ΟΙΧΑΛΙΑ

 

Στράβων, βιβλ. Ι, 1:10. Εστι δε και η Οιχαλία κώμη της Ερετρικής,  λείψανον της αναιρεθείσης πόλεως υπό Ηρακλέους, ομώνυμος τη Τραχινία, και τη περί Τρίκκην, και τη Αρκαδική, ήν Ανδανίαν οι ύστερον εκάλεσαν, και τη εν Αιτωλία περί τους Ευρυτάνας.

 

Ο Ομηρος, στην ΙΛΙΑΔΟΣ Ραψωδία  Β, στ 729-733:

Οἳ δ᾽ εἶχον Τρίκκην καὶ Ἰθώμην κλωμακόεσσαν,

οἵ τ᾽ ἔχον Οἰχαλίην πόλιν Εὐρύτου Οἰχαλιῆος,                                          

τῶν αὖθ᾽ ἡγείσθην Ἀσκληπιοῦ δύο παῖδε

ἰητῆρ᾽ ἀγαθὼ Ποδαλείριος ἠδὲ Μαχάων·

τοῖς δὲ τριήκοντα γλαφυραὶ νέες ἐστιχόωντο.

 

Οι αρχηγοί των κατοίκων της Οιχαλίας ήταν οι δυο γιοι του Ασκληπιού, ο ΠΟΔΑΛΕΙΡΙΟΣ και ο ΜΑΧΑΩΝ.

 

Ο ποιητής Θάμυρις ήλθε από την Οιχαλία, από τον Εύρυτο.  Οι Μούσες ανάγκασαν τον Θάμυρι να πάψει το τραγούδι του, στο Δώριον.  Αυτή η πόλη  ανήκε στον Νέστορα.

 

Τον γιο του Ευρυτου, τον Ιφιτο, σκότωσε ο Ηρακλής, όταν τον έπιασε η μανία. [ΕΙΚΟΝΑ]. Για  να τιμωρηθεί αναγκάστηκε να υπηρετήσει την βασίλισσα Ομφάλη, της Λυδίας, στην οποία τον πούλησε ο Ερμής για 3 τάλαντα.  Τότε, κοντά στην Έφεσο, έπιασε και κρέμασε ανάποδα δυο πιθηκόμορφους κλέφτες – πολύ αστείους – τους Κέρκοπες [Απολλόδ. 2.132]. Ο Σουιδας γράφει πως η ‘Αγορά Κεκρόπων’ ήταν στην Έφεσο και ο Ηρακλής δεν τους σκότωσε μετά από την παρακληση της μητέρας τους. Τότε επίσης  ο Ηρακλής βρήκε το σώμα του Ικαρου και το έθαψε στην Ικαρία, δίνοντας το όνομα στο νησί. Ο Δαίδαλος για να τον ευχαριστήσει του έφτιαξε ένα αγαλμα στην Ολυμπία ή στην Κόρινθο, αλλά όταν ο Ηρακλής το είδε, νόμισε πως ήταν ζωντανό και το πετροβόλησε.

Σύμφωνα με τον Απολλοδωρο, εκείνη την εποχή έγινε το ταξίδι των Αργοναυτών και το κυνήγι του Καλυδωνίου κάπρου. Επίσης τότε ο Θησέας ταξίδεψε από την Τροιζήνα στην Αθήνα εκκαθαρίζοντας από τους ληστές την περιοχή.

Η Ομφαλη και ο Ηρακλής εκαναν έναν γιο τον Λαμο, (ή Αγέλαο), ο οποίος ήταν ο πρόγονος του βασιλιά της Λυδίας, Κροίσου.

Ο Ηρακλής έκανε και με μια δούλη της Ομφάλης, την Ιαρδανη, έναν άλλο γιο, τον Κλεοδαίο η Αλκαίο, οι απόγονοι του οποίου κυβέρνησαν την Λυδία για 22 γενεές [‘Ηρόδοτος 1.7: Ο Άγρων γιος του Νίνου, γιου του Βήλου, γιου του Αλκαίου ήταν ο πρώτος Ηρακλείδης βασιλιάς της Λυδίας. Ο γιος του, ονομαζόταν Κάνδαυλης, και οι Έλληνες τον ονόμαζαν Μυρσίλο.].  

