ΗΣΙΟΔΟΣ – ΕΡΓΑ ΚΑΙ ΗΜΕΡΕΣ

 

4ο ΓΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

 

ΗΡΩΕΣ

 

Κι όταν το χώμα εσκέπασε και αυτό το γένος, άλλο, τέταρτο γένος έπλασε ο Δίας,  ο γιος του Κρόνου, επάνω στην πολύβλαστη τη γη, πιο δίκαιο και πιο αντρείο, το θείο το γενος των ηρώων που τους λεν ημίθεους, το γένος που ήρθε πριν εμάς στη γη που όρια δεν έχει. Όμως αυτούς ο μαύρος πόλεμος κι οι σκληρές μάχες ξολοθρέψανε, άλλους μπροστά στη Θήβα την επτάπλη, στη γη του Κάδμου επάνω, όταν για του Οιδίποδα τα πλούτη πολεμούσανε, κι άλλους όταν τους έφερε με τα καράβια ο πόλεμος απ’ τη μεγάλη άβυσσο, της θάλασσας επάνω στην Τροία, για τη χάρη της Ελένης της ομορφομάλλας. Κι εκεί, άλλους πήρε ο θάνατος, κι άλλους ο Δίας πατέρας έφερε, του Κρόνου ο γιος, στα πέρατα της γης, όπου τους έβαλε απ’ τους ανθρώπους χωριστά να μένουνε και βιος τους έδωκε και τάξη. Και ζούνε αυτοί μ’ απίκραντη στα στήθη τους ψυχή μέσα στων μακάρων τα νησιά, δίπλα στον βαθυστρόβιλον ωκεανό, μακάριοι ήρωες αυτοί, που τρεις φορές καρπούς γλυκούς σα μέλι τους ωριμάζει κάθε χρόνο η γης, η γης η ζωοδότρα.

 

Αυτάρ επεί και τούτο γένος κατά γαία κάλυψεν,

αύτις ότ’ άλλο τέταρτον επί χθονί πουλυβοτέρη

Ζευς Κρονίδης ποίησε, δικαιότερον και άρειον,

ανδρών ηρώων θείον γένος, οι καλέονται

ημίθεοι, προτέρη γενεή κατ’ απείρονα γαίαν.

Και τους μεν πόλεμός τε κακός και φύλοπις αινή

τους μεν υφ’ επταπύλω Θήβη Καδμηίδι γαίη,

ώλεσε μαρναμένους μήλων ένεκ’ Οιδιπόδαο,

τους δε και εν νήεσσιν υπέρ μέγα λαϊτμα θαλάσσης

ες Τροίην αγαγών Ελένης ένεκ’ ηυκόμοιο.

Ένθ’ ή τοι τους μεν θανάτου βίοτον και ήθε’ απάσσας

Ζευς Κρονίδης κατένασσε πατήρ ες πέρατα γαίης.

Και τοι μεν ναίουσιν ακηδέα θυμόν έχοντες

εν μακάρων νήσοισι παρ’ Ωκεανόν βαθυδίνην,

όλβιοι ήρωες, πάσιν μελιηδέα καρπόν

τρις έτεος θάλλοντα φέρει ζείδωρα άρουρα.

 

 G