυναίκες για τ' αυτόν! Λες κ' είχαν κάνει ούλες μαζί μιά συνεννόηση, λες κ' είχαν υπογράψει μιά συνθήκη. Άλλες τον καταφρόνευαν με χάχανο κι άλλες τον σκυλοβρίζαν. Άσε και τα χειρότερα. Γιατί; Μυστήριο! Μυστήριο που να μην έσωνε, που νάταν η ώρα μαύρη που εγεννήθη. Μα, ας ήξερε ένα πράμα κι ας απόθενε: Τάχα να τον αγάπησε κι αυτόν καμμιά;

Ώ! για τούτο ο Καπτα-Γιάννης ήταν βέβαιος.

Καμμιά!

Έτσι τούλεγε η ιδέα του. Έτσι του φώναζαν κ' οι πέτρες... Να κλάψει τούρχονταν, να σκάσει.

 

Και πουλάκι η σκέψη του, παθιάρικο, πέταγε στα παλιά, στα περασμένα.

Ακόμα αιστάνουνταν απάνω του το ξύλο που μονομιάς κι αμέσως έφαγε, για τη μιά, την πρώτη που ερωτεύθη. Άσκημο σεφτέ («σκατοχεριά») είχε κάμει ο κακομοίρης. Παιδί 'ταν ακόμα, πάνω στ' άνθια του, γειτόνισσά του ήταν κι αυτή, τσαγκάρη κόρη. Μάγια 'χαν τα έρμα της τα μάτια, κειά τ' αράπικα, μαγνήτη 'χε η αερική πορπατησιά της. Αίμα 'σταζε τ' αχείλι της, αίμα 'σταζε και η καρδούλα του για δαύτη.

Παίρνει κι αυτός χαρτί και καλαμάρι. Το καλαμάριν

έγραφε και το χαρτίν εμίλειε:

«Το και το, αγάπη μου, ψυχή μου. Μάτην ακαρτερώ μιά γλυκιά ματιά σου, μάτην προσμένω ένα γλυκό σου λόγο...

Σέ γλυκοτριανταφυλλοασπάζομαι, ο σος Ιωάννης Μελετογιάννης»

Ώχ! και σαν πέφτει στα νύχια του τσαγκάρη τού πατέρα της, ένα βραδάκι –το απόσπερο– το ίδιο. Πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Τον πλάκωσε «στις γρήγορες» ως που είδε τον παππού του... αρχιμαντρίτη.

Όμως καιρός δεν πολιοπέρασε. Άλλην αγάπησε πιστά και μπιστεμένα.

Μπαξές ερωτικός η καρδούλα του, άνθιζε και λουλούδιζε τον έρωτα, πενταβολούσε την αγάπη.

Μιά ράφτρα, μιά γαζόστρα, τ' ασήκωσε τώρα το νου και τούβαλε σεβντά τρανό μες στην καρδιά του.

Σα λιγνό κυπαρισσάκι 'ταν το μπόι της, όμορφη, μακροπόδαρη, καμώζα. Σειότανε και λυγιότανε στις τσάρκες της και βεργολύγαε σαν πάγαινε δουλειά της. Σειότανε και λυγιότανε και δαύτος κατά πόδι της. Κι ομπρός απ' την πόρτα της εβράδυαζε, κάτ' απ' τα παρέθυρά της ξενυχτούσε.

«Μάτην» κ' εκεί ακαρτερούσε ένα λόγο της, «μάτην» επρόσμενε μιά γλυκιά ματιά της. Ίσα-ίσα. Μιά γαβάθα νερά της λάντζας τούρθε κατακέφαλα και σύχασε.

Ησύχασε; Θεός φυλάξει. Κούφια η ώρα που τ' ακούει. Συχάζει ο πόταμος α δε σμίξει με τη θάλασσα; Πέφτει το μήλο α δε γουρμάσει;

Άλλην αγάπησε: μιά χήρα.

Μήτε να σαραντίσει δεν την άφησε. Μήτε τον άντρα της να κλάψει.

Άχ πόσ' όμορφα της πάγαιναν τα μαύρα ! Κακοπαθιότανε και μοίρονταν, έκλαιγε σα λαφίνα.

Την ψυχοπόνεσε κι αυτός από καρδούλα του. Βάλσαμο ας γίνονταν του πόνου της, παρηγοριά στη λύπη της, δροσά της.

Μυρουδάτο χαρτί –τριανταφυλλί– επήρε. Κι από τις τέσσερις τις πάντες τόκαψε. Και κάθισε και το σύνταξε το ραβασάκι.

Το καλαμάρι πάλιν έγραφε και το χαρτί πάλιν εμίλειε. Και τί δεν έγραφε! «Ας άλλαζε και τ' όνομα, ας μην την λέγαν χήρα». Σώκλεισε κ' ένα γαρούφαλο και με την πόστα τόστειλε.

Τέλος του ήρτε κ' η απάντηση : Ένας πρωτοξάδερφος της χήρας τον ξεμονάχιασε σ' ένα καλντερίμι. Αχ! τύχη μαγκούφα, άλλο ξύλο!...

*

*  *

 

Είδε κι απόειδε ο φουκαράς. Πήρε τον απέθαρρό του. Πάει ξεμπέρδεψε. Τον μάχονταν το φύλο το γυναίκειο. Τον κατάτρεχε η τύχη. Ανύπαντρος θα νάμενε. Με γαμπριάτικο στεφάνι στην κεφαλή θα τον χωμάτιζαν στο μνήμα...

Αχ, ναί, η μαύρη γης –οι σκώληκες– θα τρώγαν το κορμάκι του, την καρδιά του, μ' ούλους μαζί τους πόθους της και τάνειρά της ούλα...

Όμως τί να την κάμεις την μαγκούφα την καρδιά; Πέτρα δεν είναι, ξύλο δεν είναι. Δεν κρύβουνται τα νιάτα.

Καιρός πανιά, καιρός παιδιά, καιρός τα μαύρα μάτια. Κι αυτών των μαύρωνε ματιών, ήταν καιρός για δαύτον. Τρίζανε τα παπούτσια του. Πάνω στην αντρειά του ήταν ακόμα. Ως πέρσυ, ως προπέρσυ άξαινε, μπόι έρριχτε του ύψου. Ζούσε και βασίλευε η μάνα του... Κ' είναι παιδί κανείς, όσο του ζει η μάνα.

Φούσκωνε το λοιπόν η καρδιά του από έρωτα, κελάιδαγαν τ' αηδόνια στην ψυχή του.

Και νά, καλή του τύχη.

Εκεί, περαστικός, πριν απ' την Κάβια, όπου θα φόρτωνε, ζερβόκλινε στη Βολιβιά για 'να βραδάκι. Καρσί στο παρεθύρι της φουντάρισε, το τροχαντήρι του το «Γλάρο». Και αυγούλα-αυγούλα –Κυριακή– θα καβαντζάριζε σοφράνο για την Κάβια. Αυγούλα-αυγούλα!... Κυριακή!... Μα και την άλλη Κυριακή και την παράλλη, εκεί τον βρήκαν οι αυγές και τα βραδάκια. Στο ίδιο φουντάγιο και στη θέση του, καρσί μπρος στης Τρισεύγενης τα φρύδια...

Μόνο που πάσα μέρα πια γερά τον ρεμετζάριζε και τη δεύτερη άγκουρα τού φούνταρε 'να βράδυ.

Τέτοιο πέσιμο είχενε κάνει τους κ' οι δυό, μπρος στης Τρισεύγενης πάλι τα δυό –άστρα της– μάτια. Τέτοιος καιρός ερωτικός, γλυκοφυσάμενος τους είχε –πριν απ' την Κάβια– ποδισμένους!

Ας έπηζ' ο γιαλός με τις φελούκες του. Ας 'πόθαινε ο χάρος. Ρούπι αυτός δε θάκανε απ' τη πιάτσα της, βήμα 'πο τα παρέθυρά της. Καλά 'χε αράξει εκειπαδούλια ο «Γλάρος» του. Καλά, κατακαλά αγναντολογούσε στο καρσί της.

Φτάνει που τούδειξε τ' άσπρα της τα δόντια η Τρισεύγενη, φτάνει που πήρε βόλτα –πια!– το ριζικό του.

Εκειδά ζερβούλια, στου Περπατάρη την ταβέρνα, τόλεγε ούλη τη μέρα και την πιότερη τη νύχτα. Και σαν εσφάλαε κι αυτό, εκεί αντίκρυα του, ολονυχτίς στην αμμουδιά, χαϊδολόγαε η ψυχούλα του, ομπρός στο χαμηλό πορτάκι του σπιτιού της. Αμ' πού αλλού;

Εκεί 'ταν η Τρισεύγενη. Πίσ' από κείνο το παράθυρο τού ζούσε, ήταν ζωντανή, ανάπνεε η αγάπη του. Δεν ήταν ψέμα, δεν ήταν παραμύθι. Σωστό 'ταν, όρκο έπαιρνε. Στα κόκκαλα των 'ποθαμένων του τ' ορκίζονταν. Νά, όποιος δύνοντσν νάκρουε την πόρτα κ' ήμπαινε, με τα ίδια του τα μάτια θα την έγλεπε ομπρός του αλάκαιρη, ολόσωμη κι ατόφια. Γλυκοθωρούσα και γελάμενη. Σμιχτοχειλού και κλειστοφρύδα.

Υπεμονή λοιπόν...

Αχ αυτός ο λόγος, αυτός ο πρόσλογος τούχε καθήσει στο στομάχι. Υπεμονή τούλεε ο πάσα φίλος του, υπεμονή οι χαρτορίχτρες. Έτσι, «υπεμονή» σκεβότανε πικρά κι ατός του, στην ταβέρνα.

Για δαύτο, σαν τον συμπαίρναν οι καϋμοί, έγερνε την κεφαλή δεξά, πα στην παλάμη του. Και τόλεγε βαλαντωμένα εκειά δα, όπως καθότανε στο «Κρασοπαντοπουλειό» του Περπατάρη. Έτσι γλυκά, περιπαθιάρικα, ένα είδος παράπονο του γκιώνη, κάτι σαν καταπεριπαθιάρικη, λες ψαλμωδία ιερέα:

Άμαν. Ούλοι μού λεν υπεμονή.
θέλει καιρό ο έρως·
υπεμονή κάνω κ' εγώ
ώστε να γίνω γέρος...

Και μπαίνοντας πιο βαθιά στους θεριακωμένους του καϋμούς, γύριζε και της τάλεγε της τύχης...

Πες μου σε τί σου έφταιξα
να δείρω το κορμί μου
με πέτρες και με σίδερα
ώστε να βγει η ψυχή μου... Γιαρέρεμ, μαμάμ.

Νά, αυτά κι άλλα ελέανε πίνοντας μαζί του, ολομερίς με το φίλο του τον γκαρδιακό, στη Βολιβία δώθε απ' τη Κάβια: Το Γιώργη τον περαματζή, παιδί κι αυτό του κουρμπετιού και βλάμη του 'πιστήθιο. Εκεί αντάμα πίνοντας, τάλεαν αδερφικάτα και τα ιντέρτια τους – ο πάσα ένας τα δικά του.

Τούλεγε αυτός για την Τρισεύγενη –αυτήνε την τρεις φορές ευγενικιά, την τρεις φορές ωραία–, τούλεγε για τις εδικούλες του κι αυτός ο Γιώργης ο...

Αχ, και πόσες είχε !

Από δυό, από τρεις σε πάσα πιάτσα και λιμάνι, σε πάσα μαχαλά, σε πάσα δρόμο.

Ούλες τις γλυκοθωρούσες και τις όμορφες, ούλες τις λυγερές και τις τσαχπίνες. Η πάσα μιά τη δική της ομορφιά, η πάσα μιά με τη δική της χάρη...

Όπου κι αν λάχαινε και   βρίσκονταν,  παγαινατός ή ερχομένος,  στην Κάβια,   ή την Πολύβρυση,  στο Βόλο ή τον Περαία, όπου και νάταν και να στέκονταν, είχ' αυτός πορτούλες να τις έκρουε, ήσαν γι αυτόν γιατάκια να πλαγιάσει.

Ά, ούλα κι ούλα.

Ακριβά 'χε αυτουνού ο ερωτάς, περικαλεστικό 'ταν το φιλί του. Τον ακαρτέραγαν αυτόν, καλέσματα τού στέλναν οι πάσα μαριόλες, κι αγαπούσες του...

Καμάρι τόχε και δαύτος και το χαίρονταν το ασικλήκι του, στον κόσμο! Και σαν μερακώνονταν και δαύτος τόστενε περίγλυκα και τόλεγε σαν, όχι–αυτός–παπάς–, αλλά Δεσπότης. Το τραγουδούσε δαύτος το χατήρι του τόκανε έτσι αλά-Τούρκα τσοκ ταξίμ, έτσι ένα Τσανάκ-Καλέ (Αμάν) ντουζένι. Σαν γαϊτανάκι το περίπλεκε και τ' άφινε απέ να ξεδιπλώνει ατό του. Του τραγουδιού ο Οσμάν Αγάς ήταν αυτός που:

Τούχαν ρούχα για ν' αλλάξη
σκέπασμα να σκεπαστεί
και κορμάκι ν' αγκαλιάσει
ώστε να το βαρεθεί...

Και γιατρούς και γιατρικά 'χαν για ελόγου του, αν λάχαινε κ' ήταν αρρωστημένος ή ανόρεχτος, αν ήταν μαχμουρλής ή μαργωμένος.

Και ξόρκια κ' άλλα μαντολόγια, αν τύχπ και τους ήταν βασκαμένος ή από μάτι. Μ' ένα σπυρί αλάτι τον εσταύρωναν, μέλεγο τον πότιζαν κι απέλινο. Και προ πάντων, είχαν γι αυτόνα χαρτζιλίκι. Στο μαξιλάρι, μωρέ, τόβρισκε το παραδάκι αυτός, στην τσέπη τού το βάζαν – για να ξέρεις...

Χαϊδεμένο παιδί 'ταν αυτός τσ' αγάπης και του έρωτα. Κανακάρης και κουρσάρος των καρδιώνε. Μάγια 'χε η ματιά του και τις γήτευε, σαββατογεννημένος ήταν, γλυκοαίματος.

...—Καλά, και η Τρισεύγενη ;

...—Α! ούλα κι ούλα!

Χαλάλι ας του γίνονταν του φίλου του, τ' αδερφικού, του Καπτα-Γιάννη. Μιά και στην Βολιβιά –επά– γνωρίστηκαν, μιά κ' είχαν πιεί αντάμα ένα κρασάκι.

Αδερφός του ήταν πλιό, αδερφή του κ' η Τρισεύγενη για χάρη του. Κάλλιο 'χε βόλι φαρμακερό στα φυλλοκάρδια, να τον εύρισκε, πέρι να 'γείρει μάτια στη δικιά του. Περί τιμή το είχεν υποχρέωσις και δεν εκτέθει αυτός την αντρικότη!... Να μουρνταρέψει ετούτος τη φιλία τους; Να προσβάλει το κουρμπέτι; Δε θάταν άντρας τότες με μουστάκι. Δε θα εφόραε παντελόνια. Ά! ούλα κι ούλα. Χαλάλι ας του γινόταν η Τρισεύγενη. Χαλάλι σαν της μάνας του το γάλα.

Τέτοιο παιδί 'ταν ο Γιώργης ο Τζαντζάς. Χουκλής στη μπέσα και στον έρωτα. Δράκος στην τάξη και στο λόγο.

Σαν τ' αψηλά βουνά ας του ζούσε τέτοιος βλάμης του, σαν τ' αψηλά βουνά, σαν τα βαθιά κανάλια. Άγια τα χούματα της μάνας που τον γέννησε. Γεια στα χέρια της χρυσομαμής που τον εδέχτη. Ποτές του ας μην απόθαινε.

Σταυρωτά τον ανησπάστηκε, βλάμη του τον είπε, κι αδερφό του. Μπέσα για μπέσα το λοιπόν. Θάτρωγ' η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι. Δικιά του 'ταν η Τρισεύγενη. Με του Θεού τη χάρη πρώτα.

Τον καληνύχτησε αδερφικάτα, τούσφιξε το χέρι. Στην ευκή της Παναγιάς και τ' Άη-Νικόλα, ας πάαινε ο γκαρδιακός του ο φίλος ο Τζαντζάς –αυτός ο μπεσαλής τού πάσα πόρτου... Καλή του νύχτα ως το πρωί που θα ξανάσμιγαν στην πιάτσα.

Κι αυτός είχε καρτέρι πάλε εκεί... Στην αμμουδιά, στα βότσαλα, θα τόλεγε η ψυχούλα του ως τις αυγές, στ' αγνάντια. Το ίδιο – καρσί στο παρεθύρι της, είχεν αράξει κι αυτουνού ο «Γλάρος» κ' η καρδιά του. Μόνο, που όλο και πιο σιμά του –κατ' απάνω του– τους έσπρωχνε, το κύμα και ο έρωτάς του. Μόνο που εκειαδά σταλιάζανε τα τέσσερα τους μάτια = τα δυό γλαρά του καϊκιού, και τ' άλλα δυό –ξαγρυπνημένα– τα δικά του. Απόψε.. Αχ! θα πάσχαζε τάχα κι αυτάς λιγούλη αγάπη ;

Εκεί λοιπόν εκάθισε, στα βότσαλα ξαπλώθηκε, ακούγοντας και τους κλουμπακισμούς των σαφριδιών μες στο λιμάνι. Να, δώθε η πούλια η χρυσοθώρητη. Να, κείθες τ' άστρα – ούλα μαζί μιά τράτα.

Δε θάνοιγε λοιπόν κ' η αγάπη του; Δε θάφεγγε –αυγερινός– στο παραθύρι; Τα χρόνια περνάν, μα οι ώρες δεν περνούσαν.

Το σφαλιστό πορτάκι της εκοίταζε, το παρεθύρι νοερά το περικάλειε. Τ' άστρα να τού το πουν αυτός αρώταε. Μονά-ζυγά εμέτραε τα χαλίκια. Τ' αφέντη τ' Άη-Νικόλα τα χαμόλεγε, περικαλεστικά, σιγούλια, μπερδεμένα: Τα βάσανά του, την αγάπη του... Με τ' όνομα του το θαυματουργό θα βάφτιζε το «Γλάρο» του, χρυσό καντήλι θα του κρέμαε στην πρύμη. Κι αυτόν μέσα στ' ασήμι θα τον έντυνε. Ας έκανε το θάμα του...

 

 

Καλά, μα εκεί αντίκρυα του, έτριξ' υπόκωφα ένα τζάμι. Και το κλειστό παραθυράκι της άνοιξε αθόρυβα σαν μάτι. Και μιά σκιά, μωρέ ένας άνθρωπος εφάνηκε, λες πως προσπάθαε να σκαλώσει.

Ποιός νάταν; Το δίχως άλλο κλέφτης, διαλογίστηκε ο Καπτα-Γιάννης, λωποδύτης! Κι αλήθεια κλέφτης ήταν, λωποδύτης. Μα όχι παράδων κλέφτης: Κλέφτης του έρωτά του ήταν και λήσταρχος – ο φίλος του ο Τζαντζάς ήταν ο Γιώργης !...

Ο Καπτα-Γιάννης πόμεινε νεκρός. Απέ, σύρθηκε με την κοιλιά πιο εκεί και είδε. Ο φίλος του ήταν αυτός, τον γνώρισε, αυτός ο μπεσαλής (του ποτηριού...) ο θεριακλής του λόγου της τιμής του!... Κ' ήταν –εκείνη– η Τρισεύγενη!... Διάκρινε την πάλλευκη σκαλοπάτα των δυό μπράτσων της, είδε το σάλτο αυτουνού να πέφτει πίσωθέ της. Κ' είχε –για ν' ανεβεί– θηλειά κάμει τα χέρια του γύρω απ' τον κάτασπρο λαιμό της.

Δε μίλησε, δεν εκουνήθηκε, δεν ανάσανε... Ω, ούδε και πείραζε... ας ήταν.