Μια περίεργη συνηθεια που είχαν ο Ηρακλής και η Ομφάλη ήταν να φορά ο ένας τα ρούχα του άλλου. Ένα βράδυ που κοιμόνταν το ζευγάρι, ο θεός Παν, θέλοντας να αποπλανήσει την Ομφαλη, πλησίασε το κρεβάτι αλλά ενόχλησε τον Ηρακλή ο οποίος ξύπνησε και τον εδειρε. Γι’ αυτό, λέει  ο Οβίδιος, ο Παν καθιέρωσε πως όσοι παίρνουν μέρος στις τελετές του, πρέπει να είναι γυμνοί.

 

 

 

 Τον Ηρακλή τον θαύμαζε ο μικρός Θησέας. [Πλούταρχος, Θησέας, 6:5]

 

Από την κόρη του ΣΙΝΙ του πυτυοκάμπτη, την Περιγούνη [ἡ δ᾽ εἰς τόπον ἀπελθοῦσα λόχμην ἔχοντα πολλὴν στοιβήν τε πλείστην καὶ ἀσφάραγον, ἀκάκως πάνυ καὶ παιδικῶς ὥσπερ αἰσθανομένων δεομένη προσεύχετο μεθ᾽ ὅρκων, ἂν σώσωσιν αὐτὴν καὶ ἀποκρύψωσι, μηδέποτε λυμανεῖσθαι μηδὲ καύσειν]., απέκτησε έναν γιο ο Θησέας, τον Μελάνιππο. Κατόπιν ο Θησέας την έδωσε να ζήσει μαζί με τον Δηιώνη τον γιο του Ευρύτου του Οιχαλέως. Γιος του Μελάνιππου και εγγονός του Θησέα  ήταν ο ΙΩΞΟΣ, ο οποίος αποίκησε την Ορνυτο της Καρίας. [ὅθεν Ἰωξίδαις καὶ Ἰωξίσι πάτριον κατέστη μήτε ἄκανθαν ἀσφαράγου μήτε στοιβὴν καίειν, ἀλλὰ σέβεσθαι καὶ τιμᾶν.] [Πλούταρχος, Θησέας, 8].

 

Πρβλ. και ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΑ, βιβλίο ΠΡΩΤΟ:

Τώ δ' άρ' επί Κλυτίος τε καί ''Ιφιτος ηγερέθοντο, // Οιχαλίης επίουροι, απηνέος Ευρύτου υίες, // Ευρύτου ώ πόρε τόξον `Εκηβόλος, ουδ' απόνητο // δωτίνης: αυτώ γάρ εκών ερίδηνε δοτήρι. // Τοίσι δ' επ' Αιακίδαι μετεκίαθον, ου μέν άμ' άμφω // ουδ' ομόθεν, νόσφιν γάρ αλευάμενοι κατένασθεν // Αιγίνης, ότε Φώκον αδελφεόν εξενάριξαν 
αφραδίη: Τελαμών μέν εν 'Ατθίδι νάσσατο νήσω, // Πηλεύς δ' εν Φθίη εριβώλακι ναίε λιασθείς. 

 

 

Για τον Εύρυτο αναφέρει η Οδύσσεια πως τον σκότωσε ο Απόλλων, γιατί καυχιόταν πως ήταν καλύτερος τοξότης.

ἀνδράσι δὲ προτέροισιν ἐριζέμεν οὐκ ἐθελήσω,
οὔθ᾽ Ἡρακλῆι οὔτ᾽ Εὐρύτῳ Οιχαλιῆι,

οἵ ῥα καὶ ἀθανάτοισιν ἐρίζεσκον περὶ τόξων.
τῷ ῥα καὶ αἶψ᾽ ἔθανεν μέγας Εὔρυτος, οὐδ᾽ ἐπὶ γῆρας

ἵκετ᾽ ἐνὶ μεγάροισι· χολωσάμενος γὰρ Ἀπόλλων
ἔκτανεν, οὕνεκά μιν προκαλίζετο τοξάζεσθαι.

 

Ὅμως δὲν ἤθελα νὰ βγῶ μὲ τοὺς παλιοὺς ἐκείνους,
τὸν Ἡρακλῆ ἢ τὸν Εὔρυτο, τῆς Οίχαλίας τὸ ρήγα,
ποὺ δύνονταν καὶ μὲ θεούς νὰ βγοῦνε στὸ δοξάρι.
Γι' αὐτὸ νωρὶς ἀπέθανε κι ὁ Εὔρυτος ὁ  μέγας,
καὶ γερατειὰ δὲν ἔφτασε· ὁ Ἀπόλλωνας τοῦ ὀργίστη,
καὶ τόνε σκότωσε, ποὺ αὐτὸς στὴ σαΐτα τὸν καλοῦσε.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ Θ, στ. 223-229

 

Μια άλλη εκδοχη όμως λέει πως τον σκοτωσε ο Ηρακλής γιατί δεν ήθελε να του δώσει σύζυγο την κόρη του, την ΙΟΛΗ.

