ΟΙ  ΑΧΑΙΟΙ  ΜΑΧΟΝΤΑΙ  ΤΟΥΣ  ΤΡΩΕΣ

ΓΙΑ  ΝΑ  ΚΑΤΟΡΘΩΣΟΥΝ  ΝΑ  ΠΑΡΟΥΝ  ΤΟ  ΣΩΜΑ 

ΤΟΥ  ΝΕΚΡΟΥ   ΠΑΤΡΟΚΛΟΥ

 

 

Ο Έκτωρ αφού έχει παρει την πανοπλία του νεκρού Πατρόκλου [στην ουσία την πανοπλία του Αχιλλέα την οποία φόρεσε ο Πάτροκλος], την φορά, και  λέει στους Τρώες πως όποιος κατορθώσει να πάρει και το σώμα του Πατρόκλου  θα του δώσει τα μισά λάφυρα [Ρ, 230].

Αυτοί αμέσως επιτέθηκαν με υψωμένα τα κοντάρια στους Δαναούς. Ο Αίας, που ήταν δίπλα στον νεκρό μαζί με τον Μενέλαο,  φωνάζει στους υπόλοιπους να έρθουν να βοηθήσουν. Ερχεται ο Αίας του Οιλέως, ο Ιδομενέας και ο Μηριόνης.  Οι Τρώες σπρώχνουν πίσω τους Αχαιούς

 

Τότε, ο Ιππόθοος,  [γιος του Λήθοιου Πελασγού Τευταμίδη (γιου του Τεύταμου), αδελφός του Πύλαιου. Και οι δυο αρχηγοί των Πελασγών που είχαν ερθει από την ‘εριβώλακα’ [=εύφορη] Λάρισα [2.842])

έδεσε από τα σφυρά τον νεκρό Πάτροκλο [Ρ, 287]  και τον έσερνε να τον παραδώσει στον Εκτορα και τους Τρώες.

  

τὸν Λήθοιο Πελασγοῦ φαίδιμος υἱὸς

Ἱππόθοος ποδὸς ἕλκε κατὰ κρατερὴν ὑσμίνην

δησάμενος τελαμῶνι παρὰ σφυρὸν ἀμφὶ τένοντας    

Ἕκτορι καὶ Τρώεσσι χαριζόμενος· τάχα δ᾽ αὐτῷ

ἦλθε κακόν, τό οἱ οὔ τις ἐρύκακεν ἱεμένων περ.

τὸν δ᾽ υἱὸς Τελαμῶνος ἐπαΐξας δι᾽ ὁμίλου

πλῆξ᾽ αὐτοσχεδίην κυνέης διὰ χαλκοπαρῄου·

Κι εκεί του Λήθου Πελασγού το δοξασμένο αγόρι

ο Ιππόθοος τον ποδόσερνε, στον δυνατόν αγώνα,

από τα νεύρα με λουρί δεμένον εις την φτέρναν,

των Τρώων και του Έκτορος προς χάριν, αλλ’ εκείνος

έπαθεν, ουδέ πρόφθασε κανένας να τον σώσει.

Τούτον ο Τελαμώνιος, ορμώντας μες στο πλήθος,

αντίκρισε κι εκτύπησε στην περικεφαλαία.

 [Ρ, 288-294]

 

Τον Ιππόθοο [που είχε δέσει με τελαμώνα = λουρί, τον Πάτροκλο, τον σκοτώνει ο Αίας [γιος του Τελαμώνος].     Ο Έκτωρ σκοτώνει τον Σχεδίο [Ρ, 307] τον γιο του Ιφίτου από τον Πανοπέα.

Ο  Φόρκυς, γιος του Φαίνοπα, αρχηγός των Φρυγών [Β, 862], στέκει εμπρός στο σώμα του Ιππόθοου [Ρ, 311]. Τον σκοτώνε και αυτόν ο Αϊας.  Υποχωρούν οι Τρώες και οι Αχαιοί παίρνουν και γυμνώνουν τα δυο νεκρά σώματα, του Φόρκυνα και του Ιππόθοου. Τότε...

 

ἔνθά κεν αὖτε Τρῶες ἀρηϊφίλων ὑπ᾽ Ἀχαιῶν

Ἴλιον εἰσανέβησαν ἀναλκείῃσι δαμέντες,              320

Ἀργεῖοι δέ κε κῦδος ἕλον καὶ ὑπὲρ Διὸς αἶσαν

κάρτεϊ καὶ σθένεϊ σφετέρῳ·

Και τότε απ’ την σφοδρήν ορμήν των Αχαιών οι Τρώες

στην Ίλιον θ’ ανέβαιναν ανάνδρως συντριμμένοι

κι οι Αργείοι θα εδοξάζονταν χωρίς να θέλει ο Δίας

με μόνην τους την δύναμιν.