          Μόνο έτσι, ως ήταν προύμουτος κειδά, πάνω στα βότσαλα, όπου αφρολογούσεν η θάλασσα κι αντρεινόταν το κύμα, έμεινε με τα μάτια στυλά και την καρδιά πεθαμένη. Σαν θαλασσινός σταυρός, που ξέβρασαν τα κύματα, έμοιαζε, με «διασταδόν» τα δυό πόδια του και τα χέρια απλωμένα. Τ' ήθελε αυτός στη Βολιβιά;

 

*

*  *

 

 

          Πρωί-πρωί ξερεμεντζάρησε κ' έβαλε πλώρη  του πελάου. Φρέσκια μιά τρελλοτραμουντάνα τον ασήκωνε σαν άσπρο του Άγγελο το «Γλάρο».  Με φούσκα πανιά (και καρδιά) άφηνε γεια στις όμορφες και στις νυχτοτζαμούσες... Κι αντίο της Τρισεύγενης...  Αυτής της ανοιχτοκλειστοτζάμισσας, της νυχτομπρατσοσκαλοπάτας...

Κι αυτός πάαινε–έφευγε... Δε θάκλαιγε, δε θα πενθούσε, δεν θα πόθαινε. Μόνο, ένα κάδρο θάταν πάντα στο νου του, το σπιτάκι της, μιά ζουγραφιά οι αφρίλες τού γιαλού της.

Μπρατσού, μαλλούσα, σμιχτοφρύδισσα, θα του ήταν κ' η Τρισεύγενη, μες στην ψυχή του, ένα πορτραίτο... Μήνα 'χε που τη γνώρισε –στα έμπα τ' Απρίλη μήνα την πρωτόειδε... Μα χρόνια πολλά είχε γεράσει ο έρμος εξαιτίας της...

 

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΣΟΥΡΜΕΛΗΣ Ο ΣΤΟΥΡΑΪΤΗΣ

Κρυφή χαρά, κρυφό καμάρι τόχε μες στην καρδιά του και το χαίρονταν τον ξαναπαγεμό του στο λιμάνι της Κάτω Μπάσιας ο Καπτα-Σουρμελής ο Στουραΐτης. Πότε να φτάσει!

Εκεί σιμά στα χαμηλά παρεθυράκια των Σουρούτηδων θ' άραζε, καρσί στα μαύρα μάτια της Αννίκας.

Έλα Χριστέ και Παναγιά πόσ' όμορφος πούταν ο κόσμος! Μιά φουσκοθαλασσά καλωσύνης, μιά μοσκοβολιά τρυφεράδας, έτσι έν' αγεράκι ερωτικό γλυκοφυσάμενο φούσκωνε την καρδιά του και τις σκέψεις του.

Θάφτανε.

Θα φουντάριζε στην ίδια θέση, γερά θα ρεμεντζάριζε την «Τρισεύγενη» το τρεχαντήρι του· σβέλτος και λυγερός κι αυτός θα ορθώνονταν στο κάσαρο.

Κι από κοντά;

Ω από κοντά όλα θαρχόνταν μοναχά τους με τη σειρά και με την τάξη.

Αχ! ναι, σαν τότες!

Να, θ' άνοιγαν τα παρεθύρια των Σουρούτηδων, θ' άστραφταν και τα μάτια της Αννίκας.

Κι όταν τη νύχτα, όλα γλυκά θα σώπαιναν, τότες, ώ τότες αυτός ήξερε.

Αχ! πόσο γλυκιές ήσαν οι γνώμες του, πόσ' όμορφη 'ταν η ζωή του.

Εκεί αντίκρυα του θ' άνοιγ' αθόρυβα, σα μάτι, το χαμηλό παρεθυράκι των Σουρούτηδων κ' ένα χρυσό αυλάκι από φως θα σέρνονταν πα στα κατάμαυρα νερά, μες στο λιμάνι.

Σαν μιά κολώνα ολόχρυση, ολόρθα βυθισμένη, θάμοιαζε η αναβρική φεγγοβολιά του μες στη θάλασσα.

Κι ανάμεσα του –φάντασμα λευκό νυχτερινό– η Αννίκα η ορθοβύζα.

Θεέ μου !

Άμπουλας σκοτεινός, στιλπνός, τα μαλλιά της, θα χύνονταν –μαύρη νεροσυρμή και κύμα– πα στη μαρμάρινη ασπράδα των δυό ώμων της και γυμνά όπως στ' αγάλματα θα της κρεμόντουσαν τα χέρια, θ' ασπρολογούσαν οι παχουλές φούσκες των δυό μπράτσω της.

Κάτω απ' το νυχτικό μπουστάκι της –έτοιμο να σπάσει και να πετάξει τα κουμπιά του– μόλις θα συγκρατιούτανε το δίδυμο κύμα των βυζώ της.

Αγάλι τότες κι αυτός θα κατέβαινε στη βάρκα.

Θ' αφρουγκάζονταν τους υγρούς κλουμπακισμούς των κουπιών του πα στη θάλασσα και τους βαριούς χτύπους τση καρδιάς του μες στη νύχτα.

Κι όταν σε λίγο αγάλι θ' άραζε εκεί στην αμμουδιά –ζερβά στο σπίτι της– πατώντας λαφριά στα νύχια του, θάφτανε στο παρέθυρο και θάδινε τα χέρια.

Τότες το φως θάσβηνε άξαφνα – σαν κάτι που πέταξε κ' εχάθη. Πυκνό τότε σκοτάδι γλυκά θα τους συνέπαιρνε.

Έλα Χριστέ και Παναγιά! πόσ' όμορφος πούταν ο κόσμος. Απαλά τα δάχτυλα του θα βούλιαζαν –σαν σε ζυμάρι– στις φούσκες των δυό μπράτσω της, κ' οι δυό μαζί οι παλάμες του θα γλύστραγαν ως την πυκνή βλάστηση (αψηλά) των μασχαλώ της.

Ο φλογερός ανασασμός του θα συγκερνιότανε με τη μοσκοβολάδα απ' τα χνώτα τση και το στόμα του λαίμαργα θ' ασήκωνεν εκείνη τη στιλπνή υγρασία των χειλιών τση.

Ψυχή του!

Θάνιωθε στα μπράτσα του την ελαστική εσχάρα των λιανών παιδιών της, κι όταν απ' την φουσκοθαλασσιά των καϋμών, θάσπαζαν τα φιλτισένια κουμπάκια και του μπούστου της, ο κρουστός κόρφος της θα χύνονταν και στων δυό τις αγκαλιές – αφρός και κύμα.

Έτσι κατά πώς έγιναν και τότες.

Αγέρας ερωτικός οι καϋμοί του φούσκωναν τα πανιά του και τους φλόκους του, ερωτικό πουλάκι κ' η ψυχούλα του φλετούραε αμπροστά, το δρόμο δείχνοντας στο ερωτικό καράβι.

Πότε να φτάσει.

 

*

*  *

 

 

Κ' έφτασε.

Αδεκεί καταμεσίς στο λιμανάκι της Κάτω Μπάσιας, φουντάρισε, αντίκρυα στα χαμηλά παρεθυράκια των Σουρούτηδων, εκεί καρσί στα μαύρα μάτια της Αννίκας. Εκεί 'ταν το σπιτάκι της· εκεί οι λεύκες που το σκέπαζαν, ομπρός του εκεί, σιμά στα βότσαλα, στο περιγιάλι.

Γοργά πετάχτηκε στην πιάτσα. Και βράδυαζε. Σέ λίγο, θάφτανε κ' η νύχτα.

Στην ίδια θέση εκάθισε, αντίκρυα, στου Ζέρβα την ταβέρνα.

Δούλευε ο νους του ανήσυχα, δούλευε η καρδιά του, δούλευε και η μοίρα του η μαύρη.

Ανήσυχο πουλάκι η ψυχούλα του, πετούσε δω, πετούσε κει, γυρνόφερνε το σπίτι.

Να ιδεί, να μάθει δίψαε η καρδούλα του.

Κ' έμαθε και είδε.

Είδε την αυλόπορτα ν' ανοίγει κ' ένας άντρας ξεραγκιανός, κοκκινοτρίχης, πρόβαλε στην πόρτα.

Και πνιγμένος ο Καπτα-Σουρμελής θα τον θυμόνταν.

Ήταν εκείνος.

Αυτός ο ίδιος πούχε από τότες στο μάτι την Αννίκα.

Είδε και την Αννίκα. Την είδε να χάνει το χρώμα της, να πιάνεται στην πόρτα. Κατόπι να κλείνει πίσω της, να φεύγει.

Κατάλαβε ο Καπτα-Σουρμελής ο Στουραΐτης.

Δε μίλησε, δεν εκουνήθη, δεν ανάσανε.

Δεν αισθάνθηκε καθόλου μίσος, διόλου θυμό.

Δεν ήταν ανάγκη, δεν επείραζε, δεν ήταν λόγος.

Όμως σιγανά, αγάλι, σαν από θερμή πηγή ανάβλυσε μέσα του η πίκρα.

Είπε και τούφεραν κρασί κι άρχισε να πίνει.

Άχ πόσο έπινε, Θεέ μου!

Έπινε αγάλι, έπινε ντροπαλά, τόνα ποτήρι πάνω στ' άλλο.

Έτσι αγάλι, έτσι ντροπαλά κι αυτά, τα χαμηλά παρεθυράκια των Σουρούτηδων μπροστά του, σφάλισαν φύλλο προς φύλλο, ένα-ένα, τόνα κατόπι στ' άλλο, σαν ματάκια.

Κ' η νύχτα ήρτε, ήρτε δειλή, δισταχτική, κρυφοκλαμένη.

Κοντά μεσάνυχτα ασηκώθη κ' έφυγε.

Πατώντας δω, πατώντας κει, έφτασε στο μώλο.

Δεν ήταν μεθυσμένος –σκεφτόταν μέσα του– παρά έτσι κομμάτι κουρασμένος, λυπημένος...

Τώρα ήσαν όλα καλά, κατακαλά, ωραία, αχ τί ωραία!

Ο Θεός ξέρει πώς ήβρε τη βάρκα του, πώς ήμπε μέσα.

Έπιασε τα κουπιά και τράβηξε για το καΐκι, για της ψυχής του τράβηξε το άσυλο, για την καταφυγή τού σώματός του.

Άχ! πόσο μακριά πούταν φουνταρισμένη η «Τρισεύγενη», πόσον αλαργινό το τρεχαντήρι του, του εφάνη...

Άαα... θάχε «σύρει» διαλογίστηκε... το ρέμα το μετατόπισεν εσκέφθη· τέλος, έφτασε· προσπάθησε ν' ανέβει, να σκαλώσει... Μα πράμα περίεργο – αργούσε... δε δύνονταν... – σε καλό του!

Έκαμε να φωνάξει το μούτσο του το Γιώργη, προσπάθησε πολύ... εφώναξε δυνατά όσο κι αν εδυνάστη... μα παράξενο πράμα «τ' είχε πάθει;» ο μούτσος δε φαίνονταν, κι αυτός ο ίδιος δεν άκουγε σκεδόν διόλου τη φωνή του!

Μόνο ένας σαλιαρός ρογχασμός έβγαιν' από το στόμα του...

Καλά, μα εκεί αντίκρυα του –ζερβά του– κάτι άστραψε άξαφνα, κάτι εχύθη.

Μιά νεροφίδα χρυσή,  λιανή, μακρουλή, αγωνίζονταν –σα νάταν δεμένη απ' την ουρά της– λες να ξεφύγει απ' τη στεριά, να γλυστρήσει πα στο γιαλό, μες στο λιμάνι.

Μιά σκέψη γοργή –σαν αστραπή– διάβη γλυκά το λοϊσμό του.

Έστριψ' ευτύς προς την αχτή κ' είδε αντίκρυα.

Είδε το παρεθύρι ανοιχτό και την Αννίκα ανάμεσα του, όραμα λευκό μέσα στη νύχτα!

Άχ! ναί σαν τότες!

Ήταν κι απόψε με το νυχτικό μπουστάκι της κ' είχε τα μπράτσα γυμνά όπως στ' αγάλματα!

Σαν μιά χιονοκολώνα λυγερή ήταν το μπόι της όπου αψηλά της κάθονταν 'νας κόρακας με τα φτερά ανοιγμένα – τα μαλλιά της.

Κ' ενόησε.

Έπιασε τα κουπιά και τράβηξε ίσα-καταΐσα.

Μιά καινούργια δύναμη έδωσ' αντρειά στα μπράτσα του, έκαμε τους σκαρμούς της βάρκας του να τρίζουν.

Δεν τούκανε εντύπωση ο σκοπός του.

Ήξερε καλά, κατακαλά, ήταν βέβαιος.

Εκεί 'ταν η Αννίκα του – τον καρτέραε...

Κι αυτός;

Ώ, αυτός όπως τότε:

Θα κάθιζε αγάλι τη βάρκα του στην αμμουδιά και θα σαλτάριζε στα όξω.

Κατόπι πατώντας ανάλαφρα στα νύχια του, θάφτανε και θάδινε τα χέρια.

Κι όταν το φως της λάμπας θάσβηνε και θα γίνονταν κ' οι δυό των ένα με τη νύχτα, τότε... ώ τότε !

Να, λιγάκι ακόμα και ζύγωνε να φτάσει.

Το χρυσό ρυάκι πλάι του όλο και κόνταινε στη θάλασσα, όλο κ' έφευγε ξωπίσω του – σα φίδι. Μα, για στάσου...

Το φως, καρσί, έσβησεν άξαφνα σαν κάτι που πέταξε κ' εχάθη ! Το ίδιο και το χρυσό αυλάκι πα στη θάλασσα !

Ο Καπτα-Σουρμελής ο Στουραΐτης πάλι ενόησε ..

Σίαρε αγάλι και κάθισε στον πάγκο.

Δεν ήταν μεθυσμένος –σκεφτόταν μέσα του– παρά έτσι κουρασμένος, μάλλον λυπημένος...

Τώρα όμως πολύ αποθυμούσε να ξαπλώσει... νά, όσο πατάει η γάτα, μιά στιγμή... Όχι αδερφέ να κοιμηθεί, μόν' να τον κλέψει μόνε μόνε... έτσι ένα μινούτο, μιά σταλιά... Κι από κοντά –μα το Θεό– θα τράβαγε ίσια για το καΐκι.

Κ' έγειρε.

Πολύ ανήσυχα στην αρχή, άσκημα, παράξενα, αποκοιμήθη τέλος βαριά, συγκρατητά, δίχως άκρη...

Προς τις αυγές, τα νερά τραβήχτηκαν και το κεφάλι του πρόβαλ' αγάλι πα απ' τη θάλασσα, με το πρόσωπο αποτρόπαιο και πρισμένο, μαλέο, απαίσιο !

Τα μάτια του ολάνοιχτα, γυαλένια και κατάπληχτα, θωρούσαν χαύνα καταμπροστά όλα μαζί και τα κλειστά παρεθυράκια των Σουρούτηδων !

Κάτω απ' τα φουσκοπρησμένα του ματόφυλλα, οι κόρες (πηγμένες) των ματιών του εφαίνοσαν σαν κάτι να διηγόντουσαν φριχτό, σαν κάτι να (της Αννίκας του) το έλεγαν...

 

 

Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΒΙΑΝΗ

Ήταν ένας άνθρωπος απλός, θεοφοβούμενος, όπως είναι όλοι οι ναυτικοί –ο Καπετάν Γιάννης ο Σαλαμάτας.

Σαν του χύνονταν κρασί τόχε για γούρι. Βούταε το δάχτυλο τότες στο χυμένο και τ' άγγιζε –έκανε μιά βούλα– στο κούτελο. Αν του χύνονταν λάδι, τόχε για κακό. Χτύπαε ξύλο σαν εμιλάγανε για αρρώστους. Κι από τον τόπο του μετατόπαε σαν άκουγε κακό για ελόγου του ή για τους εδικούς του. Τρίτη δεν καταπιάνονταν δουλειά, ούτε τα νύχια του έκοβε Παρασκευή ή Τετράδη. Φοβόταν το Θεό και τους αγίους. Πίστευε τα μάγια. Δεν αγαπούσε τ' άδικο. Το ίσο τ' άρεσε.

Σαν πήγε στο χωριό του, χάρηκε.

Εκεί στο κεφαλόσκαλο τον δέχτηκε η Ζαχαρένια, η γυναικούλα του.

Αν και ντρέπονταν στον κόσμο μπρος, έσγουψε λιγάκι να τον ανησπαστεί η καϋμένη.

Σαν ήμπαν σπίτι τους, τότες μόνον αυτός την έσφιξε στην αγκαλιά του. Αχ, πόσο γλυκά τη φίλησε τότες ξέγνοιαστα στα μάτια.

Σαν κούκλα την έστησε στο 'σώμπατο και πισοπάτησε δυό βήματα. Στάθη και την καμάρωσε μιά ψύχα. Χαμογελούσε κάτω απ' τα μουστάκια του. Γλυκές σκέψεις στα μάτια του γυάλιζαν.

Από κοντά την αρώτηξε για όλα. Και πώς τα πέρασε στο μεταξύ τούτο που έλειπε αυτός.

Και κάθισε.

Άνοιξε το ναυτικό σεντούκι πούσερνε μαζί του.

Της είχε φέρει καραμέλα ζάχαρη. Της είχε φέρει Συριανό λουκούμι. Τρακόσια δράμια μέντα της είχε φέρει μέσα σε μιά μπουκάλα φιαχμένη επίτηδες να παριστάνει έναν κόκορα. Ένα τόπι χασέ της είχε φέρει, με στάμπα ολόχρυση, που παρίστανε δυό λιοντάρια ορθά κι αγκαλιασμένα.

Της είχε φέρει σκαρπίνια τελατίνι. Της είχε φέρει ένα χαβάνι να τρίβει τα μυρουδικά της, την κανέλλα, το γαρούφαλλο. Όμως καταλάβαινε μέσα του, πως το πιο καλοδεχούμενο που της είχε παγεμένο ήταν ατός του ο ίδιος.

Για δαύτο χαίρονταν. Καλωσύνη πολλή τρυφέραινε τις σκέψεις και τις γνώμες του. Και τούταν όλα καλόγνωμα κειχάμω. Όλα –κι αυτός κ' η Ζαχαρένια του κ' η Κάβιανη, οι στούμποι, ο μώλος και το λιμάνι. Κ' η «Φλώρα» το καΐκι του, απ' όπου, με του βοριά τα κύματα τούστελνε χαιρετίσματα, σκαμπανεβάμενο στον κόρφο. Και το σπιτάκι του (προ πάντων τούτο) κατά πώς ήτανε και στέκονταν –τζόβολο– στην πιάτσα, με τρεις μαβιές χαρακωσιές (τα κυπαρίσια του) αψηλάθε. Κι ο δρόμος –το στρατί– που φιδοσέρνουταν ομπρός απ' τη θύρα του – και στην ψυχή του. Κι ο κόσμος ούλος και τα σύγνεφα κ' οι γλάροι. Όλα τους τον ευτύχιζαν οσάβλεπε, και τα χαίρονταν κι αυτός μες στην καρδιά του. Κι όσα δεν έβλεπεν ομπρός του, τάχε μέσα του, στο νου του τάχε. Τάλουζε και τα ξάγκλιζε, τα ομόρφαινε... Με το δίκιο του. Δεν είχε;

Αφού αρόδο η «Φλώρα» του προσκύναε, πρώτα τον αγηλιά αψηλά, κι απέ τους δυό τους: Τη Ζαχαρένια και τον Κύρη της.

Αφού μες στις κάμαρες πηγαινόρχοταν η Ζαχαρένια η γυναικούλα του, πρώτα τ'ς αγιούς της λιβανίζοντας κι από κοντά αυτόν, την αφεντιά του. Έ;

Τί άλλο ήθελε;

 

*

*  *

 

Όμως κρυφά, μιά ιδέα τού τάραζε την καρδιά, του θόλωνε τη ψυχούλα του αγάλι. Σιγά – σιγούλια τον κυρίευε...