 

Πάλι στην Οδύσσεια, ραψωδία φ, μαθαίνουμε πως το περίφημο ΤΟΞΟ του Οδυσσέα, αυτό με το οποίο σκότωσε τους Μνηστήρες όταν επέστρεψε στην Ιθάκη, του το είχε χαρίσει ο ΙΦΙΤΟΣ, γιος του ΕΥΡΥΤΟΥ, όταν τον συνάντησε στην Μεσσηνία όπου είχαν και οι δυο πάει να πάρουν πίσω τα ζώα τους τα οποία είχαν κλέψει Μεσσήνιοι. Εκεί, ο Ηρακλής σκότωσε τον Ιφιτο για να κρατήσει τα άλογά του, αν και τον φιλοξενούσε, και του είχε παραθέσει γεύμα... Κάτι που στους αρχαίους Ελληνες θεωρούνταν μεγάλη ντροπή και ασέβεια προς τους θεούς.

 

[Οδύσσεια, ραψωδία φ, στ. 11 κ.εξ.]

ἔνθα δὲ τόξον κεῖτο παλίντονον ἠδὲ φαρέτρη
ἰοδόκος, πολλοὶ δ᾽ ἔνεσαν στονόεντες ὀϊστοί,
δῶρα τά οἱ ξεῖνος Λακεδαίμονι δῶκε τυχήσας
Ἴφιτος Εὐρυτίδης, ἐπιείκελος ἀθανάτοισι.

τὼ δ᾽ ἐν Μεσσήνῃ ξυμβλήτην ἀλλήλοιϊν
οἴκῳ ἐν Ὀρτιλόχοιο δαΐφρονος. ἦ τοι Ὀδυσσεὺς
ἦλθε μετὰ χρεῖος, τό ῥά οἱ πᾶς δῆμος ὄφελλε·
μῆλα γὰρ ἐξ Ἰθάκης Μεσσήνιοι ἄνδρες ἄειραν
νηυσὶ πολυκλήϊσι τριηκόσι᾽ ἠδὲ νομῆας.

τῶν ἕνεκ᾽ ἐξεσίην πολλὴν ὁδὸν ἦλθεν Ὀδυσσεὺς
παιδνὸς ἐών· πρὸ γὰρ ἧκε πατὴρ ἄλλοι τε γέροντες.
Ἴφιτος αὖθ᾽
ἵππους διζήμενος, αἵ οἱ ὄλοντο
δώδεκα θήλειαι, ὑπὸ δ᾽ ἡμίονοι ταλαεργοί·
αἳ δή οἱ καὶ ἔπειτα φόνος καὶ μοῖρα γένοντο,

ἐπεὶ δὴ Διὸς υἱὸν ἀφίκετο καρτερόθυμον,
φῶθ᾽
Ἡρακλῆα, μεγάλων ἐπιίστορα ἔργων,
ὅς μιν ξεῖνον ἐόντα κατέκτανεν ᾧ ἐνὶ οἴκῳ,
σχέτλιος, οὐδὲ θεῶν ὄπιν ᾐδέσατ᾽ οὐδὲ τράπεζαν,
τὴν ἥν οἱ παρέθηκεν· ἔπειτα δὲ πέφνε καὶ αὐτόν,

ἵππους δ᾽ αὐτὸς ἔχε κρατερώνυχας ἐν μεγάροισι.
τὰς ἐρέων Ὀδυσῆϊ συνήντετο, δῶκε δὲ τόξον,
τὸ πρὶν μέν ῥ᾽ ἐφόρει μέγας Εὔρυτος,
αὐτὰρ ὁ παιδὶ
κάλλιπ᾽ ἀποθνῄσκων ἐν δώμασιν ὑψηλοῖσι.
τῷ δ᾽ Ὀδυσεὺς ξίφος ὀξὺ καὶ ἄλκιμον ἔγχος ἔδωκεν,

ἀρχὴν ξεινοσύνης προσκηδέος· οὐδὲ τραπέζῃ
γνώτην ἀλλήλων·
πρὶν γὰρ Διὸς υἱὸς ἔπεφνεν
Ἴφιτον Εὐρυτίδην
, ἐπιείκελον ἀθανάτοισιν,
ὅς οἱ τόξον ἔδωκε.