Μιά ιδέα κρυφή –ένα πράμα σαν κλέφτης– έρχοταν βαλτή, σώνει και καλά να τον κολάσει.

Σε μεγάλο πειρασμό τον είχε βάλει.

Πίσω μου σ' έχω δαίμονα, έλεε μέσα του σκιαγμένος. Όμως ομπρός του ήταν πάντα, μες στην καρδιά του έμπαινε αγάλι.

Μιά γλυκιά ταραχή του ρέθιζε τα νιώτα του, τ' ασήκωνε κρυφές αποθυμιές και πόθους στα εντός του.

Σε σκοτεινούς τον έριχτε σεβντάδες...

Σκεβότανε βαθιά. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Φοβόταν το θεό και τους αγιούς του... Της Κερα-Παναγιάς τη χάρη επροσκυνούσε. Σαν του χυνότανε κρασί, τόχε για γούρι... Χτύπαε ξύλο σαν... και τα λοιπά.

Γι' αυτό  αιστάνονταν την αμαρτία  στην καρδιά του –σα σπόρο του διαβόλου– ν' αναδεύεται, να του βυθίζει τη ρίζα στα εγκάρδια, και να ρηχιέται ως τις κρίσες του.

Τότες όλα τα πράγματα τον κοίταγαν κατάματα, έπαιρναν θέση στους διαλογισμούς του, σα νάθελαν να συζητήσουν μαζί του... να εξετάσουν καλύτερα το πράμα. Νά, να στήσουν μεταυτόν, ένα είδος οικογενειακό συμβούλιο – να πούμε!

Συλλοΐζονταν κι αυτός αντάμα τους, ακουρμάζονταν τις γνώμες και τα σκέδια... Ποτέ! φώναζε τότε αλόϊστα, και κάτι αθρώποι τον κοιτάζαν... Όμως, ο οξωποδίτης τον ακλούθαε... «Λουκούμι, τούλεγε, πεντεσπάνι!»...

Σκεφτότανε κι αυτός ξανά τα μάτια της, εκείνη τη ναρκωτική γλυκάδα της φωνής της (ώ–διάολε!)

Από μακριά τον έκαιγε το λάδι, το κρίμα τον ζεμάταε.

Όμως η αμαρτία κρυφοδάγκωτη, από κοντά τον είχε

– καταπόδι: «Λουκούμι ρε, και ρεβανί! Κ' η ίδια, το καψοθέλει λιγουλάκι!».

Κι αυτός το παραδέχοταν. Έτσι ήτανε το πράμα. Ο Δαίμονας ήταν στην Κάβιανη φερμένος.

Εκεί στο καλντερίμι της, στο σπίτι της, μέσα σ' αυτή την ίδια 'χε καταλύσει!

Εκεί όξ' απ' τη θύρα του, στον ίδιο δρόμο, στη γωνία, τον καρτερούσε ο πειρασμός, τούχε στημένο ο διάολος το καρτέρι.

Η κουμπάρα του μαθές, η χήρα η Σταθία του Τσάμπα, που ο Θεός ας τον σχωρνούσε.

Τον είχε χιλιοκολασμένο το δόλιο.

Έκανε να προσπεράσει από την πόρτα της και στεκόταν. Αυτή τον κράταε. Πίσ' απ' το τζάμι τον ανήμενε. Ψιλή –κοφτερή– κουβέντα έπιανε μαζί του. Πού να περάσει! Κάντιο στάζαν τα χείλη της, αλευροζάχαρη κι αθέρα κουκουτσιών κουκουναρίσιων... Εκεί τον κρατούσε και του τάλεγε. Ζερβοδίμητα, μπερδεμένα τού τα νέτερνε, μιά στο καρφί και μιά στο πέταλο, μιά στην κορφή κανέλλα από την Πόλη... Αφουγκράζονταν κι αυτός. Τέσσερ' αυτιά νάχε να την άκουγε, τέσσερα μάτια να την βλέπει. Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Τον ρέθιζε η φωνή της η περίγλυκη, έπαιζε με τις σπίθες των ματιών της. Παρατηρούσε επίμονα εκείνο το υγρό χείλι της, το κάτω. Καθώς τον νάρκωνε η γλύκα της, αυτός κοίταε (και ζαχάρωνε) κείνην τη μπλού φλεβίτσα του λαιμού της. Το τικιτάκ τόνα ζούρλαινε...

Και τώρα, καταλάβαινε.

Καταλάβαινε να βουλιάζει μες στους πόθους του, να γίνεται ένα με την υγρασία των χειλιών της.

Αυτός ήταν ένας άνθρωπος απλός. Εννοούσε καλά – ήταν βέβαιος– ότι όλα αυτά ήσαν δικά του. Μόνον ο ήλιος έφταιγε που τον αμπόδαε, η μέρα· η ντροπής του κόσμου, α δε μη, θάταν μες στο σπίτι της, στην αγκαλιά της θάχεν αράξει μιά χαρά, ο Καπετάν Γιάννης ο Σαλαμάτας.

Έτσι ένα βραδάκι –νύχτα– έκρουσε τη θύρα της, μάλλον γρατσούνισε τα δάχτυλα του στη σανίδα.

Τάχε πιωμένα τα ποτήρια του. Πρώτη φορά στη ζωή του είχε πιεί. Μα και πρώτη φορά αιστάνονταν τόσο πλατιόν, τόσο όμορφον τούτο τον κόσμο.

Πορπάταε κι αναστένονταν. Ήταν ευτυχισμένος, τόξερε, ενώ ήταν δικιά του κ' η Σταθία. Έβραζε η ρετσίνα μέσα του, γλυκόβραζαν οι ματιές της στην καρδιά του.

Με τη θύμηση της είχε περάσει αντάμα τις στιγμούλες και τις ώρες του, είχε πιωμένο το κρασάκι. Το σπιτάκι και το δρόμο της του διηγόταν η μοσκοβολιά των κήπων και η νύχτα. Και εκεί αυτός ετράβαε στο παρεθυράκι, που της δέχονταν του κόρφου της το ανεβοκατέβασμα και τα μπράτσα.

«Αγάπη» ήταν λοιπόν ό,τι ένιωθε μέσα του; ώστε αυτό 'τανε «αγάπη»; Άχ ναί... Αυτό 'ταν, αυτότατο... Το «δαίμονα», ούτε καν πια τον σκέφτονταν... Τον προσπερνούσε μες σε μιά διανόηση σύντομη έτσι καταπώς λέμε εγχείρηση, ενοούμε γρήγορα, το λεπίδι, τους πόνους και το αίμα...

Η αμαρτία, το μυστήριο, το άλλο το στεφάνι του, με τη Σταθία, μόλις έρχονταν λίγο και στον αφρό (σα ναυαγισμένοι ζητώντας βοήθεια) και χάνονταν γοργά στα βάθη, στ' άπατα τής (όπου φύγει) συνείδησής του. Και (ώ θεούλη μου !) βρόντηξε!

Ποιός είναι; αρώτησε δειλά μιά φωνή από μέσα ενώ το μάνταλο της πόρτας σύρθηκεν αγάλι.

Εγώ...

—Ποιός είσαι συ; ξανάπε η φωνή κ' η πόρτα μισάνοιξε και φάνηκε στο μισοσκόταδο η κουμπάρα του.

—Εγώ είμαι Σταθία, ήρθα· με περίμενες;

Χριστός και Παναγία !... έκαμεν αυτή, καθώς ένας σπασμός την τίναξε σύγκορμη από φρίκη.

—Πώς ;!

—Το λάδι κουμπάρε, θα μας κάψει.

—Το λάδι;!

Κ' η πόρτα ξανάκλεισε αλαφρά στα μούτρα του κ' ήμπε ξανά στη θέση της η αμπάρα.

Ο Σαλαμάτας έμεινε εκεί εμβρόντητος κι άσκημος με το βάρος του τελευταίου του λόγου στο στόμα του. Το λάδι!...

Αχνό λειψοφέγγαρο φώτιζ' αχνά τον κατήφορο.

Τριγύρω οι κήποι, τα δέντρα, κοιμόνταν.

Ο Σαλαμάτας προχώρησε.

Παράξενες εντυπώσεις και σχήματα περνούσαν γοργά απ' το μυαλό του.

Όλα τα πράγματα αλληλοσπρώχνονταν, μάλωναν μεταξύ τους να μπούνε, να παρουσιαστούνε μπροστά του.

Φύρδην-μίγδην όλα μαζί, κλωτσώντας τόνα τ' άλλο και σπρώχνοντας είχαν δουλειά να του πούνε, να κάμουν τόπο, να μπουκάρουν.

Ο Γιάννης ο Σαλαμάτας ασήκωσε τα χέρια: ΣΙΓΑ!... έκαμε σαστισμένος κι ανάστατος, σαν για να επιβάλει την τάξη. Και προχώρησε.

Λίγο-λίγο το βήμα του τάχαινε. Αιστάνονταν την καρδιά του να χτυπάει βαριά μέσα στο στήθος του. Κρύος ιδρώτας τού μπούχισε το χλιβερό πρόσωπό του.

Σα σπυριά φασουλιών που χορεύουν και χάνονται στις μπουμπουλίθρες της βράσης, έρχονταν κ' έφευγαν τα νοήματα του μέσα του και οι ιδέες, τα πρόσωπα, οι όψες...

 

Τέλος, σε μιά στιγμή –μιά μόνο στιγμή– στάθηκε μπρος του το τεπόζιτο του λιοτριβιού, μα γοργά το αναποδογύρισε – τόδιωξε ένα πράμα βαρύ και τετράγωνο πούπεσε πάνω του. Ήταν το σκολειό ολόκληρο· από κοντά η «Φλώρα» το καΐκι του, τόνα πάνω στ' άλλο, όλα μαζί μαλλιοτραβάμενα κ' έξαλλα, και η Ζαχαρένια, η γυναίκα του η Ζαχαρένια, η μπουκάλα, ο κόκορας, ο μπατζανάκης του ο Γιώργης, η συχωρεμένη η κουνιάδα του, το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε», η γριά Βγενιά η κλησιάρισσα και η κολυμπήθρα τ' αγιάννη ..

Κι αυτός προχωρούσε. Πορπάταε γρήγορα, βιαστικά, σχεδόν έτρεχε.

Κάτι ήταν που αυτόν τον τυράγναε, κ' ήθελε να το πιάσει στο χέρι του. Ακριβώς τί; –δεν τόξερε– όμως τόνιωθε κάτω από της συνείδησής του τους χτύπους. Να το ξέταζε, να το περιεργάζονταν ήθελε... Εδώ τόχει, εκεί τόχει, τέλος τόπιασε... Ο παπάς ήταν αυτός, ο παπα-Στάμος! Μπράβο! Νάτος. Όπως ήταν με τον τσουπέ, το πετραχήλι, με το ευχολόγι στα χέρια του. Κι αυτός ήταν πλάι του, με τη βαφτιστημιά στην αγκαλιά του. Ήταν εκεί η γυναίκα του η Ζαχαρένια, η Σταθία η κουμπάρα του κι άλλος κόσμος. Και τον αρωτούσε ο παπάς, τον αρωτούσε. Άχ τί τούλεγε;

Εδώ 'ταν ο κόμπος – τί τούλεγε;

Για την κουμπάρα του;

Όχι.

Για το χαβάνι;

Όοοοχι.

Για κείνο το ανάποδο εβδομηνταπεντάρι που τούχαν σκάσει στον Περαία;

Όχι βρε. Άλλο, κάτι άλλο. Ά!... το βρήκε. Νά, τον αρωτούσε κοιτάζοντάς τον κατάματα. Τούλεγε:

«Αποτάσσει τω Σατανά»!

Κι αυτός αποκρίθηκε:«Αποτάσσομαι».

«Καί συντάξει τω Χριστώ» ;

Κι αυτός αποκρίθηκε:«Συνεταξάμην».

«Και πιστεύεις αυτώ»;

«Πιστεύω αυτώ ως Βασιλεί και Θεώ ημών».

«Το δε όνομα αυτής»;

«Γαρεφίτσα!»

Χα χα! ωραία! Άχ τί ωραία! Αυτό ήταν.

 

Από βαθιά εκεί στο βάθος της θάλασσας άρχισε να χαράζει η ήμερα.

Με τις παντόφλες, ξέπλεκη, αναστατωμένη, η γυναίκα του τον αναζήταε.

Εκεί στην άκρη στο γιαλό τον διάκρινε σα φάντασμα. Χριστός και Παναγία!... Τί έκανε λοιπόν τέτοια ώρα ο άντρας της κειδά;

Τον πλησίασε. Σίμωσε στα νύχια της πατώντας.

Τον είδε να φυσάει τρεις φορές κι άλλες τρεις να φτύνει. Φύσαε κ' έφτυνε. Έφτυνε και φύσαε.

Ήταν αχνός, ήταν χλωμός σα θειαφοκέρι.

—Γιάννη!...

Τότες αυτός την κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν παγερό –αναίστητο– στα μάτια του έπαιζε μιά λάμψη.

Πισωπάτησε ένα βήμα.

—Αποτάσσει τω Σατανά;  την αρώτησε   δείχνοντάς την με το δάχτυλο.

Γιάννη μου!...

—Αποτάσσομαι. Έκαμε σοβαρά μόνος του.

—Συντάξει τω Χριστώ; την ξαναρώτησε.

Γιάννη μου ! Χρυσέ μου Γιάννη ! κ' έκαμε να τον αγκαλιάσει.

—Συνεταξάμην, ξαναποκρίθηκε μόνος του.

—Και πιστεύεις αυτώ; την ξαναρώτησε.

Η Ζαχαρένια χύθηκε τρελλή κατ' απάνω του, τον έσφιξε στην αγκαλιά της, του σφάλισε με το μάγουλό της το στόμα.

Και καθώς αυτός προσπαθούσε να ελευθερωθεί από τα μπράτσα της, τον άκουε να της λέει, προφέροντας ευλαβικά και θεοσεβούμενα τις λέξεις:

—Πιστεύω – αυτώ – ως – Βασιλεί – και – Θεώ – ημών – τω μόνω Αγαθώ και Φιλανθρώπω...

 

 

 

ΣΚΛΑΒΟΣ ΣΤΗ ΧΑΛΚΙΔΑ

(Χαρισμένο στην ποιήτρια Ρίτα Ν. Μπούμη)

Μιά χαρά είχε αράξει στην αγκαλιά της γυναικούλας του της Μαριδγίτσας.

Αυτηνής πούχαν μάγια τα κάλλη της και τον κράταγαν πλάι της, πούταν μέλι τα φιλιά της και τα λόγια της και τον είχαν μερέψει –σκεδόν μαγέψει– στην ποδιά της.

Το ξεφτέρι αυτόν –το δελφίνι της θάλασσας– που μύριζε αρμύρα το κορμί του και μυρουδιά καραβίσα.

Που σκάλωνε σα γάτος στις σκαλιέρες και καπέλλωνε –με το πιλήκι του– τα πόμολα.

Αυτόν που σαν πουλί φλετούραε μες στις αρματωσές των μπάρκων κι απ' αψηλά ανάμπαιζε τον κόσμο. Αυτόν, ναί, τον Γιάννη, τον είχε πάρει σκλάβο της αυτή. Η Μαριδγίτσα...

Σα μωρό παιδάκι κάθουνταν σιμά της. Απ' το φουστάνι την κράταε.

Τον χάσανε οι σκούνες και τα κότερα. Τον χάσανε τα πόρτα. Τον χάσανε κ' οι γιαβουκλούδες στα λιμάνια.

Του κάκου αναρωτιόντανε οι φίλοι του. Το θάμα τους κάναν οι καραβοκυραίοι, το σταυρό τους.

Πάει, χάθηκε απ' τον κόσμο. Έγιν' άφαντος.

Μήτε στα τόπια φαίνονταν, μήτε στα βιλαέτια. Μήτε της στεριάς, μήτε του πελάου.

Άλλοι αναρωτιόνταν μην απόθανε. Άλλοι λέγαν πως επνίγηκε. Κι άλλοι πως σ' ένα κοντραμπατζίδικο μπαρκάρισε, κουρσάρος πως εγίνη στο Μισίρι!

«Ό,τι κι αν γένηκε, ο διάλος τον πήρε  και τον σήκωσε», συλλοϊζόνταν μέσα τους ούλοι,  όσοι τον ξέρανε, όσοι είχαν με δαύτον γνωριμίες.

Σκλάβος και παλληκάρι στη δουλειά όταν ήθελε, μα στις αναποδιές του ίδιο θερίο.

Θερίο ανήμερο ήταν στην καρδιά και στο μπουρί του. Διάολος απ' το ρέμα ανάμεσα στς ανθρώπους. Σκάνταλο μες στα πανιά και στα τραμπάκουλα.

Ησυχία το πνέμα του δεν είχε. Ζάπ' δεν εγίνονταν το τέρας, λιθάρι πάνω στ' άλλο δεν άφινε. Τους σκύλους έβαζε σ' αγγαρεία.

Με τους συντρόφους του –τους ναύτες– είχε ούλο να κάμει. Με τον καπετάνιο, το λοστρόμο. Ούλους άνω κάτω τους έφερνε ο κανάγιας. Ο διάβολος δουλειά δεν είχε, τα βρακιά του έλυνε κ' έδενε.

Σκάλωνε σα γάτος αψηλά στα φλίτσα κι ανάμπαιζε από κεις τον καπετάνιο. Με το χάρο αστειεύονταν –χαχάνιζε– τις ψυχές του κόσμου έπαιζε κορώνα γράμματα μαζί του.

Τα πανιά του παπαφίγκου να στριγκάρει, του φώναζε ο λοστρόμος απ' το κάσαρο, αυτός έπιανε όσες μούδες τ' άρεσε στις γάμπιες! Όρτσα δίπλα σταύρωνε τους φίγκους!

Όπ' ευτύς η γολέτα έμπαινε τραβέρσο... Τσαλαβούταε στον τόπο με την πλώρη της.

Όξω φρενών ο καπετάνιος τού βούιζε με τη μπουρού από κάτω: ...Τον παπαφίγκο στρίγκα μωρέ Τούρκοοο!... Άχ μπαγάσα θα μας πνίξεις...

Αυτός το γουδί το γουδοχέρι. Άφινε τις γάμπιες, φλετούραε στην κόφφα.

Φούσκωνε κι άφριζε κάτω του η θάλασσα. Οι αρματωσές έτριζαν. Αυτός εκείς εστέκονταν κ' έβγαζε λόγο... για ν' ακάνε! Έδειχτε με το δάχτυλο τα σύγνεφα κι αποτείνονταν στο καπετάνιο και στο πλήρωμα:

Αγαπητοί μου συμπολίτες
κλέφτες και λωποδύτες...
από δω και πέρα
θα σας πάρει ο διάολος  τον πατέρα!...

Με το γκρα τον κατέβαζαν από κείθες. Πέντ' εξ του άστραφταν στον αέρα. Ούλο το πλήρωμα έπεφτ' απάνω του κι ούλους αυτός τους έκανε ζάπι!...

Σιδερένια ήσαν τα μπράτσα και τα χέρια του. Μπρούτζινο ήταν το κορμί του.

Όπου σε μάγκωναν οι φούχτες του, σε ξέραιναν, όπου σε λάχαιν' η γροθιά του πιάνονταν η πνοή σου. Γλέπανε και παθαίναν ώστε να τον κλείσουνε λιταρωτόν στο μπαλαούρο.

Μα πού ν' αλλάξει γνώμη. Σα τον έβγαζαν, τ' είχες Γιάννη, τ' είχα πάντα. Ξανά την πρώτη τέχνη του, τα ίδια.

Πυροφάνια έβαζε στα δάχτυλα των συντρόφων του, των μούτσων, όταν κοιμόντουσαν. Με μιά σαλιωμένη κλωστή τους μάλαζε το σβέρκο. Μ' ένα πούπουλο τους σγάρλαε τη μύτη. Κι απέ ξεραίνονταν στα γέλια!...

Με μαδέρια, με στραβόξυλα, μ' ό,τι τύχαινε ξωπίσω του, αυτοί τον εκυνήγαγαν. Καπνός κι αντάρα, πάγαινε από κοντά του το βριξίδι. Απ' τις Χριστο-Παναγίες τάραζαν οι σκούνες.

Τον παίρναν στο κοντό να τον σκοτώσουν. Μα πού να τον λάβουν το Σατανά τον τραγοπόδαρο; Σα ζουλάπι αυτός ριχιότανε στους κάλους. Σαν ραγκουτάγκος σκαρφατσάλωνε αψηλά στους παπαφίγκους. Στα μπαστούνια των γαμπιών, αυτός τουμπάριζε. Άντε πιάστον! Κι από κεις τους έπαιζε κλαρίνο της μύτης με τα δάχτυλα και καμμιά φορά τους ψιλοκατουρούσε...

Κι από κοντά τον τρέμαν τα λιμάνια.

Μέσ' στα καφέ-αμάν και στα μπουρδέλα μπούκερνε σα τρελλοτραμουντάνα απ' τα μπουγάζα. Μ' ούλες τις πριμαντόνες εγνωρίζονταν. Μ' ούλους τους κοντραμπαντζήδες είχε φιλίες και παρτίδες. Μ' ούλους τους μαχαιροβγάλτες μες στις πιάτσες.

Σειότανε και λυγιότανε μέσα στις μπυραρίες και τα κλαμπ,   μες   στα   καφέ-αμάν  της Αλεξάντρειας  και  της Σμύρνης. Ούλα τα κορίτσια –εκεί– αγκαζάριζε, ούλο τον κόσμο εκέρναε κονιάκια.

Έπινε –ρούφαε σα δελφίνι– και λιανοψιλοτραγούδαε.

Θάλασσα πικροθάλασσα
που σε γ..... τα ψάρια.

Κι απέ του χόρευε. Μαζί με τις αρτίστες χόρευε στα πάλκα. Χόρευε ζεϊμπέκικο, μάνα καϋμένη. Χόρευε το τσάμικο στ' ανύχι.

Βροχή πέφταν τα τάλλαρα στο βιολιτζή, στις πριμαντόνες, και στις γκόμενες. Βροχή πάγαιναν και τα πιάτα, τα ποτήρια, στον αγέρα. Άλλα, σαν μπόμπες σκάζανε στους τοίχους κι άλλα με τα δόντια του τα ροκάναε ως μαρουλόφυλλα !...

Π' ανάθεμα το μυαλό του, ούλο και στο λιμεναρχείο τον ξεφόρτωναν για ξεμέθυσμα...

 

Αυτόνε –τέτοιον λέοντα– είχε κάμει αρνάκι η Μαριδγίτσα στην ποδιά της.

Με τα χάδια της τον μέρεψε. Με τα γλυκά της λόγια τον είχε γητεμένο. Στα γόνατά της τον εκοίμιζε.

Της Άρνης το νερό τον είχε ποτισμένο.

Ξέχασε κι αυτός τη θάλασσα πλάι της, σβήσαν μες στο μυαλό του οι ζουγραφιές των λιμανιών και των πελάων. Ξέχασε ο κιαρατάς και τους δικούς του.

Μήτε ν' ακούει ήθελε πλιό από τη θάλασσα, μήτε και από πλεούμενα να ξέρει.

Αυτός το μέλι των χειλιών της ρούφαε, και της φωνής της αφρουγκάζονταν τη γλύκα...

Μες στο κανάλι της αγάπης του αντρειευόταν και αρμένιζε...

Έτσι τον χάσανε οι θάλασσες, έτσι τον χάσανε κ' οι πιάτσες. Τον έχασε και η ταβέρνα: «Το αναυάγιο» όπου κι αυτός τα «κοπάναε» στη Χαλκίδα.

Κανείς πλιό δεν τον γύρευε, κανείς δεν αρώταε για δαύτον. Μήτ' οι οχτροί του, μήτ' οι φίλοι του, μήτε κ' οι δικοί του.

Μόνο η μάνα του, η θειά Καλλίτσα. Πάλε η μάνα... Αυτή...

Αυτή που τον είχε έγνοια και καμάρι της, αυτή που τον ανακάτευε –τον μπέρδευε– πάντα μες στις κουβέντες και στο νου της. Αυτή που στα ύπνα και στα ξύπνα της τον νείρονταν, που στα 'μπά της και τα 'βγά της τον εκάλει. Ναι μωρ' αυτή που κοιλοπόνεσε, που τον ντάντεψε, ώστε να γίνει παίδαρος και άντρας.

Τους στρατοκόπους αρώταε και τους διαβάτες να της πουν, στα περιγιάλια αγνάντευε τις σκούνες. Τον κόσμο εσταύρωνε... Τους ξενητευτήδες και τους πραματευτάδες γλυκοερώτα :

Μην τον είχε δει κανείς με τα ματάκια του, μην αντέσει, αυτοί, τον είχαν.

Έναν με τα ναυτικά.

Έναν ψηλόν, έναν όμορφο, έναν αντρειωμένο.

Που φόραε ζουνάρι πλουμιστό. Πούταν το πρόσωπό του σαν τον ήλιο...

Έναν σειστή, ένα λυγιστή, έναν κοντυλοφρύδη. Που πορβατούσε κ' ήταν σαν να κένταε, μωρέ που έλεες πως γλυκοτραγουδούσε σαν ομίλειε...

Μην τύχει της έρμης και τ'ς αρρώστησεν, μην της καϋμενούλας και της πνίγει. Σκλάβο τους οι κουρσάροι μην της τον πήρανε, στην Αραπιά μην της τον πήγανε της δόλιας...

Κάπου τον είχαν δει κι αυτοί το γιόκα της, κάπου τον είχαν –δαύτοι– αντέσει. Εκείς κατά τη Σαλονίκη τον πήραν τα ματάκια τους, κατ' το Δεδεαγάτς κατέ το Βόλο.

Για τη Μαύρη Θάλασσα μ' ένα τραμπάκουλο μπαρκάρισε, μ' ένα μπάρκο-μπέστια Σκοπελίτικο για το Αντζέμι.

Όχι, στο Τούνεζι αρμένιζε, στη Μπαρμπαριά κατ' το Αλγέριο. Μ' ένα βαπόρο Αράπικο για το Μισίρι, λέει, πάει...

... Μήτε αρρωστήσει έχει, μήτε πνίγει ο Γιάννης σου... της γλυκοψιλομίλησε ένας κοντός, ένας ξανθός, ένας γαλανομάτης.

...Μήτε στη Μπαρμπαριά ταξίδεψε, μήτε στ' Αλγέρι πάει. Μόν' μιά ψηλή μόν' μιά λιγνή, μιά γλυκοκλειστοφρύδα, αυτή στο πήρε σκλάβο της το γιόκα σου.

Περαστικός απ' τη Χαλκίδα την εγνώρισε. Νά, κατά πώς λέει και το τραγούδι έγινε.

«...Απ' τη Πόλη ερχότανε κι απ' τα νησά
κι απ' τη γειτονιά της επέρασε,
τα βασιλικά της επότιζε
και τις μαντζουράνες της δρόσιζε.
Έκοψε τον κλώνο και τούδωσε
τούπε κ' ένα λόγο που τ' άρεσε:
μπρε παλληκαράκι μ' αν μ' αγαπάς
τί περνοδιαβαίνεις και δε μιλάς,
στείλε προξενήτρες στη μάνα μου
και προξενητάδες στο μπάρμπα μου...»

Έτσι έκαμε κι αυτός.

«Έστειλε προξενήτρες στη μάνα της και προξενητάδες στο μπάρμπα της».

Τώρα εκείς βρίσκονταν π' ανάθεμα τον, στη Χαλκίδα, σκλάβος της κι αφέντης της, δεμένος της και δέτης της...

Τα κάλλη της δούλευε. Τα ρούσα τα μαλλιά της τής έπλεκε και της ξέπλεκε. Αλυσιδίτσες τής τάκανε και γαϊτανάκια. Σκαλιέρες και σκοινάκια ολομετάξινα. Την έντυνε, την ξέντυνε, την έλουζε. Με τα δάχτυλά του τα φρύδια της της έστρωνε και μιά τής τ' αναμάλλιαζε. Τα ματόκλαδά της τα μυριόμετρα, τον έβαζε να της μετράει, το χνούδι να της δαγκώνει των αφτιών της. Τις δυό τις φούχτες του έκανε δαχτυλιδάκια αυτός, στη μέση της.

Αψηλά του την ασήκωνε σαν κούκλα. Στο τοίχο –σαν κάδρο του– την έστηνε...

 

ΣΤΟΝ ΠΑΝΩ ΜΑΧΑΛΑ ΣΤΑ ΜΑΡΟΥΧΛΕΪΚΑ

Πάλε τις φούχτες έκρουε ο Γιάννης ο Μπαρδέλιας ο βαρκάρης, πάλε μεθυσμένος ήταν, πάλε ούλα δικά του. Αυτός πλερώνει.

Μαγκίτης θέλει κι αλανάκι
τη ζωή του να περνά,
να μη τον τρώει το μεράκι
με βλαμάκια να γυρνά.
Πώπωπω κυρά του
πώπωπω κυρά του
πώπωπω πώπω πωπώ.

Και τ' αμάξι τράβαε· τράβαε πάνω, κατά τους πάνω μαχαλάδες, κατά κεις που γίνονταν το μάλλι-βράσι με τις μισότριβες και τις πρωτάρες, κατά κεις που πάσα τόσο οι παντρεμένες απαράταγαν τους άντρες των και παίρνανε ρεμπέτες, όπου οι πρωτοστέφανες κ' οι τριτοχήρες έχουν άντρες –μουστακαλήδες, σέρτικους– που τάχουν μαύρα και στριμένα, κι άλλες άντρες κοροϊδάκια, που τους έχουνε μαγέψει με τα κέρατα και τους παίζουνε στα δάχτυλα.

Ψυχή μου! Έλαμπε μες στο κέφι του, αχτινοβόλει.

Γαρούφαλλο κόκκινο σαν αίμα είχε στόνα αυτί, τσιγάρο στ' άλλο. Δυό πιθαμάδες ήταν το ζωνάρι του φαρδύ. Σαν καβουρομάνα μαλλιαρό ήταν το στήθος του.

Κ' εκεί κατά «το βάσανο του» τράβαε. Στα Μαρουχλέικα. Στον αφαλό του κόσμου.

Ψυχή βαθιά ! Φαρδιό χαρέμι!

Η Φώτω, η Παγώνα, το Λενάκι, η άλλη η Πάτρα, η Κλεονίκη.

Μάης και Μάης χρόνος, μήνες έντεκα, γενιές δέκα τέσσερες και τα μισά της χιλιάδας πεντακόσα.

Το Μαριώ και το Μαχάκι. Η Νίνα, η Μίνα, η Ρήνα και η Όρσα. Κ' η άλλη η Ζαμπέτα –η μικρομάνα, η χηρούλα– με τη μάνα της –τη χήρα– την Καλλιόπη, δηλαδή τη μάνα της μάνας του παιδιού της.

Άναψε κερί να βρεις το λύχνο. Σόι βασίλειο, γενιά καρπερή, φλέβα μελανούρι.

Βαγγελίστρα και Χριστέ μου !

— Βάρα, καλό παιδί αμαξά, να ζήσεις.

Κι ο αμαξάς βαρούσε. Κ' η σαρμόνικα τόλεγε. Τόλεγε περίγλυκα, βραχνά, με τσαλιμάκι.

Οι δυό καθιστοί κι αυτός ολόρθος... Πώ πω πω κυρά του...

Πόρτες και παρεθύρια τρίζανε στο διάβα τους, γρίλιες και κουρτινάκια ανοιγοκλείναν. Χαμογλεπούσες, κλειστοφρύδες πρόβαλαν στα παράθυρα, βεργολυγερές, σκερτσόζες αγνάντευαν. Μπόγια κολώνες, φρύδια σπαθιά, μάτια μαχαίρια. Απριλομάης κι άνοιξη, ζουμπούλια μενεξέδες... Σαμπούκος και σγουρός βασιλικός... .

Άστα να πάνε. Κι άστους να λένε. Να φωνάζουν ο χασάπης, ο νοικάρης, ο ψωμάς κ' εκείνη η καρακάξα η πεθερά του. Τί; Πλούσιος να γίνονταν;

Ποιός πλούσιος απόθανε
και πήρε βιό μαζί του;
Πήρε τρεις πήχες σάβανο
να ζώσει το κορμί του.

Αυτός τον κόσμο χαίρονταν, τη γλύκα της καρδιάς του.

Όσα παγαίναν κι  όσα 'ρχόσαν. Τίποτες δεν τον έγνοιαζε.

Μόνο μιάν απορία είχεν αυτός σε τούτο το ντουνιά, σε τούτ' τον κόσμο. Νηστικός την συλλοΐζονταν πιωμένος την τραγούδα.

Αχού!...   Δε σκέβουμαι που θα ταφώ
μήτε που θα 'ποθάνω,
μόν' απερώ στον τάφο μου
μονάχος πώς θα κάνω.
Αμααάν γιαρέρεμ' αμάν...
μονάχος πώς θα κάνω...

Για τ' άλλα φούρνος ας μη κάπνιζε, τσιμέντο ας γίνονταν. Ας τάβρισκαν οι άλλοι. Γούστο θα γίνονταν αυτός του κόσμου; Θα γίνονταν αργολικός –λέει– και θαπόθνησκε. Άμποτες νάτανε κι απόψε. Μιά ψυχή χρωστούσε, μετά χαράς του να την έδωνε. Ας ζήσουν οι άλλοι χίλια χρόνια. Κι αν ζήσουν τί φελάει; Άχερα καιν μιά και θ' απόθαιναν. Τί τ' όφελος τα χρόνια;

Για δαύτο κι αυτός μερακώνονταν και τόλεγε γλυκά, παραπονετικά, με τσαλιμάκι, έτσι σκαλιστό με μπιχλιμπίδια –ούλο κεντίδι– σαν αγιορίτικη εικόνα, σα γκλίτσα αγιαθυμιώτικη, εκεί στα κρασοπουλειά ή ανάσκελα στη βάρκα.

...Ενόσω υπάρχει θάνατος
και το κορμί θα λυώσει
τί να την κάμεις τη ζωή
κι αν είναι κι άλλη τόση.

Εκεί στο «ΠΑΝΤΩΠΟΛΗΟΝ Η ΑΦΗΛΩΚΕΡΔΥΑ» στάθηκε τ' αμάξι καρσί στα παρεθύρια της Μπαρούτενας (της μάνας της περιπόθητης Αννίκας) της ξεβασκάστρας, της ξορκίστρας, πούχε σώσει κόσμο και κοσμάκι, ζωντανά κι ανθρώπους, ξορκίζοντας το μάτι, το λαιμό, τ' ανεμοπύρωμα, τις μαγουλήθρες, τη λούγκα και τη σπλήνα· τη χρυσή, τη μυρμηρία, την πεντέρουγα, την τρογυρίστρα, την κλαπάτσα, τ' ακονάκι, τ' ανεμογκάστρι και την κόρυζα... Μάλαμα γυναίκα, σωτήρια. Σκέσεις με το Θεό και τσου αγίους είχε, με τσου δαιμόνους είχε παρτίδες και φιλίες. Μάνα της κασίδας ήταν αυτή για πάσα αρρώστια –Μπαρούτενα με τ' όνομα.

Ξόρκιζε με τον απήγανο, σταύρωνε με το αλάτι. Φύσαε και μουρμούριζε, με τα σαράντα κύματα ομίλει. Μάραθο μάσαε και κύμινο, αλαφοκέρατο έτριβε, τεσσερομάτικου σκυλιού την τρίχα έψενε. Στό σταυροδρόμι νύχτα με φεγγάρι έλυνε τα μάγια. Ένα μπουκλί απ' τα μαλλιά σου έπαιρνε, απ' το πουκάμισο σου ένα κομμάτι. Μέλεγο και απέλινο σε πότιζε. Μανόγαλα και βοτάνι της αγάπης. Σε σταύρωνε, σε ξόρκιζε, σε γήτευε. Μιά καρφίτσα από το χέρι σου σού ζήταε, μιά ψείρα απ' τα κορμί σου.

Και τέλειωνε.

Οι κακιωμένοι αγαπιόντουσαν. Οι χωρισμένοι ξανάσμιγαν. Παντρεύονταν οι άμοιρες. Οι άσκημοι ομόρφαιναν. Αρνάκια γίνονταν οι αράθυμοι, θεόστραβοι οι ζηλιάρηδες. Ούλο και σερνικά αράδιαζαν οι νιόπαντρες, δεν ξαναθάφταν πια παιδί οι χασομάνες. Το γάλα ποτάμι κατέβαζαν οι γκίτικες. Οι αλαφροΐσκιωτοι – νυχτιάρηδες γινόσαν...

Ψες προψές, τη λούγκα γήτεψε του Μπαρδέλια.

Μαυρομάνικο μαχαίρι πήρε στο χέρι της, τους τέσσερες ανέμους εφύσηξε και σταύρωσε. Τον κυρίαρχο της γης και τ' ουρανού επικαλέστηκε, τον αρχηγό των σκοτεινών δυνάμεων εμαύλισε απ' τον Άδη.

Και είπε. Είπε μουρμουριστά, καμμύοντας τα βλέφαρα, αναστρέφοντας τις κόρες των ματιώ τση:

«Γουστερίτσα και φαλάγγι
πιάσανε τον αϋφαντάκο
και τον πήγαν στο ρουμάνι
κει που ο ήλιος δεν τον φτάνει,
άνθρωπος δεν τον πατεί...
ούτε βόγγερας ή ασκίθι
ή το μαύρο σαμιαμίθι.
Ασηκώσανε μιά πέτρα
πούτανε εξήντα μέτρα
κ' επλακώσαν από κάτω
το σπυρί τον αϋφαντάκο,
το σπυράκι, το μαυράκι,
την οχιά το μαύρο φίδι
και τον Γιάννη το πονίδι
πάσα βόγκο, πάσα βούγκα,
πάσα φουσκωμένη λούγκα»...

Αυτό ήταν. Ένα κ' ένα.

Όμως ποιός θα του γιάτρευε τον καϋμό που τούχε ανάψει η κόρη της η Αννίκα;

Αυτή εκεί που κοίταζε απ' αντίκρυα και διάνευε τα μάτια της;

Εκεί καρσί στα παρεθύρια καμάρωνε αυτή κ' η μάνα της –η χήρα– η Μπαρούτενα.

Κι ο Μπαρδέλιας διάταζε πιοτά για την παρέα, και για τ' άλογα. Ας έπιναν κι αυτά κ' οι παντρεμένες κ' οι ανύπαντρες. Κι ο κόσμος όλος. Μόνο η χηρούλα η Ζαμπέτα ας κάθονταν στ' αυγά της. Την κορόϊδα ας έκανε, την πάπια. Κι ας μη τον εποντάριζε. Τις παρόλες ας τις άφινε στη μπάντα. Ας μη του τάσκαε αποσπόντας. Με τ' όνομα της Αννίκας ας μην είχανε να κάμουνε αυτή κ' η Λεονώρα, η μανιά της, γιατί θα δούλευε και πάνω χέρι κάτω χέρι να το ξέραν! Χήρες; –σκατά!... Μη νόμισαν ότι επειδής ήσαν «γυναίκαι» αυτός δεν έδερνε...

Καλά τους έσυρε όσα σέρνει το σάρωμα προψές η μάνα της η Μπαρούτενα.