 

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Εἶχε καὶ πισοτέντωτο δοξάρι καὶ φαρέτρα,
ποὺ μέσα της ἦταν πολλὲς στεναχτερὲς σαγίτες.
Ἀπὸ τή Λακεδαίμονα τά 'χε ὁ Δυσσέας φερμένα,
τοῦ ὁμοιόθεου τοῦ Ἴφιτου, γόνου τοῦ Εὐρύτου δῶρα.

Στοῦ Ὀρσίλοχου ἀνταμώθηκαν τοῦ ἀντρείου στὴ Μεσσήνη,
σὰν πῆγε ὁ Ὀδυσσέας ἐκεῖ γιὰ χρέος ποὺ ὅλ' ἡ χώρα
τοῦ χρώσταγε· τὶ πρόβατα τρακόσα ἀπὸ τὸ Θιάκι
μὲ τοὺς βοσκοὺς ἁρπάξανε καὶ φύγαν Μεσσηνῖτες
μὲ πλεούμενα πολύσκαρμα· καὶ μακρινὸ ταξίδι

πῆγε ὁ Δυσσέας ζητώντας τα, μικρὸς πολὺ κι ἂν ἦταν
τὶ ὁ κύρης του τὸν ἔστειλε καὶ τοῦ Θιακιοῦ οἱ γερόντοι.
Καὶ πάλε ὁ Ἴφιτος ἐκεῖ φοράδες δώδεκα ἦρθε
νὰ βρῆ χαμένες
, ποὺ γερὰ βυζάνανε μουλάρια·
αὐτὲς δὰ ποὺ τοῦ γίνανε χάρος καὶ μαύρη μοῖρα,

κατόπι, στὸν ἀντρειόψυχο τοῦ Δία τὸ γιὸ σὰν ἦρθε,
τὸν
Ἡρακλῆ, τὸ γνωριστὴ κάθε ἔργου φημισμένου,
ποὺ ὁ ἄνομος στὸ σπίτι του τὸν ἔσφαξε, ἂν καὶ ξένο,
καὶ μήτε θεὸ δὲ ντράπηκε, καὶ μήτε τὸ τραπέζι
ποὺ τότες τοῦ παράθεσε· μόνε κι ἐκεῖνον σφάζει,

καὶ τὶς βαριόνυχες κρατάει φοράδες στὸ παλάτι.
Αὐτὲς ζητώντας ὁ Ἴφιτος, τὸν Ὀδυσσέα ἀνταμώνει,
καὶ τὸ δοξάρι τοῦ 'δωσε, ποὺ ὁ Εὔρυτος ὁ μέγας
κρατοῦσε μιὰ φορά, μὰ πρὶν πεθάνη τό 'χε ἀφήσει
τοῦ γιοῦ του στὰ παλάτια του. Καὶ τότε ὁ Ὀδυσσέας

τοῦ 'δωκε κοφτερὸ σπαθὶ καὶ δυνατό κοντάρι,
ἀρχὴ φιλίας γκαρδιακῆς· μὰ οἱ δυό δὲ γνωριστῆκαν
καὶ σὲ τραπέζι, γιατὶ ὁ γιὸς τοῦ Διὸς εἶχε σκοτώσει
τὸν Ἴφιτο τὸ θεόμοιαστο, ποὺ τοῦ 'δωκε τὸ τόξο.

 

 

Επίσης : Στράβων παρ. 18. Σάμιος ήταν και ο ΚΡΕΟΦΥΛΟΣ,  για τον οποίον λένε πως είχε φιλοξενήσει τον ΟΜΗΡΟ, και δέχθηκε από αυτόν δώρο την ‘επιγραφή’ του ποιήματος το οποίο ονομάζουν ΟΙΧΑΛΙΑΣ ΑΛΩΣΙΝ.

 

Ο Καλλίμαχος τουναντίον λέει πως εκείνος μεν το έγραψε αλλά λέει πως το έδωσε ο Ομηρος ‘δια την ξενίαν’. Εμφανίζει δε και ένα επίγραμμα:

Του Σαμίου πόνος ειμί, δόμω ποτέ θείον Όμηρον

δεξαμένου. Κλαίω δ’ Εύρυτον, όσ’ έπαθεν,

και ξανθήν Ιόλειαν. Ομήραιον δε κελεύμαι

Γράμμα. Κρεωφύλω, Ζευ φίλε, τούτο μέγα.

 

Μερικοί δε λενε πως αυτός ήταν ο διδάσκαλος του Ομήρου. Αλλοι λένε πως δεν ήταν αυτός ο διδάσκαλος του Ομήρου, αλλά ο Αριστέας ο Προκοννήσιος.

 

G