...Χήρες, τρομάρα να τους έρτει. Από τις χήρες πέρασαν, μα δεν κόλλησαν. Νυχτολουλούδες, νυχτοπόρτισσες. Αυτές, μαζί με την άλλη τη Φοντίκα της Μαμούραινας. Τάτς, μίτς, κότς. Όμοιος τον όμοιο κ' η κοπριά στα λάχανα· γλωσσοκοπάνες, αντροχωρίστρες, πριμαντόνες!... Το στόμα τους τ' απύλωτο. Πούχαν γιομίσει τον κόσμο μούλικα. Πούχαν τις κοιλιές τους κόκκαλα γιομάτες. Μάνα και κόρη. Φτού, να χαθείτε, λυσσασμένες. Ψες, προψές –μήνας δεν πάει που ο άλλος χαλές– (ο γιος της χασικλούς της Μανιαμούνιενας) στάθηκε μερακωμένος και τσου χούγιαξε τραγουδιστά, στο παρεθύρι:

Τση μάνας σου το ζήτηξα
και μούπε χάρισμα σου,
και μούπε χάρισμά σου
και τση το ξαναζήτηξα
και μούπε χάρισμα σου,
και πάλε τση το ζήτηξα
και μούπε χάρισμά σου.
Χίλιες φορές το ζήτηξα
και μούπε χάρισμα σου...
και μούπε χάρισμα σου...

 

*

*  *

 

Περασμένα μεσάνυχτα πήρε κι ο Μπαρδέλιας το δρόμο για το σπίτι –το ρημάδι του.

Στόνα του χέρι κρεμασμένο –στο μπράτσο του– κρατούσε τα σακκάκι. Με τ' άλλο χειρονόμαε.

Ανασκουμπωμένα είχε τα μανίκια του πουκάμισου κι ασπρολογούσαν κατ' απ' το φως των φαναριών οι φούσκες των μπράτσων του, οι κεντημένες με γοργόνες και θερία. Παραπατούσε, παραμίλαε.

Γλυκοί καϋμοί, αψά μεράκια βράζαν στην καρδιά του. Η Νίνα, η Μίνα, το Μαρώ και το Μαχάκι. Και κείνα τα ματόφρυδα της περιπόθητης Αννίκας. Αυτής! ...

Αυτής πούχε σπαθί το φρύδι και το μάτι «μάρκα-μ' έκαψες»! Πούχε τη μύτη γαμψή σαν του γερακιού, πούχε το πρόσωπο της μιά κατατομή αρπαχτικού πουλιού, μιά κόψην αετίσια.

Άχ! ναί! Αυτής (της κόρης της μαγίστρας) που τον έπαιζε στα δάχτυλα. Που χόρευε σαν πορπατούσε ο κόρφος της, που φιδολύγαε εκείνο το «πλούσια τα ελέη του» κορμί της...

Αυτής που της άρεσε να τον ποντάρει σαν σουφλί, πούχε στην πάσα αρώτηξη έτοιμη –στα δόντια– το κεντρί της: Ρε μάγκα – ίσια και με γκάστρωσες ! ... Αλλού ρε σού είπα τη μαγκιά!

Για δαύτο τής είπε πως κι αυτός θα της κάμει μάγια για να πόθαινε!

Τ' ακούσε κι αυτή και τ' αποκρίθη. Τούπε χαμογελώντας κειό το γελάκι της, δείχνοντας του την τρωκτική εκείνη γραμμίτσα των δοντιώ της:

Μάη μήναν εγεννήθηκα,
τα μάγια δε φοβάμαι,
εξόν αν με μαγέψουνε
στην κλίνη που κοιμάμαι...

Και πάγαινε. Πορπατούσε και στρέκλαε, μονολόγαε και σκέβοταν.

Αψηλά, στον πάνω μαχαλά, στα Μαρουχλέικα φλετούραε η ψυχή του – ίδιο γεράκι.

Αγάλι-αγάλι, ο έρωτας τον έσερνε σε θεριακλήδικες κάψες τον έβανε και ιντέρτια.

Πώς θα την έβαζε στο χέρι; Πικρόγλυκες ήταν οι σκέψεις του. Πικρές για τ' αμπόδια που θάβρισκε. Γλυκές –απέ– γιατί τις γλύκαινε η ολπίδα.

Και μόνο σαν ήμπε στο σοκάκι, πούφερνε στο σπίτι του, τίναξε τη στεναχώρια από πάνω του, αργά ξαστέρωσε η ψυχούλα του.

Κι άφισε τη χαρά να μπει μες στην καρδιά του. Να του γαργαλάει το κέφι του, έτσι τη γλύκα να του ρεθίζει, της ζωής του.

Και ξανανιώθοντας της λεβεντιάς του τις γλυκόβρασες (και της... αξιοπρέπειας του το μεγαλείο) έγειρε τ' ανάστημά του προς τα πίσω κ' έβαλε την απαλάμη του στ' αφτί του. Κι άρχισε.

Τόπε γλυκά, περιπαθητικά, έτσι σκάλες-σκάλες και πιέτες-πιέτες:

Μιά παντρεμένη
από τη Γαργαρέτα...
μωρέ μιά παντρεμένη
από τη Γαργαρέτα...
παράτησε τον άντρα της
και πήρε μιά ρεμπέτα...

ΠΑΠΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ

Αψηλά - τ' αφεντικά
κοιμηθήκανε - γλυκά...

Έτσι σκυμμένη στη φυλλάδα της, στο παρεθύρι, διάβαζε φωναχτά η Κατερίνα, η κόρη του Καπτα-Ματθιού, την ώρα που διάβαινε για το γιαλό, για κάτω, ο «γείτονας» ο Καπτα-Γιακουμής ο Περιφανής, κρατώντας στο δεξί του ένα παληοτενεκέ και στ' άλλο μιά τούφα στουπιά λιγδωμένα.

— Π' ανάθεμα το γονιό σου, διαβόλου καραμούζα, μας πήρες τ' αυτιά, ντάλα μεσημέρι, μουρμούρισε διαβαίνοντας, ενώ εκάμμυε, κατά το συνήθειο του, τα μικρά του μάτια, όπως τάχε έτσι μαβιά και κοντόθωρα.

Οι έρμοι δρόμοι άστραφταν κ' οι τοίχοι των σπιτιών φλογοβολούσαν μες στη μεσημεριάτικη λάβρα.

Ομπρός ο γιαλός απλώνονταν καταγάλαζος, πηγμένος.

Ο γερο-Γιακουμής δεν είχε κέφι. Πορπατούσε και βλαστήμαε μέσα του, ενώ ξωπίσω του η φωνή της Κατερίνας τον έφερνε από κοντά του – καταπόδι.

Για να - ξέρουν - οι κακοί
που γυρί - ζουν δω κ' εκεί
κάτι να - σουφρώσουν...

Εκείνα τα λουλακί ματάκια του τάχε αποστραβώσει η κάψα, και κάτω από τον κούκο του το ξεραγκιανό πρόσωπό του ήταν μπουχισμένο από ψιχάλα ψιλού-ψιλού ιδρώτα.

Όμως τον δρόσιζαν οι ολπίδες του.

«Καλοκαίρι πράμα, σκεβότανε μέσα του,  σέρνοντας προς το γιαλό τα βαριά βήματά του.

Ο διάβολος να σκάσει αυτός θα δούλευε.

Πότε πυροφάνι, πότε παραγαδάκι, ποτές τις ριχτές του, θάβγαζε και δαύτος «το δικό του».

Τη θάλασσα αυτός τη σπούδασε. Πού κρατάει το ψάρι και πότ' έχει αναψαριά – ας είν' καλά κι άστους να βουρλίζονται οι ρέστοι. Αυτός κάτεχε την τέχνη του, δεν ήταν κανένας αντζαμής, μάητε και πρωτάρα. Πώς;

Γέννημα και θρέμμα ήταν της έρμης της  θάλασσας, κλήρα δική της.

Μάστορας της μαστοριάς της, πολύτεχνης ήταν αυτός και μάγος της· κράχτης των ψαριών και των ζουδιών της.

Μαλάγρα μοναχή 'ταν ο ίσκιος αυτουνού, κλώσσα των καβουρομάνων και των στρόμπων. Ψες, προψές, μέγα ένα πανέρι, πούλησε στα Χαλκιδέικα ουζάδικα αχιβάδες.

Τί πα να πει ψαράς και ψάρι δεν τόξερ' ο πάσα ένας. Πρέπει να τόχει η κούτρα σου να το έλκεις, να το μαυλέψεις. Πρέπει να σου βολεί το άτιμο, βλάμη να σ' έχει, μακαντάση. Να 'σφραίνεται το χνώτο σου και νάρχεται, να ρέγεται το 'νασασμό σου και να τρέχει. Νά, να μοσκοβολάει κ' η πορδή σου, που λέει ο λόγος...

Αυτό θα πει ψαράς και δόλωμα, αυτό θα πει αγκίστρι και καμάκι. Πώς; Άντρες τα 'ρίζουν τα Σφακιά. Όχι παληοσουπιά, παληοσαρδέλλα. Βυζί θέλει το καθερό, γούλη έχουνε και δαύτα. Δεν πάαινε αυτός για γογωβιούς και για σπαρέλια, μάητε για καλογρίτσες και για χάνους. Δροσίτι περικαλώ, λεθρίνι. Μπαρμπούνι με μουστάκι, για να ξέρεις. Γέρασε πα στ' αγκίστρι και στα παράμαλλα. Μαγγιόρο καραβιδάκι ζωντανό, κόκκινο ατσάδι – σοροκάδο... Σαν του μπούφου το πουλί· άκου με μένα που σου λέου. Πώς;

Το απίκο πάλε –η καθετή– θέλει σκουλήκι και σκαρτσιμάδι–πάει εμπίτισε. Αν θες να λέγεσαι ψαράς, α δε μη να το ψωμοτύρι να σε περιγελούν τα παιδαρέλια.

Ά! αλλάζει το πράμα. Το μουγκρί πάλε θέλει το δικό του. Πάσα ψάρι με το γούστο του. Εκειά τα «Μπουφονήσα» κρατούνε μουγκρί στοιχειωμένο. Και τ' άλλο «το Τηγάνι» και κείνο, εγώ που σου λέου. Βάρδα μόνο από σκύλους, π' ανάθεμα το γονιό τους.

Μουγκρί; μουγκρί; Μουγκρί ακούνε και μουγκρί σού λένε... τα κορόιδα! Πρέπει να νιώθεις για να το ιδείς στην κουπαστή σου. Αμ' να το λέει κ' η περδικούλα σου. Δε χωρατεύει. Κόβει κοψίδι, φλετουράει και πάει καλιά του. Κι απέ; όρσε γαμπρέ κουφέτα.

Άχ! θέλει μαστοριά το άτιμο να κελαϊδήσει στο πανέρι σου. Μαρίδα ζωντανή να βερβολυγάει, να σπαρτάρει και μιαν ώρα πριν να φέξει. Αγάλι ο κουπαντζής και συ καλούμα. Καλούμα όμορφα να σε χαρώ. Πάσα κουπιά κι αγκίστρι και πάσα αγκίστρι και μαρίδα. Λάμνε αργά και φερτά βόλτα. Τ' αγκωνάρια, τις ριζιμιές, τους πάγκους, κι άσε τη μάνα να πατώσει. Μην κάθεσαι, μη σκέβεσαι, μη σπάνεις κέφι. Απ' τό 'να κολοκύθι στ' άλλο. Πί και φί, λεβάριζε με τέμπο· αργά, παιδί μου, όμορφα να σε χαρώ. Βάρδα μόνο από σκύλους, π' ανάθεμα το γονιό τους ..

Άξαφνα του κόπηκε η κλωστή των λοϊσμών του. Εκεί μπροστά του, στο ντουβάρι, ένα παρδαλόχρωμο παιδομάζωμα σκόρπαε με στρίγγλες φωνές κι αντάρα.

— Ο Γιακουμηηηη...ής, παιδιά· ο Γιακουμηηηη...ής!... Αούααα... αούαααα... Νιάρρρ!...

Ο γερο-Γιακουμής ο Περιφάνης έμεινε στον τόπο. Όμως, ευτύς ήμπε στο νόημα. Ακούμπησε γοργά τον τενεκέ του καταγής και τούδωσε στα πόδια, όπως πάντα.

— Π' α–να–θε–μα–το–γο–νιό–σας· –'νε–μο–βλογιά– να–σας–θερίσει...

Όμως του κάκου. Κανένα από δαύτα δε μπόρεσε να τσακώσει μες στα χέρια του. Πέντ', εξ, εφτά τού ξέφυγαν μες από τα μπράτσα του κ' ένα, δυό ανάμεσ' απ' τα σκέλια.

Γύρισε κι αυτός στα σύνεργα του. Τα μικρά, τα κοντόφωτά του μάτια, συσπούνταν αδιάκοπα. Αυτοί «οι μούλοι» τούχαν ανατρέψει τον τενεκέ με το θειάφι, κι ο μεγάλος σβώλος το ρετσίνι είχε γίνει κομμάτια-θρύψαλα κει-χάμω.

Δε μίλησε. Έβραζ' η ψυχή του. Πάγαινε να σκάσει. Έσγουψε υπόμονα και μάζεψε το χυμένο θειάφι με τις φούχτες.

— Τί' ναι πάλι, Καπτα-Γιακουμή; φώναξ' απ' αντίκρυα του ο Παπαλιάρος πούχε πεταχτεί στο παρεθύρι.

Ο γερο-Γιακουμής ασηκώθη ολόρθος.

Οι γαλάζες χάντρες των ματιών του έπαιζαν νευρώδικα κατ' απ' τα «τρέμενς» των βλεφάρω του, ενώ το ξεραγκιανό πρόσωπό του το χαράκωσε βαθιά γκριμάτσα του παράπονου.

— Τί νάναι, δέσποτά μου. Να, πουτάνα μού την κάμανε, με το συμπάθιο. Την «Καληωρίτσα» μου μαθές, την ψαροπούλα...

Αγκαλά και δε θέλει και πολύ μερεμέτι τώρα. Ψες της έδωσα φωτιά. Το καλαφάτισμα μ' απολείπει πλειό και θα τη ρίξω. Ένα παλάμισμα έλεα να της κάμω το πρωί. Αυτό 'ταν όλο.

Μα τί, σ' αφήνουν οι διαβόλοι π' ανάθεμα τους γονέους τους; Νάταν η ώρα μαύρη που την έσυρα ο δόλιος που να μην έσωνε κι αυτή να ξαποστάσει. Δεν την αφίνουν νάχει το χάλι της και τα γεράματά της... Ούλα τα τσορομπίλια του χωριού μαζεύουνται πάνω της, λες και τα μαζώνει ο διάβολος με το συμπάθιο. Τόνα κάνει τον καπετάνιο, τ' άλλο το λοστρόμο, άλλο στο τιμόνι κι άλλο κάθου γύρευε. Τόσες κλήρες μέσα της και τρέμει σα δαιμονισμένη. Τις προάλλες την έδεσαν μ' ένα σκοινί απ' το κοράκι και την έσυραν να πορπατήσει. Ακούς; Το φινάλε ήταν πως μου την γκρέμισαν απ' τα σκαριά και μούσπασαν και το ζερβί της παραπέτο. Δε μ' άφησαν σκαρμό, δε μ' άφησαν σανίδι. Πουτάνα μού την κατάντησαν την έρμη, μουλάρι κι άλογο και μου την σέρνουν απ' το γκέμι. Την έσυρα να την μερεμετίσω και ν' αναπαυτεί το κόκκαλό της κ' έσπασαν τα παΐδια της απ' το φορτίο. Ρούπι δεν την σεργιάνισα στο γιαλό πέρ' απ' το Μαλακόντα και την Κάβιανη και στη στεριά ταξίδεψε άναυλη κ' είδε ούλα του κόσμου τα λιμάνια. Πάντα φορτωμένη ως τα μπούνια, πότε κοτρώνες, πότες βότσαλα και δόστου νάχει για την Πόλη, για τη Μάλτα. Πάντα πρίμα ταξιδεύει, είτε μπουνέντης είναι είτε όστρια, είτε βοριάς φυσομανάει, είτε λεβάντες. Πρίμα σού την πάνε, σωταλαπρίμα σού τη φέρνουν τα μπαγάσικα. Είναι ζωή; Να χάνεις το μυαλό σου. Ούλα τον καπετάνιο, τον πιλότο και σα δεν πορπατάει στα γρήγορα να και ξύλο !... Γκαπ από δω, γκουπ από κει, με πέτρες, με κλωτσιές και με στηλιάρια... ντέέέ, ψοφήμι. Πώς;

Άχ! π' ανάθεμα το γονιό τους, της φάγανε τα τζιέρια.

Έχεις πάλι την άλλη κλήρα από δω του γείτονα, ούλο το μεσημέρι το στόμα της τρουμπέτα. Άλλος μεσημεριάτικος μπελάς ετούτος. Πού να κλείσεις μάτι. Πήρα κ' εγώ τα σύνεργα μου και πάω να την πισογυρίσω αγάλι. Μα πού; μόνε ξαγναντίζω στο ντουβάρι, τί να ιδώ. Ούλα τα πασαπάιδα του κιαρατά στα μέσα της κ' έτρεμε σα δαιμονισμένη η καϋμενούλα. Αβάρα καπετάνιε το ένα, σία το άλλο, όρτσα, πόντζα τα πανιά, τους φλόκους και κακοκαιρονάχουν μου ξεκόλλησαν και τα ζωνάρια και πάει λέοντας...

Ο Παπαλιάρος βαρέθηκε ν' ακούει κι ο γερο-Γιακουμής τράβηξε στη βάρκα.

Σίμωσε κοντά, της μίλησε γλυκά, τη χαϊδολόησε στη μάσκα. «Άχ! πάπια του γιαλού, γλυκιά μου Καληωρίτσα».

Εκεί τον ηύρε το βραδάκι, στην Καληωρίτσα του σιμά, πάντα στην Καληωρίτσα. Απ' τον καιρό που την έσυρε όξω και τη σκάρωσε, όλο και με δαύτ' είχε να κάμει. Κρυφό καμάρι κ' έννοια του την είχε. Χωρίς αυτή δε θα ζούσε άλλο χρόνο, έτσ' έλεγε, η αληθεία όμως ήταν πως δαύτη δίχως το Γιακουμή θάχε από καιρούς τού αφήσει γεια και χρόνους.

Γερό ξύλο και δουλειά γερή, με καρφί όλο μπακίρι· μα σάπια πλια ύστερα από μισό αιώνα ζωή θαλασσοβουτημένη και ξαγρύπνισσα, από τόσες αραξοβολιές σ' απάγγια και σε κόρφους...

Όμως αυτός δεν την άφηνε. Πάσα χάση, πάσα φέξη και δόστης νάχει. Όλο και μερεμέτι. Πότε κάνα-δυό μαδέρια, πότε κάνα στραβόξυλο, ποτές την καρένα, πότε την κουπαστή και μιά φορά σύξυλες τις μάσκες, κόντευε να την κάμει ν' αλλάξει τη γενιά της και την κλήρα της, να πάρει άλλη ψυχή και ξένα μούτρα. Μα η μοίρα της 'πόμενε πάντα η ίδια και η ίδια. Καληωρίτσα κουρελού, μα χαϊδεμένη, φτωχοπούλα μα μονάκριβη.

Έτσι κείνο το δειλινό βιάζονταν να μπιτίσει το πισσογύρισμα και το πρωί θα την παλάμιζε. Αυτός ήξερε πώς τα κανόνιζε. Από χρώματα ας είν' καλά τ' αυστριακό που κάθισε τις προάλλες στα «Κοράκια». Πάλε τυχερή η Καληωρίτσα του. Έ ρε μπάζα και τότε· λαδομπογιές και νέφτια πρώτης. Τζάμπα πίσσες, τζάμπα σκοινιά και κάβοι. Θα σου την έκανε κοκώνα. Νά, από τώρα την καμάρωνε. Την έγλεπ' ομπρός του, κατά πώς θα την έκανε αλάκερη, ατόφια, όμορφη, νια καμαρωμένη. Χαρά του γιαλού και του κυμάτου, μωρέ χαρά κι αυτουνού του μαύρου και ολπίδα του.

Την πλέουσα κόκκινη με άσπρη στο σύνορο μιά ρίγα. Από κει και πάνω ανοιχτοκίτρινη εξόν απ' τα ζωνάρια. Αυτά θα τάκανε γριζιά. Και τα ζωγραφιστά όκια στην πλώρη πιο γλαρά, μυγδαλωτά, κάτασπρα, με βαθιά γαλάζες κόρες. Κι από 'να φρύδι στο πάσα ένα, έτσι καμπυλωτό, φουσκώ, σμιχτό – σωστή κοκώνα. Κι από κοντά τ' όνομά της. Εκεί στην πρύμη θα τόκανε και δαύτο μ' άσπρη λαδομπογιά και γράμματα κεφαλαία : «ΚΑΛΙ ΟΡΑ».

Κι όταν με του Θεού το θέλημα και τ' Ανικόλα, θα την ξανάριχτε, θ' ανεπαύονταν η ψυχούλα του τού δόλιου. Θα καμάρωνε κι αυτός κι ο κόσμος ούλος, θα τήνα χαίρονταν το κύμα. Και θάβγαζε και δαύτος το καρβέλι. Πότε παραγαδάκι, πότε τις κουλούρες του, πότε τους δυό του κιούρτους, πότε πυροφάνι, είχε ο Θεός. Τη θάλασσα αυτός τη σπούδασε. Πού κρατάει το ψάρι και πότ' έχει αναψαριά...

Μα δεν είχ' ησυχία να συμμαζέψει –εκεί– τις έγνοιες του. Πιο κάτω, επαδά, στην άκρη στο γιαλό, η Κατερίνα η κόρη του Καπτα-Ματθιού, μ' άλλα δυό-τρία σερνικά, κόντευαν τα συλλοϊκά του ν' ασηκώσουν:

— Τί κάμετε έτσι μωρέ; δεν πάτε πάρα κάτω, έ;

Μα πού αυτά.

Ασκουμπωμένα ως τον αφαλό, τσαλαβουτούσαν στο γιαλό και ούρλιαζαν σαν δαιμονισμένα.

Ένα μακρουλό σανίδι που τόχαν κάμει «μπάρκο-μπέστια» αρμένιζε πάν' στο γιαλό, στο περιγιάλι. Τίποτες δεν τούλειπε, μήτε ξάρτια, μήτε κι αλμπουρέτα, μήτε πανιά, μήτε τιμόνι. Με κόκκινη σημαία και με χρυσό σταυρό, σε μακρυνό ταξίδι τόστελναν, στην Λόντρα, στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μπαρμπαριά, και φούσκωναν τα μάγουλά τους σαν ασκιά, φυσώντας του αγέρα με το στόμα. Καράβι, καραβάκι!

— Σία μωρή Κατερίναααά. Σία το καράβιιιιί...

— Αβάραααα... αβάρα ρε χάχα σου λέουουουού...

— Λάσκααααα... λάσκα σκότα καπετάνιεεεεέ...

— Καλούμα παλαμάρι, μωρή παληοβρώμααααά...

Ο γερο-Γιακουμής δε βάσταξ' άλλο. Χτύπησε καταγής το μαλαχτάρι, τινάχτηκε ολόρθος και τούδωσε στα πόδια, όπως πάντα.

Μα την ίδια στιγμή, ένας μικρός στρατός τραγουδάρικος, ένα σωστό παιδομάζωμα, ξαγνάντισε στη γωνιά βαδίζοντας κανονικά με αρχηγό και με σημαία.

Πού θα πας κυρά-Μαρία
δεν περνάς, δεν περνάς,
πού θα πας κυρά-Μαρία
δεν περνάς, περνάς...

Ήσαν τα ίδια, κι άλλα απ' τον απάνω μαχαλά, και τράβαγαν ντρίτα για την Καληωρίτσα. Μα μόλις αντίκρυσαν το Γιακουμή, σκόρπισαν μονομιάς σαν αγρίμια, τρέχοντας προς όλα τα σημεία.

— Ο Γιακουμής, φευγάστε, ο Γιακουμηηηής...

Αούα... αούααααα... νιάρρρρ...

Ο Καπτα-Γιακουμής ο Περιφάνης στάθηκε εμβρόντητος. Περίλυπος έως θανάτου, γίνηκε μπλάβος. Κ' ενώ ο ήλιος ναυαγούσε χλωμός βαθιά στη θάλασσα –όπου τα κύματα χόρευαν– αυτός συνέσπασε νευρικά τα μικρά μυωπικά κείνα ματάκια του και βαρυγκόμισε από καρδιά του.

«Π' ανάθεμα τους γονέους σας – 'ραποβλογιά να σας θερίσει, χιλιοσπορίτικα του κιαρατά»...

 

 

ΟΥΛΟΙ ΜΑΖΙ ΚΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ

 

Ούλοι μαζί κι ο ερωτάς ήσαν πράγματα πολύ αμφίβολα, απίθανα. Παραλίγο να μην ήσαν καθόλου.

Ενώ αυτός ήταν ένας άνθρωπος καλότατος, μιά ψυχή προζύμι. Είναι βέβαιο.

Έβλεπε όνειρα κωμικά και ωραία–ήσυχα σαν στη γυάλα νεράκι, ενώ αυτούνου, πάντα η σκέψη του εγελούσε...

Κουφός –και μουγκός– καθώς ήταν, έβλεπε ούλα τα πράγματα –τους ανθρώπους, τ' αντικείμενα– σαν στο βάθος μιας σκηνής τοποθετημένα, να παίζουν το καθένα το ρόλο του, κάτι ρόλους κωμικούς φασουλήστικους, έτσι να κάνουν το καθένα τις δουλειές του, κάτι δουλειές δίχως νόημα –δίχως φωνή– και χωρίς σκέψη.

Ούλα τα πράγματα (στην ίδια σειρά) δίχως όνομα –οι ανθρώποι, τα ζώα, τα πράγματα– δίχως άλλο γνώρισμα πάρεξ μόνο το σχήμα και (προς απόκου) το βάρος τους, ήσαν τόσο κοινά και γελοία μπροστά του –τόσο κατώτερα– που έφτανε ως και να τα λυπάται στην ψυχή του, ως και να παίζει ακόμα, έφτανε, με την ακυβερνησία τους, με την ευπιστία που είχανε, μ' αυτήν την κυριαρχία που αυτός μπορούσε και εξασκούσε απάνω τους, κάνοντας από μακριά να σταματάνε οι άνθρωποι (ή τα ζώα) χωρίς αυτός διόλου να τ' αγγίξει μπορώντας να τους αλλάξει ακόμα και το δρόμο τους –δεξιά αριστερά όπως ήθελε– να τους κάνει νάρχονται απάνω του.

Τί μαγική δύναμη που στην είχε! Και τόξερε. Τόξερε ότι της φύσης ήταν αυτός προνομιούχος κ' ευνοούμενος, ο «άνθρωπος-θαύμα !» – κατά που λέμε...

Έκρουε τα χέρια του ή φύσαε με τη μύτη κ' οι άλλοι ταράζονταν, ανησυχούσαν, κοίταζαν ξωπίσω τους, στέκονταν.

Τα μάτια τους, τα χείλη τους κινιώσαν. Χειρονομούσαν μπροστά του, μη μπορώντας να μαντέψουν τη σκέψη του, μη ξέροντας τί έπρεπε να κάμουν, έτσι αμήχανοι, κουτοί, αξιολύπητοι κι αστείοι.

Χα, χα, τί ωραία !...

Τα τραίνα, τα κάρρα τούς τάραζαν, τους έκαναν να σκεπάζουν με τις απαλάμες τους τ' αφτιά τους. Η αστραπή τούς χαντάκωνε –ενώ γι' αυτόν ούλα αυτά– ήσαν όμορφα και διάβαιναν σαν ζουγραφιές λαφριά κι ανάηχα, χωρίς κακία, χωρίς θορύβους, χωρίς βάρος.

Αυτοί, τί διάλο επάθαιναν και λάκαγαν ; Τί κάθε τόσο ανοιγόκλειναν το στόμα;

Τα χέρια τους, τα χέρια αυτά τα πολύτιμα, τα δάχτυλα που με δαύτα αυτός θα μπόραε να παραστήσει ούλα τα πράγματα, το πιο μικρό ως το πιο μεγάλο, το πιο σκληρό ως το πιο τρυφερότερο, απ' το χνούδι του δαμάσκηνου ως του βάτραχου το μούδιασμα, τα λουλούδια και τη θάλασσα, τ' άστρα και το φεγγάρι, αυτοί –ώ αυτοί– τ' άφιναν να κρέμονται άπραγα σαν ξύλα.

Σαν ξύλα ορέ τα δάχτυλα, ενώ απ' την άλλη μεριά σκοτώνονταν να συνεννοηθούνε μεταξύ τους, να μπουν στην έννοια των πραγμάτων, να μεταδώσουν τις γνώμες τους στους άλλους.

Υπολείπονταν τόσο, που λιγάκι ακόμα και θα τους έπαιρνε αντάμα του το τίποτα. Δεν θάσαν – δε θα ύπαρχαν.

Δούλευαν τα χείλη τους –επί ώρες ολόκληρες– σαν νάταν δυνατό να παραστήσουν μ' αυτά το δαχτυλίδι, το ψάρι, το άρωμα, να δώσουν την ιδέα του σωστού ή του λειψού, του καλού ή του κακού, του πόθου ή του έρωτα, την ίδια την υφή προσώπων, των αντικείμενων, το σχήμα, ή την καρικατούρα του Προέδρου.

Ως φαίνεσται κάποιο ελάττωμα θάχε το κακόμοιρο μυαλό τους και δεν ένιωθαν τ' ήταν μπορούμενο και πρέπο, πώς να βρουν το ντόρο της σωτηρίας τους, πώς να μπουν στο απλούστατο νόημα του βίου.

Μα ήσαν για γέλια.

Έχοντας χωρίς άλλο μεγάλη ατέλεια του νου έκαναν κάτι πράματα κωμικά και ακατανόητα.

Γρατσουνάγαν κάτι κούφια ξύλα με χορδές, ξεμαγουλιάζονταν φυσώντας σε χωνιά με κάτι τρύπες ! Παίζανε τα δάχτυλα, κρούανε τα χέρια. Θεέ μου, κάτι πράματα! Σιγά σιγά τρεμολυγιόντουσαν στις θέσεις τους. Σπασμοί και γκριμάτσες τους παραμόρφωναν τα μούτρα τους !

Τότες –Θεέ μου τί αστένεια– κάποια τρέλλα, σαν μανία τους ασήκωνε. Πιάνονταν ούλοι μαζί χέρι με χέρι και γυρνόφερναν στον τόπο. Ξέφρενοι γίνονταν και μάνιαζαν. Ανοιγόκλειναν –σα να ξεψύχαγαν– τα στόματα και γλάρωναν τα μάτια. Πήδαγαν σαν να πατούσαν ξυπόλυτοι στα κάρβουνα, χτύπαγαν με το χέρι τους τις φτέρνες. Τί λύπη! Τί λύπη!

Μη έχοντας όμως άλλον όμοιον του, είχε κι αυτός έναν φίλο από δαύτους.

Κι αυτόν –όπως όλους τους– τον τρώγανε τ' αφτιά του.

Έσγουβαν στ' αυτί του και κουνούσαν πα σε δαύτο τις χειλάρες τους. Τον έβλεπες τότε να θωρεί ομπρός του, να γελάει. Τί να γίνονταν μέσα του; Κρίμα!

Τέτοιον μουρλόν, σκαρταδιασμένον κι αυτόν, αξιολύπητον, τον έκανε παρέα. Κι ας τ' άρεσε να τον πειράζει. Ποιός; Ένας μουρλός!

Πάντα και την ίδια ιστορία τ' αρχινούσε.

Κούναε τα χείλη του, ίδρωνε να του παραστήσει τις ιδέες. Έπαιρνε το μολύβι και όλο του τάγραφε. Πάνω στο στράτσο τού τα σκέδιαζε, με χαρακιές και παραστάσες... Βλέπεις τα δάχτυλα τάχε για ομορφιά! Και δόστου νάχει:

Έκανε ένα σπιτάκι πρώτα, με μπαλκονάκι και σκαλίτσα. Μιά πορτίτσα πάνω, μιά πορτίτσα κάτω. Έπειτα από δυό παραθυράκια δεξά κι αριστερά στην κάθε μιά. Έκανε ένα δεντράκι, κι απ' όξω έκανε μιά κόρη –τόση δα– τάχα πως στέκει στην πορτίτσα.

Έτσι αυτός το γνώριζε ευτύς. Ήταν το σπίτι τού παπά και η κόρη του –τάχατες– στην πόρτα.

Τότες αυτός καταλάβαινε κ' έφευγε. Γρήγορα γρήγορα πάγαινε. Και καθώς πάγαινε σκεφτόταν.

Σκέφτονταν ούλη μέρα ως που νύχτωνε κι ως που έπεφτε για ύπνο· σκέφτονταν ακόμα.

Με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι, τάβλεπε ούλα ομπρός του, το σπιτάκι, την σκαλίτσα, την κόρη.

Έτσι μικροσκοπικά όπως του τα παράσταινε στο χαρτί με το μολύβι ο φίλος του, έτσι τοσαδούτσικα ούλα, μικρουλάκια, νινίστικα, κουκλίσια.

Τάβλεπε!

Δίχως άλλη αποδείξη της ύπαρξης τους εξόν απ' την ανάμνηση, χωρίς φωνή, μ' ελαττωμένο –στην συνείδησή του– το βάρος των πραγμάτων, ήσαν αυτά ούλα βουβά κι αλαφρά κ' επίπεδα, σαν οι φωτογραφίες και το ψέμα. Σχεδόν σαν ένα τίποτα...

Η σκέψη του φαιδρή –δίχως την αίστηση του κρότου– ανύποπτη, παιγνιδιάρα και απλή, ενεργούσε ελεύτερα μέσα σε κόσμον άφωνο, πολύ ευχάριστον να πούμε.

Και σκέφτονταν.

Νάταν κι αυτός ελαττωματικός –μουρλός– σαν τον άλλον, τον φίλο του, τί καλά που θα 'ρχόντουσαν. Άχ τί καλά.

Να θ' ανέβαινε.

Πατώντας κι αυτός στα νύχια (!) –όπως έκανε κι ο φίλος του– σκαλί το σκαλί θ' ανέβαινε τη σκαλίτσα, σκαλάκι το σκαλάκι θα κατέβαινε και κείνη. Ώ εκείνη!

Κι όταν θα φτάναν ο ένας απέναντι στον άλλον, πρόσωπο με πρόσωπο –ψυχή μου!– έχοντας κι αυτός τα χέρια του χωμένα μες στις τσέπες του, θάνοιγε και θάκλεινε το στόμα του.

Τρεις φορές, χάμ χάμ χάμ ίσον : σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ. Κ' ευτύς άλλες τρεις, χάμ χάμ χάμ. Κι άλλες τρεις κι άλλες τρεις. Όποιος καθήσει με γκαβούς θα γκαβίσει. Μπορεί νάταν μάγια. Όμως αυτός θα μπόραε το «σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ», να της τόδινε, με τη μαεστρία των δακτυλώ του θεία φχιαγμένο... Αχ, τί νάκανε; Να πήγαινε;

Ποιός ξέρει.

Μπορεί, ανοιγοκλείνοντας το στόμα του να πείθονταν αυτή – ώωω ήταν βέβαιο! Έτσι κι ο φίλος του δε θάκανε;

Μηγάρις τα μωρά δεν ξεγελιούνται με κουμπιά και με γυαλάκια; Μηδά με μιά φούσκα αηβασιλιάτικη δεν κάνεις τους πιτσιρίκους να πηδάνε;

Αυτό θάκανε. Κι ας με τα δάχτυλα του αυτός θα μπόραε να της διατυπώσει σαν μπούρμπουλας τους πόθους του να τους της κάμει αραχνοΰφαντους σαν κείνους της Ίσιδας τους πέπλους. Μόνο;

Να της παραστήσει τις γαρδένιες, τους ανέμους και την πάχνη. Τις πεταλούδες που ασηκώθηκαν ούλες μαζί ένα βράδυ απ' τα γεράνια. Την ψιχάλα που λάμπει στον αέρα όταν σκάζει το κύμα. Την χρυσόσκονη που αφήνει η πεταλούδα πα στα τζάμια. Τις τριχούλες που κατσαρώνουν στ' αφάλι του ροϊδιού.

Μα τί, αυτή έτσι, δεν θα πείθονταν. Τόξερε.

Θα τον φασκέλωνε –όπως πάντα– και θα τον έφτυνε κι απέ θάφευγε λιγωμένη στα γελάκια...

Ενώ έτσι, χάμ χάμ χάμ, τί θα μπόραε να κάμει; Ορίστε; Τίποτα.

Ελκυσμένη, μαγεμένη, ανάστατη θαρχόταν καταπάνω του.

Θα της βάφονταν κόκκινα τα μαγουλά της, θα λάμπαν και τα μάτια της σαν άστρα.

Ένα ένα τα σκαλάκια θα κατέβαινε, δυό-δυό θα τ' ανέβαινε και δαύτος.

Κι όταν θα φτάναν –πρόσωπο με πρόσωπο– θ' ανοιγόκλεινε κι αυτή το στόμα της – ποιός ξέρει τί θέλοντας ακριβώς να παραστήσει. Ακριβώς, όπως ίσως, έκανε στον φίλο του. Χάμ χάμ χάμ, τρεις φορές. Κ' ευτύς άλλες τρεις. Κι άλλες τρεις.

Τότε αυτός θα την αγκάλιαζε! Θα την έσφιγγε περίποθα στα μπράτσα του. Θάχωνε το χέρι του στον κόρφο της. Στο σβέρκο θα τη δάγκωνε ! Χα, χα τί ωραία !...

 

*

*  *

 

Κ' έτσι έκαμε!

Μα –παράξενο πράμα– αυτή δεν πείστηκε.

Τον φασκέλωσε –όπως έκανε πάντα– και τον έφτυσε κι απέ έφυγε λιγωμένη μες στα γέλια!

Κι αυτός τότε κατάλαβε.

Γρήγορα γρήγορα πάγαινε. Και καθώς πάγαινε σκεφτόταν.

Σκεφτόταν ούλη μέρα ως που νύχτωσε κι ως που έπεσε για ύπνο. Μα πού ύπνος.

Με τα μάτια ανοιχτά στο σκοτάδι τάβλεπε ούλα ομπρός του, το σπιτάκι, την σκαλίτσα και την κόρη.

Έτσι μικροσκοπικά, ως του τα σκέδιασε, σε κείνο το χαρτάκι, ο χάμ χάμ χάμας. Τοσαδούτσικα, ούλα μικρουλάκια, κουκλίστικα. Κ' επίπεδα, σαν φωτογραφίες και σαν ψέματα. Σκεδόν σαν ένα τίποτα...

 

 

ΜΙΑ ΜΑΧΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΡΘΗΚΕ

 

Είχε μιά χαρά μες στην καρδιά του.

Τα σπίτια, οι δρόμοι, ούλα τού χαμογέλαγαν μες σ' εκείνο το περίγλυκο βραδάκι κι ως παγαίνοντας χώθηκε στα καλντερίμια, το πρόσωπο του –εκείνο το σεβάσμιο– πήρε αγάλι την ίδια παπαγαλίστικη κοψά πούπερνε πάντα σαν κρυφές χαρές τού κρούαν την καρδιά του.

Τότες χαμογέλαε μονάχος του. Πορπατούσε και χαίρονταν.

Ταχτοποιούσε τις ιδέες του κατά τη σειρά τής πάσα αξίας· κατά πώς παραδεχόμαστε –κ' είμαστε βέβαιοι– πως το οχτώ νικάει τα εφτά και το εφτά το έξη. Έτσι.

Και τώρα έτσι.

Χαμογέλαε. Μιά κρυφή χαρά, μιά έννοια γλυκιά ήταν που τούκρουε λαφρά τη θύρα, και γλυκιές αποθυμιές τ' αέριζε μέσα του και πόθους.

Κι άρχισε πάλι να τα βάζει σε τάξη ούλα τα πράματα, τις ιδέες του, τις γνώμες.

Πρώτα πρώτα τη Χριστίνα.

Αυτή πάνω από ούλα τα περιστατικά και τα πρεπούμενα –τ' άψυχα και τα ζωντανά– κυριαρχούσε απόλυτα με τα δυό φρύδια όπως ήταν, με τα χείλη της κοφτά όπως όλων των ανθρώπων.

Από κοντά τα άλλα.

Που ένα πρωί –μιαν αυγούλα– την ξεμπαρκάρισε απ' το βαπόρι. Που την ασήκωσε στην αγκαλιά του και την κάθισε στη βάρκα του σαν κούκλα. Τίκ-τάκ, έκανε η καρδούλα της – θυμόταν.

Ήταν τόσο αλαφρούλα και γλυκιά –τόσο αθώα– έτσι καθώς του παραδόθηκε στα μπράτσα του με πίστη.

Μιά μοσκοβολιά απ' το χνώτο της του χύθηκε μέσα του, του αναστάτωσε τις σκέψεις. Και καθώς έλαμνε τα κουπιά, αντίκρυα της, την κοίταε. Θεέ μου πόσο ανάερο –πόσο αχνό– πούταν το πρόσωπό της. Πόσο όμορφη πούταν η σκρόφα.

Έτσι, τόνα κατόπι τ' άλλου σα σε καμμιά επίσκεψη, τούρχονταν και καθόντουσαν και τ' άλλα με την τάξη.

Ο καφενές που κάθισαν οι δυό τους κ' ήπιαν καφεδάκια. Το ξενοδοχείον «Η Ωραία Ελλάς» όπου την πήγε αυτός για κάμαρη. Το μπαουλάκι που της κουβάλησε ο λούστρος. Και οι πενήντα δραχμές που του ζήτηξε με το πρώτο δανεικές –κι αγύριστες– η κόφτρα.

Κι αυτός της φέρθηκε –και της φέρνονταν ακόμα– σαν πατέρας.

Γιατί; Μυστήριο!

Μυστήριο μωρέ, ενώ τόσοι άλλοι, και πιο γεροντότεροι απ' αυτόνε, είχαν μπει αμέσως στο προκείμενο, της έσκαζαν δεξά κι αριστερά το παραμύθι. Δαύτα ο μπάρμπα Σπύρος συλλοΐζονταν.

Κι από κοντά το βραδάκι –το ίδιο– που αυτός τη συνόδεψε στο καφέ αμάν, στη μπυραρία.

Σαν την είδε να χορεύει στο πάλκο με τόση τσαχπινιά και μαργιολιά –η σείστρα– γλυκογλαρώνοντας τα μάτια της, δείχνοντας στον κόσμο το βρακί της, αυτός έκαμε το θάμα του. Ποιός να του τόλεγε!

Παν τα δανεικά του σκέφτηκε, πάν τα βαρκαδιάτικα, πάει το τάλαρο πόσκασε στο λούστρο.

...Όμως χαλάλι. Ένας γλυκός πειρασμός, μιά ολπίδα έρχονταν σαν κλέφτης μέσα του και όλο τούλεγε πως δεν πειράζει.

Ίσα, ίσα. Μιά κ' ήταν αυτηνής της διαγωγής αυτή η Χριστίνα, κι αυτός άλλο που δεν ήθελε... Και πλήρωσε και τ' άλλα.

Έτσι μιά χαρά μπήκαν σε μιά χρυσή τάξη όλα τα πράγματα του, προχώραγαν οι ιδέες του, και μόνο σαν έφτανε κι αυτός στο... παραμύθι σταματούσε.

Πάνω σ' αυτό ακριβώς τραμπαλίζονταν η τάξη του, μπερδευόντουσαν τα πράγματα, το οχτώ δεν νίκαε το εφτά και το εφτά δεν νίκαε το έξη. Δεν πάει νάχε δυό τα φρύδια της, και από πέντε δάχτυλα στα χέρια της. Δεν πάει νάχε τα χείλη της κοφτά – κατά πώς όλων των ανθρώπων. Τίκ-τάκ, έκανε η καρδούλα της, για να κυκλοφορεί της το αίμα.

Κι ο μπαρμπα-Σπύρος τώρα εθύμωνε, τάβανε με τα ρούχα του, τον βάραινε η στεναχώρια στην καρδιά του.

Έτσι τούρχονταν να τάστερνε στον αγύριστο μαζί με τις εκατοπενήντα τση – που τον έβαλε στο χέρι.

Όμως γιατί του παρίστανε την πάπια; Κι αυτός, τί νάκανε; Πώς σε περικαλώ να ξέχναε εκείνη την πεντοβολάδα της ανάσας της, που μύρωσε το πρόσωπό του, σαν την κατέβασε στη βάρκα; Εκείνο μωρέ τ' αναπάντεχο αγκάλιασμα της, που τ' ανακάτεψε τα αίματα καθώς αυτή γαντζώθηκε σαν περιστέρα στο κορμί του; Ορίστε;

Ας εξέταζε λοιπόν καλύτερα τα πράγματα με ψυχραιμία και με τάξη. Και καθώς με το τρέξιμο των νοημάτων του, είχε ταχύνει και το βήμα του, σταμάτησε. Σιγά, ας μη βιάζονταν... Σιγά – ας μη βιάζομαι, έκαμε φωναχτά, με –τώρα– «διασταδόν» τα δυό του πόδια.

Λοιπόν, πρώτα-πρώτα αυτή:

Κάτι μεταξύ πουλιού και σχέδιου πάντας ήταν το προφίλ της Χριστίνας, με τα χείλη της σαν ψαλιδιά, με τη μύτη της σαν ράμφος. Πάνω σε καμβά λες ήταν κεντημένη η αφιλότιμη... Και σαν μιά φυσαλίδα αιμάτου, ήταν το στόμα της.

Την έβλεπες ξιπασμένη, ψυχρή, ακατάδεχτη, να πηγαίνει ανάερη, ποζάτη, και ξωπίσω της –κουρνιαχτός κι αντάρα– να την ακαλουθάν όλα τα πράγματα, όσα είχαν σκέση μ' αυτήνα: Το βαπόρι, τ' αγκάλιασμα, το μπαουλάκι, ο λούστρος, και το παραμύθι κειό – μαθές ο ίδιος...

Κ' ενώ τόσο χαρούμενος είχε κινήσει για τ' αυτήνα, η φάτσα του, ως να διαβεί το γκαλντερίμι, είχε πάρει μιά γλυκιά κοψά παπαγάλισα.

Τα πράγματα δεν ήσαν τόσο απλά, όσο τα νόμιζε.

Τόξερε καλά πως αυτήν τη μάχη θα την έδινε μονάχος του, χωρίς κανένα τη βοήθεια, δίχως –εξόν απ' το Θεό– άλλον συνδρομητή του...

Πώς θα της τόφερνε;  Κι από κοντά τί θα γινόταν;

Άχ νάταν τρόπος νάχαν μιλιά να τον ορμήνευαν τα πράγματα να τούδιναν μιά γνώμη τα κοτρώνια...

Τα σπίτια, οι δρόμοι, τον θώραγαν περίσκεφτα, δίχως μιλιά, δίχως ανάσα.

Τέτοιος, αμφίβολος, δισταχτικός, αναποφάσιστος της έκρουσε την πόρτα.

Αυτή, η Χριστίνα, που του χρώσταε, που αυτός της πλήρωσε τον μάγερα, που της είχε δώσει μετρητά (νάσανε κι άλλα) ήρτε και τ' άνοιξε. (Άχ, μερικές γυναίκες, πώς ανοίγουνε!).

Ήταν η ίδια αυτή –όπως πάντα– με τα πέντε της δάχτυλα στα χέρια της και με την κυκλοφορία του αίματός της.

Τον καλωσόρισε, τούδωσε καρέκλα, του πρόσφερε τσιγάρο.

Κι απέ τούπε γελαστά καθώς ξανάσκυψε στο μπαουλάκι της, ταχτοποιώντας τα πράγματά της.

— Ξέρεις μπαρμπα-Σπύρο, καλά πούρθες και σ' έθελα. Τα μάτια του άστραψαν.

— Αύριο πρωί φεύγω για τ' Αργοστόλι κ' ήθελα να με μπαρκάρεις καϋμένε.

— Να σε μπαρκάρω; έκαμ' αυτός σαν χαζός.

— Ναί. Είχα τηλεγράφημα να πάου αμέσως. Δουλειά εξασφαλισμένη, σίγουρη, για όλο το καλοκαίρι.

— Δουλειά έ;

— Άχ μπαρμπα-Σπύρο, δεν ξέρεις πόσο λυπάμαι που φεύγω. Πόσο μ' άρεσε το μέρος σας.

— Σ' άρεσε!...

— Τί θα πει. Κόσμος καλός, ήσυχος. Έχουμε λοιπόν μπάρμπα 60 για την κάμαρη, 30 στον μάγερα, γίνουνται 90, 5 του λούστρου, 50 μετρητές, τα βαρκαδιάτικα τα δικά σου, ούλα μαζί 150. Φτάνουνε 200; Να 250. Νάσαι καλά. Σ' ευχαριστώ. Με προστάτεψες. Ο Θεός να σε φυλάει, να σου δίνει ό,τι αγαπάς και υγεία...

Και καθώς τάλεγε, ορθώθηκε λυγερή ομπρός του. Στη μορφή της την λεπτή ρχόνταν και φεύγαν οι ωραίες της εκφράσεις.

Άνοιξε την τζάντα της και του τα μέτρησε στο χέρι. Δραχμές 250. Κι αυτός τα πήρε κ' έφυγε.

Πήρε το δρόμο προς τα πάνω. Μιά διάχυτη λύπη στην ατμόσφαιρα, έκανε τα σπίτια και τα φώτα όλα περίσκεφτα.

Κι αυτός αιστάνονταν μέσα του ένα κενό να τον βαραίνει...

 

*

*  *

 

Εκεί στην ταβέρνα του Φριντζελά, πήρεν η όψη του την παπαγαλίστικη κοψά πούπερνε πάντα.

Κι όσο έπινε, τόσο αχτινοβόλαε το μούτρο του, τόσο δούλευε μέσα του γλυκά Ο ρυθμός τούτου του κόσμου.

Τώρα είχε εμπιστοσύνη στον εαυτό του, έβαζε στοίχημα...

Ήταν γενναίος αυτός, αποφασιστικός ήταν, αμετάπειστος...

Θα πάγαινε στην βάρκα του, θα ξάπλωνε, θα σύχαζε.

Κι όταν το ρολόι τ' Ανικόλα θα σήμαινε τις δυό, αυτός θα εγείρονταν.

Και ήξερε.

Θάκρουε λαφρά κ' η πόρτα θάνοιγε κι αυτός θάμπαινε.

Εκεί –ο ένας ανάντι του άλλου– πρόσωπο με πρόσωπο, θάδινε τη μάχη του, θα της έσκαζε κι αυτός το παραμύθι.

Να τις 250, να την ψυχή του, την καρδιά του, το αίμα του!

Κι αυτή ;

Ώ, αυτή θα δέχονταν.

Θα του χαμογέλαε περίγλυκα –κατά πώς έκανε και στσ' άλλους– θα τούδινε τα χείλη της.

Και θάπαιρνε τη μάχη. Ορίστε;

Και κίνησε...

Όμως – για ιδές: Πάτησε ή δεν πάτησε στη βάρκα του; Έγειρε να κοιμηθεί, ή έσκυψε να ξεράσει;

Κάθε στιγμή ήταν σαν ένας χρόνος, σαν αιώνας.

Τί ακριβώς ήταν που γίνονταν μέσα του δεν καταλάβαινε, όμως ένιωθε καλά πως μιά αδυσώπητη τάξη τού βόλευε στη συνείδηση του ούλα τα πράγματα, τα λόγια, τις ιδέες. Έτρεμαν ούλα διαβαίνοντας τη σκέψη του, σκούζαν βούιζαν φριχτά, παίρνοντας πάσα ένα –γρήγορα, ρυθμικά– τη θέση τους.

Κι όταν ούλα στοιβάχτηκαν, ταχτοποιήθηκαν, τότες η σιγή γλυκιά, αλαφροέρχοτη άρχισε να χύνεται –σαν ήσυχο νερό– μες στην καρδιά του. Να του λαφρώνει το βάρος που αιστάνονταν, να του γλυκαίνει τους πόνους και τα ιντέρτια.

Κ' ήταν ωραία !

Σαν οπώρα ζαχαρωμένη μες σε γυάλινο βάζο έγινε το μούτρο του. Σαν δυό χάντρες μαβιές τα μάτια του – απλανή, εκστατικά, του έφεγγαν τώρα...

Και το πρόσωπο του –εκείνο το σεβάσμιο– πήρε αγάλι την ίδια παπαγαλίστικη κοψά πούπαιρνε πάντα, σαν κρυφές χαρές τού κρούαν την καρδούλα του, σαν μυστικές αποθυμιές γλυκά του νάρκωναν τα νεύρα.

Είχε τώρα εμπιστοσύνη στον εαυτό του, έβανε στοίχημα...

Έτσι σιγά σιγά ξαλάφρωσε και σύρθηκε αγάλι προς τα πάνω, ώ, ήταν γενναίος αυτός, αποφασιστικός και αμετάπειστος.

Πότε ορθός, πότε γερνάμενος πάγαινε σαν σκάφανδρο. Πότε μπρούμουτα ή ανάσκελα σαν ψάρι. Και μιά έψαχνε τα φύκια με τα μούτρα του, μιά την πλάτη του έξυνε στις καρένες των μαούνων.

Διασταυρώνονταν με τα ρέματα, ή πάτωνε στη θάλασσα – σαν θερίο μπουσούλαε και πήγαινε με το στήθος.

Κ' ενώ η Χριστίνα το πρωί του κάκου τον εγύρευε να την μπαρκάρει στα βαπόρι, αυτός λαγοκοιμόταν στις φυκιάδες.

Ανάλαφρα τα ρέματα τον κούναγαν, δειλά τον τριγύριζαν τα καβούρια...

 

Ο ΒΟΪΔΑΓΓΕΛΟΣ

Όσα αστεράκια έχ' ο ουρανός τόσες φορές την είχε φιλημένη· και μιά φορά την έκαμε δικιά του, καταδικιά του.

Έτσι 'να βράδυ την είχε πλανέψει –σχεδόν τη μάγεψε– και την έσυρε μαζί του ως τους ίσκιους, πούχε στο περιγιάλι το σούρουπο απλωμένους.

Αυτός που τον σιχαίνονταν ο κόσμος και κοίμιζαν οι μάνες τα παιδιά με τη φοβέρα του, αυτός ο ασκημάνθρωπος, πούχε σαν του βοδιού μιά φάτσα, αυτός ο στραβοκάνης, ο αλλοίθωρος, που όταν σε θώραε κοίταες πλάι σου να διείς ποιόνα κοιτάζει, αυτός που φαίνονταν πάντα σαν να γέλαε – κι ας έκλαιε μέσα του η ψυχή του– αυτός, ναι αυτός, την είχε σύρει ως τα βούρλα, και κει πλάι στο κύμα τήνα ξάπλωσε στα βότσαλα, στις αρμυρήθρες – πα στα φύκια...

Καθώς γιαλό γιαλό, αυτήνα γύριζε 'να βράδυ σπίτι της, την πέτυχε.

Είχε ανασκουμπωμένα τα βρακιά του ως τα γόνατα και τα μανίκια του πουκάμισου αναστραμμένα έως τους ώμους.

Ούλη μέρα ψάχνοντας την ακροθαλασσά και τις κοτρώνες, είχε συλλέξει μες στο δίχτυ του κάνα δυό καβουρομάνες και οχταπόδια, ένα μεγάλο κοκωβιό και μύδια διάφορα. Και όπως έσκυβε πάνω στη θάλασσα, τα λογδιά των μαλλιών του τον τύφλωναν, κ' η φάτσα του –εκείνη η βλάκικη– κατά πώς υπόφερνε ψαχουλεύοντας το βυθό με τις πατούσες, φαίνονταν σαν να γέλαε. Ένα γέλιο Θεέ μου ηλίθιο και αδιάντροπο.

Όχι γιατί στ' αληθινά αυτός γέλαε, παρά γιατί έτσι ήταν το μούτρο του χυμένο –σχεδόν σταματημένο– πάνω σ' αυτό το σκέδιο.

Λες κ' είχε ξεραθεί πάνω στο γέλιο του !

Λες και τον γέννησ' έτσι –κατά πώς ήταν τώρα– η μάνα του!

Αφού φαίνονταν τα κοφτερά τόξα των δοντιών του και τα χείλια του τού ήταν σκισμένα ως τ' αφτιά... Μπα που κακοχρονάχε τέτοιο τέρατο !

Αφού τα μάτια του έλαμπαν – σαν πως όταν γελάμε μ' ούλη την καρδιά μας. Μπα που να μην έσωνε ο χαλές!

Λοιπόν δε γέλαε;

Όχι! Μήτ' έκλαιγε. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν ήξευρε καλά καλά μήτε πώς γελάνε, μήτε πώς κλαίνε.

Ως φαίνεσται δεν αιστάνονταν μήτε τη χαρά μήτε τη λύπη.

Το βλέμμα του είχε κάτι από τις θάλασσες από τη βλακεία του ζώου και από του τράγου είχε την ηδυπάθεια.

Για δαύτο, μόνο έτσι σκοτεινό, μουλουχτό, γοργοέρχοτο τον συνέπαιρνε μονομιάς το ηδονικό –το περιπαθητικό– ρέμα που αιστάνονταν στο αντίκρυσμα κάθε γυναίκας.

Τότες στεκόταν και την κοίταε...

Ανάσαινε βαθιά και κρέμαε η γλώσσα του. Έβλεπες να δουλεύουν τα μηλίγγια του και τα μάτια του –ώ κείνα τα μάτια του–  είχαν την έλξη του γκρεμνού που φέρνει ζάλη. Το μαγνήτη τού ρούφουλα είχαν που σε τράβαγαν στη δίνη τους...

Έτσι σταθεί 'χε μπρος της, έτσι την κοίταξε.

Λύθηκαν τα γόνατά της και τα χέρια της. Χύθηκαν απ' την ποδιά της τα χάχαλα πούχε μαζωμένα. Θέλησε να φύγει, μα μιά καταχνιά από πόθους ανάκατους και τρόμους, θόλωσε την ψυχή της, της ξέντωσε ηδονικά τα νεύρα, αγάλι...

Καταλάβαινε να τη ναρκώνουν εκείνες οι γκρίζες χάντρες των ματιάρων του,  εκείνο τους το τρεμοπαίξιμο το λάγνο.

Έναν ηδονικό σπασμό στη σάρκα ένιωσε, να της παραλεί τη θέληση -έσωθέ της...

Και καθώς αυτός πισωπάταε προς τις αρμυρήθρες που στρώμα θα τους γίνονταν, αυτή ξαναμμένη, μαγεμένη, πήγε το κατόπι του.

Εκεί πάνω στα βότσαλα την ξάπλωσε. Βούλιαξαν μες στους πόθους τους απάτωτα, περιπλέχτηκαν τα κορμιά τους.

Κ' είδε κατ' επάνω της το γέλιο του, κειές τις αλλοίθωρες χάντρες των ματιών του τώρα μεγαλωμένες απ' τον πόθο του...

Αυτόν, τον σκότωσαν.

Αδεκεί, ομπρός στα παρεθύρια της Γαρώφως, τον ξάπλωσαν μιά νύχτα.

Ο άντρας της τον σκότωσε, τούχυσε το αίμα, αυτός.

Αυτός που σαν ήρτε απ' τα ξένα και του τάπε ούλα η γυναίκα του, όχι κατά πώς έγιναν τα πράματα αλλά κατά πώς την σύφερναν να είχαν γίνει.

Να γιαλό γιαλό, πάγαινε για χάχαλα 'να δείλι.

Εκεί στα βούρλα μες στις αρμυρήθρες –αυτός κρυφτός– ο Θύμιος ο Βοϊδάγγελος παραμόνευε. Μόλις αυτή έφτασεν ανήξερη –τέρας της φύσης και στοιχειό– ορθώθηκε ομπρός της.

Με το καμάκι τη φοβέριξε. Την άρπαξε από τα μαλλιά, την κύλησε στα φύκια...

Αύτη αντιστάθηκε μ' αυτός είναι χεροδύναμος, θερίο. Και καθώς αύτη έμπηξε φωνή, έπιασ' αυτός μιά φούχτα φύκια και της μώλωσε μέχρι βαθιά ως το λάρυγγα το στόμα. Από κοντά, όλα έγιναν...

Πάνε τρεις μήνες από τότες κι αυτή αιστάνονταν να φλετουράει μέσα στα σπλάχνα της το ακάθαρτο σπάρμα αυτού του δράκου!...

Μήτε του παπά δεν το ξεστόμισε. Μήτε του κόρφου της δεν τόπε. Αυτόν –τον άντρα της– αυτή ακαρτέραε νάρτει, για να το βγάλει απ' την ψυχή της.

Τώρα αυτός έρχονταν.

Γλυκαμένος από τότε ο Σατανάς αδεκεί όξω απ' την πόρτα της, διάβαινε πάσα νύχτα, κρούοντας λαφριά τα παρεθύρια της, μουθουνίζοντας σα σκύλος κι απέ στένοντας στις χαραμάδες τα γκαβά του.

Να τρελλαθεί αυτή επάγαινε, να παράρ' ο νους της...

Πούταν τα πιο βαθιά νερά να πάει να πνιγεί, πούταν τα πιο αψηλά βουνά να πάει να πέσει.

 

*

*  *

 

Έτσι το ίδιο βράδυ τόνα σκότωσε.

Παραφυλώντας στο σκοτάδι, τούχωσε το λάζο στην καρδιά του.

Μιά φωνή –ένα μουγκρητό– σα βόδι έβγαλε και ανάσκελας, έπεσε στο χούμα. Δυό μέτρα μπόι ήταν το μάκρος του.

Κι ο άλλος έφυγε. Έγινε άφαντος στη νύχτα.

Έτσι, ούλη νύχτα έμεινε νεκρός εκεί –ομπρός στο σπίτι της– βουτηγμένος μες στο αίμα του ο Θύμιος.

...Τώρα δε θα γελούσε πιο συλλοϊζόταν η Γαρώφω.

Το αίμα της καρδιάς του χύθηκε στη πόρτα της. Του χάρου το ξεπάγιασμα του ξύλιασε τα νεύρα. Τυλιγμένος μες στα αίμα του, θάταν κι αυτούνος χλιβερός, κατά πώς χλιμμένη κι αυτηνής ήταν η ψυχή μες στο κορμί της.

Βλέποντας τόν σκοτωμένον, θα ξαλάφρωνε. Ναί, τ' άχτι της θε νάβγαζε...

Έτσι σαν έφεξε, άνοιξε δειλά το παρεθύρι.

Εκεί αμπροστά της, ανάσκελα πεσμένος, με τις γροθιές σφιγμένες μπρος στο στήθος του, με το κεφάλι ανασηκωμένο από το σκέβρωμα, ήταν σα να τη βλέπει ο Θύμιος ο Βοϊδάγγελος με τα πρησμένα μάτια του, γιαλένια.

Θεέ μου, πάλι γέλαε !...

Είχε τα μάτια του ολανοικτά και τα χείλια του σκασμένα σ' ένα γέλιο.

Αφού φαίνονταν τα κοφτερά πριόνια των δοντιάρω του, αφού η σκισιά της στοματάρας του έφτανε έως τ' αφτιά του.

Λες κ' είχε ξεραθεί πάνω στο γέλιο του. Λες και τον γέννησ' έτσι η μάνα του, έτσι ως ήταν τώρα και στα φύκια!

Λοιπόν δεν γέλαε ;

Ναί, γέλαε!...

Γέλαε, λες τούλεγαν κρυφά στ' αφτί, για κείνες τις αρμυρήθρες και τα βούρλα... για τ' άλλο το «ακάθαρτο» σπάρμα του, που (κιόλας !) άρχισε τρελλό φλετούρισμα στα εντός της...

Και καθώς ο πρωινός ήλιος τον φώτιζε έτσι μακάβρια ξεραμένο, γοργά έκλεισε τα ξώφυλλα...

Τρελλή, έκλεισε και χάθηκε.

Μεγαλωμένες –σαν τότες– οι γκαβίλες του, ξανά να τη ναρκώνουν, εννοούσε...

Που κούφια κι άπιαστα Παναγία της... Που ο Θεός να τη σχωρνούσε...

 

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΓΚΡΗΣ

Έτσι καταπώς άφριζαν τα κύματα τού θύμιζαν τη χώρα.

Αυτή τη χώρα την Ιτιά, που στέκονταν στο περιθαλάσσιο κατάλευκη κ' ήταν εκείς ο μπάρμπας του –ο Κόκοτας– μαγαζάτορας, κάπελας, κρασοπούλης και φούρναρης. Κ' είχε ψυχογιούς και αξία και όνομα.

Νά, κατ' απ' τα Σάλωνα, μαθές, αυτού που σφάζανε αρνιά και κατ' ακόμα απ' το Χρυσό, που σφάζανε κριάρια. Εκείς, ανάμεσα όπου –ποιός ξέρει πού– σφάζονταν στης Μαρίας την ποδιά τα παλληκάρια.

Ας είν' καλά αυτός που τάξερε τα Σάλωνα –αυτά τα Σάλωνα– και τ' άλλο το Χρυσό – απ' αψηλά φ' της Τρύπης τις κορφές που τάχει ιδωμένα. Κι αυτήν, την Πενταγιώτισα, τη Μαρία, που γι' αυτήν σφάζονταν τα παλληκάρια στη ποδιά της...

Ά! Χα! τί γιέμορφη π' θα νάταν Θιέ μου! Άσπρη θανάταν σαν το γάλα καψερέ. Θάταν ψηλή, θάταν λιγνή, θάταν γελούσα.

Μαρίγια την νομάτιζαν. Δασκαλοπούλα την λαλάγαν. Όϊ Κατίγκω, όϊ Θυμιούλα, μάηδ' Αγγέλω. Μαρίγια!... Γιατί Μαρία λεν την Παναγιά, Μαρία και δαύτη έλεγαν.

Χάσ'κο ψωμί θα νάτρωγε. Απ' την Ανθήνα ορέ θάτανε, απ' τον Περαίγια. Και στο πεζούλι της –όξ' απ' την πόρτα της– θα καθότουνα, με μιξωτά ουφστάνια και τσιπούνι. Μ' άσπρη ποδιά, κ' ένα γιορντάν από φλωριά...

Και κεις, ένα ένα τα παλληκάρια του χωριού, θα πάγαιναν με λάζα στα χέρια και θανάκοβαν τόνα κατόπι στ' άλλο το λαιμό τους.

Γιατί ;... Έτσι...

Έτσι για να γλέπ' αυτή. Να γλέπ' ορέ το γαίμα στην ποδιά και να χαμογελάει, να χαίρετ' η καρδιά της !...

. . . Έτσι κι αυτός να ττάαινε ήθελε να σφάζονταν ομπρός στα μαύρα μάτια της Σταυρούλας. Αυτηνής πούταν τριταξαδέρφη του κ' ήταν ο σβέρκος της άσπρος σαν το γάλα. Πούταν το μπράτσο της σαν κείνο τ' ασημένιο τής Παναγιάς μες στον Άη-Θύμιο.

Μα μήτε άσπρη ποδιά αυτή φόραε, μήτε και στο κατώφλι της εκάθονταν ποτές της. Μόνο με νια βαρέλα στον ώμο κουβάλαε πάντα νηρό απ' το πηγάδι κι ούλο με τα ζα της είχε πάντα να λέει και να κάνει. Τα έρμα.

Έτσι νια μέρα της είχε ντροχιαστεί νια γίδα γκιώσα πα στ' αλώνι και πλάνταξε το θρασίμ' από το βέλασμα. Αντάμα να την ξεντροχιάσουν πήγαν.

Έσγουψε αυτή να της ξεχουματίσει το παλούκι της και φάνηκαν τα μεσοφόρια της 'πό μέσα. Αυτό τ' αγρίμ' η γκιώσα έφερνε γύρα-γύρα και τους μπερδίκλωσε με την τριχιά της.

Γάνιαξαν απ' το σαλάισμα. Ανακατεύτηκαν τα χνώτα τους, διασταυρώθηκαν οι λοϊσμοί τους.

Πιάστηκαν κ' οι πλεξούδες της απ' τα κομποσκοίνια του σουρέλου του: «Όρε Γιάν!...» (Και στην γκιώσα λέοντας τα) :

. . . «Άχ ψοφίμ' τ' κιαρατά, άχ πλαντάμ', άχ κλαπατσάρα!...».

Έτσι σγουμένη –προσκυνημένη– η Στραυρούλα ομπρός του, βέλαζε και δαύτη σαν κατσί. Δυό χέρια αυτηνής κι άλλα δυό «τα θ' κάτ'» πάλευαν και ψαχούλευαν το σουρέλο του. Κ' η γίδα γιούρταε κατ' το χωριό για να λακήσει το ρημάδι...

. . . Άει ζωντόβολ' πού θα μ' πας. Άει στρίγγλα, άει τηχτικιάρα...

Τόσα δάχτυλα πασπάτευαν τα σκέλια του, του μάλαζαν τη φύση...

Λύθηκαν τα κομποσκοίνια του, έπεσε και το βρακί του. Άστραψε τ' αλώνι κ' οι ματιές, κοκκίνισε κ' η Σταυρούλα ως τ' αφτιά της. Μιά γλυκιά ταραχή τούς συνδαύλισε τις ιδέες τους, τους ανακάτεψε τους δυό τους. Κάτι ιδέες παράξενες, κάτι νοήματα αμολόητα σε λόγια...

Πήρε φτερό η Σταυρούλα κ' έφυγε. Δρασκέλισε γοργά τα βράχια και ροβόλησε προς το χωριό –την Άη-Θυμιά– τρεχάτη. Φαίνονταν οι πατούσες της στο φεύγι της, ανεμίζονταν ξωπίσω της τα υφαντά της μεσοφόρια.

Τότες ο Γιάννης ξύπνησε. Τότε τον καψόκαψε η φλόγα. Έτσι με σερνάμενο στόνα του πόδι το σουρέλο του, σαλτάρισε ξαναμένος προς το βράχο. Αψήλωσε σαν πετρίτης στην κορφή του και φούγιαξε σακάτω, κάνοντας τις φούχτες του πιπίνι... Σταυρούλαααα... άρη Σταυρούλαααα...

Την είδε νια στιγμή να στρέφτει το κεφάλι. Κατ' από τ' άσπρο της μαντήλι τού φάνηκε πως τον έφτανε η στράψη των ματιών της. Είδε τα δυό της χέρια –τις παλάμες– φάσκελα, να του τα στέρνει και να φεύγει. Να χάνεται μες στα σπαθόχορτα της άπλας.

Αυτήν λοιπόν, αυτός αγάπαε...

Πούτανε σαν την Πενταγιώτισσα γλυκιά, αυτήν τη Μαρία τη παινεμένη· που την τραγούδαγαν σε πανηγύρια και σε γάμους, που σφάζανε αρνιά για χάρη της στα Σάλωνα και που τα παλληκάρια σφάζονταν στην ποδιά της.

Σα θα μεγάλωνε κι αυτός και μάλλιαζε το στήθος του. Σα θα τράχαινε αντρίκεια και η φωνή του... Σα θάβγαζε μουστάκι... Νά, σα θα το λέγαν οι κούκοι στα βουνά κ' οι πέρδικες στα πλάγια, έτσι νια νύχτα, ένα πουρνό, θα του το λέγαν κι αυτουνού τα παλληκάρια του, πα στις ψηλές ραχούλες.

Μας πήρ' η μέρα κ' η αυγή
Γιάννη Στελίγκο αρχιληστή...

 

Γιατί κλέφτης κι αρματωλός θα γίνονταν για χάρη της. Καπετάνος ξακουσμένος...

Με τετραπίθαμο σπαθί στη μέση, θάπαιρνε τα βουνά και τα ρουμάνια. Κουμπούρια και γεντέκια μπελαλίδικα, θάσερνε διασταυρωμένα στο σελάχι τ' Ασημαχαρζωμένες και μυριόχρυσες θάσαν κ' οι μανικέττες του στα μπράτσα. Δυό σειρές από χρυσά φλωρία θάσαν οι γονατάρες του στις κάλτσες. Ούλο χάρτζα και τσαπράζα θάταν τα μπισλίκια του. Όλο καμάρ' κι λεβεντιά θάταν κι ατός του μες στα κέδρα...

Κι όντας η νύχτα θάταν μαύρη στα βουνά κι όντας στους βράχους θάπεφτε το χιόνι, έτσι εκεί στα έρημα και στα σκοτεινά, πρώτος θα να ξεσπάθωνεν αυτός κι από κατόπι στη σειρά τα παλληκάρια τ'...

Θάστραφτε –μέσα στη νύχτα– η ασημένια αρματωσιά του. Σα μιά φλόγα λυγερή θα γλώσσιζε μες στο σκοτάδι του γιαταγανιού του η λάμα. Γραμμή, καταγραμμή θα πάγαιναν –ούλοι μαζί– μ' ολόρθα τα σπαθιά στα χέρια. Σαν φωτεινές κομπότρυπες θα φαίνονταν μες στο σκοτάδι οι τρύπες των ματιών τους.

Ο Καπετάν Γκρης θάταν αυτός, ο Κατσαντώνης, ο Τρομάρας. Στν' Αράχωβα θα τον τραγούδαγαν, στην Κολοπετινίτσα, θα τον κρέναν...

Κ' ενώ στα Σάλωνα θα σφάζανε κριάρια και αρνιά για τη Μαρία, θάσφαζε κι αυτός τα πέντε αδέρφια της Σταυρούλας.

Αυτά που τον ξυλοφόρτωσαν για χάρη της.

Μωρέ αυτά, με τα μαλαματένια πελεντζίκια τους, με τα πολλά λαγκιόλια, που σειόνταν και λυγιόνταν στο χωριό και πάαιναν στην εκκλησιά αρματωμένα.

Που μόν' αυτά της πιάνανε το δάχτυλο δίχως μαντήλι στο χορό κι αραδαριά της ψάλλαν το τραγούδι.

Με πέντε πόδια στον αέρα, της το κένταγαν, με τ' άλλα πέντε –βεργολυγώντας τα– στον τόπο, της το πλέκαν. Καί μ' άλλα δέκα τα χεράκια τους, απά 'φτή κεφαλή της, της τόκαναν γιρλάντα. Κοιτώντας την και καμαρώνοντας την της το λέγαν.

...Το πως ένας αητός καθέτανε στον γήλιο και ηλιαζέτανε...

Μην λάχει και το νόμιζε για ψέμα, της το βρόνταγαν. Λες την περικάλαγαν να το πιστέψει, της το κρέναν. Στα μάτια την κοιτάζανε.

Κι ως αυτηνής (περδικοστήθας) φλωριών 'νας γαλαξίας τα γιορντάνια λαμποκόπαγαν κι άστραφταν τ' ασημοζουναριού της οι δίδυμοι ντοκάδες – μιά γυροβολιά κατ' απ' τα μπράτσα τους, την έφερναν και μιά του πήδου και του ύψου την σήκωναν. Το πόδι και το πάτι της εταίριαζαν με εκείνα τα αητονύχια –τα νυχάκια του– τα νυχοποδαράκια του, και με την πέ, μωρέ την πέρδικα – την πέρδικα που πιάσανε... (μπάμ! μπάμ! μπάμ!...) να μην τους τη χαλάσουνε, μωρέ τους τη χαλάσανε...

Μάλιστα...

Του Καραμέρη ανήψι 'ταν αυτός του Αναγνώστη αγγόνι! Γιος του Στελίγκου ήταν μωρέ, τ' αητού, που σκότωσαν με μπαμπεσιά --στο μπλόκο της Τοπόλιας.

Κι αητός κι ο ίδιος θα να γένονταν. Αητός με πήχυ το φτερό και πιθαμής τ' ανύχι. Και η Σταυρούλα η πέρδικα που θάπιανε...

Αυτή, η πετραπετροπαγενάμενη, η λιθολιθαροπατούσα. Όπου εδείπνα με τ' αδέρφια της κι απέ κοιμόταν μοναχή της. Που γλυκοστράφτανε τα μάτια της, που τρέμαν σαν ομίλιε τα βυζά της.

Αψηλά κατ' τ' Άγραφα κατ' τα Τζουμέρκα θαν την τράβαε, αψηλά στα Καρπενήσια.

Απά στα Βλάχικα κονάκια θα τους καλοδέχονταν με μηλοστολισμένα φλάμπουρα –και με ζυγιές παιχνίδια– οι τσελιγκάδες.

Εκεί θα τρώγαν αρνάκια τρυφερά, κριάρια σουβλισμένα. Κ' ένα παιδί, εκεί θα να της βάφτιζε να βάλει τ' όνομα της. Κι ως τα σουρπώματα θα βάιζαν γύρα τα δάσα κ' οι πλαγιές –κ' ενώ θ' αχάγαν τα κυπριά γύρα στις στάνες– χρυσές, πυκνές, ετοιμασίες θάκαναν οι τσούπρες στα κονάκια.

...Θα στρώναν μάλλινα σκουτιά
βελέντζες χλουμισμένες
που τις φαδιοπλουμίσανε
κοπέλλες και κυράδες.
Θα στρώναν πάτους βασ'λικό
και πάτους μαντζουράνα
και πάτους δεντρουλίβανο
να κοιμηθούν αντάμα...
. . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 

Έτσι, μιά μέρα τον ξυλοκόπησεν ο θείγιος του ο Κόκοτας, τον χτύπησε σαν μπάκακα αποχάμω : «Ζαβρακιασμένο... δρωπικιασμένο... μπακανιάρικο!...» του φούγιαξε και τον ξανακλωτσοπάτησε να μάθει... Να ξέρει να μην του πέφτουν τα ποτήρια από τα χέρια του, μήτε να χύνει τα «βιδάνια» στο δρόμο! – να τα φυλάει για–ξύδι–να γίνονταν!... ή για κάναν κουτο-εγγλέζο, ή διακονιάρη!...

Λάκησε κι αυτός κατ' τα βουνά, στην Τρύπη τού Παρνασσού, θα τράβα για αρματωλός και κλέφτης. Ο θειός του ο Καραμέρης, κει λημέριαζε, μ' όλα του –στη σειρά– τα παλληκάρια.

Έτσι, κι αυτός, καταγραμμής θάστενε κατάραχα και τα θ'κά του. Θα λαμποκόπαγαν στους ντουλαμάδες οι πέντε αράδες τα κουμπιά, οι έξη τα σειρήτια. Το ένα κατόπι τ' άλλου θα πάγαιναν, μ' ολόρθα – ομπρός στις μύτες, τα σπαθιά τους.

Γέρνοντας προς τα πίσω το κορμί, στ' αφτί του κατοπινού, θα να τάλεγε σιγούλια· κ' έτσι από στόμα σ' αφτί τηλεγραφώντας τες, ως τον στερνό θα φτάναν κλέφτη, οι διαταγές του.

Ο Καπετάν Γκρης θάταν αυτός, ο Κατσαντώνης, ο Τρομάρας! Χάϊ-Χάϊ!... Στα πενταόρια θα τον χόρευαν, στην Πενταγιού θα τον λαλάγαν.

Κ' ενώ στα Σάλωνα θα σφάζαν αρνιά (Μαρία) και στο Χρυσό κριάρια, πα στης Σταυρούλας την ποδιά, κι αυτός θάσφαζε το θείο του τον Κοκότα...