ΡΑΨΩΔΙΑ Ρ, στ. 319-322

 

Ο Φοίβος παίρνει την μορφή του κήρυκα Περίφαντα Ηπυτίδη [ηπύτα = κράζων # φωνάζων πολύ # τελάλης # κράχτης # κήρυκας # ντελάλης]  και λέει στον Αινεία ότι ο Δίας είναι μαζί τους και δεν πρέπει να φεύγουν. Ο Αινείας το φωνάζει στον Εκτορα, και προσθέτει πως ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να αφήσουν τους Αχαιούς να πάρουν το σώμα του Πατρόκλου.

Κάνουν επίθεση οι Τρώες, ο Αινείας σκοτώνει τον Λειόκριτο, γιο του Αρίσβαντα,   σύντροφο του Λυκομήδη. Σκοτώνει ο Λυκομήδης τον Απισάωνα, τον γιο του Ιππάσου, που είχε έρθει από την Παιονία και ήταν ο δεύτερος καλύτερος μετά τον Αστεροπαίο. [Ρ, 351]

Ο Αστεροπαίος ορμά στους Αχαιούς. Ο Αίαντας είχε πει στους συντρόφους του να κάνουν κύκλο γύρω από το σώμα του Πατρόκλου [Ρ, 355].

 

Εκεί σκοτώθηκαν πολλοί Τρώες και λιγότεροι Δαναοί.

 

Ο Όμηρος περιγράφει τις σκηνές της μάχης ως εξής:

Αυτοί που ήταν γύρω από το σώμα του Πατρόκλου

ἠέρι γὰρ κατέχοντο μάχης ἐπί θ᾽ ὅσσον ἄριστοι

ἕστασαν ἀμφὶ Μενοιτιάδῃ κατατεθνηῶτι

Ότι σκοτάδι εσκέπαζε τους πολεμάρχους όλους

που εστέκονταν κι εμάχοντο στον Πάτροκλον τριγύρω.

[Ρ, 368-369]

 

Ενώ, την ίδια στιγμή, αυτοί που βρίσκονταν μακρύτερα :

οἳ δ᾽ ἄλλοι Τρῶες καὶ ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοὶ             370

εὔκηλοι πολέμιζον ὑπ᾽ αἰθέρι, πέπτατο δ᾽ αὐγὴ

ἠελίου ὀξεῖα, νέφος δ᾽ οὐ φαίνετο πάσης

γαίης οὐδ᾽ ὀρέων·

Ως οι άλλοι Τρώες και Αχαιοί με ανάσα επολεμούσαν

εις τον αέρα ολόλαμπρον από το φως του ηλίου,

και νέφος δεν εφαίνονταν στην γη μηδέ στα όρη,

[Ρ, 370-373]

 

 

 

τοὶ δ᾽ ἐν μέσῳ ἄλγε᾽ ἔπασχον   

ἠέρι καὶ πολέμῳ, τείροντο δὲ νηλέϊ χαλκῷ

ὅσσοι ἄριστοι ἔσαν·

Ενώ στην μέσην φοβερά πεθαίναν απ’ το σκότος

και από τες λόγχες των εχθρών οι πολεμάρχοι οι πρώτοι

[Ρ, 375-377]

 

Οι δυο γιοι του Νέστορα, Θρασυμήδης και Αντίλοχος, δεν είχαν μάθει ακόμα πως ο Πάτροκλος σκοτώθηκε γιατί πολεμούσαν χωριστά και τους είχε παραγγείλει ο Νεστορας να προσέχουν μην και οπισθοχωρήσουν οι Αχαιοί

τὼ δ᾽ ἐπιοσσομένω θάνατον καὶ φύζαν ἑταίρων

νόσφιν ἐμαρνάσθην, ἐπεὶ ὣς ἐπετέλλετο Νέστωρ

ὀτρύνων πόλεμον δὲ μελαινάων ἀπὸ νηῶν

και ως των συντρόφων την φυγήν φοβούνται και τον φόνον,

ξεχωρισμένοι εμάχονταν, ως είχε παραγγείλει

ο Νέστωρ που τους έστειλε στην μάχην απ’ τα πλοία

[Ρ, 381-383]

 

 

 

Ούτε ο Αχιλλέας γνώριζε για τον θάνατο του Πατρόκλου, πίστευε πως θα φτάσει μέχρι τα τείχη και θα γυρίσει πίσω, και δεν θα προσπαθούσε να μπει στην Τροία ΕΙΤΕ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ, είτε ΜΕ ΤΟΝ ΑΧΙΛΛΕΑ, μιας και γνώριζε πως αυτό δεν επρόκειτο ποτέ  να γίνει γιατί είχε ακούσει τον Δία να το λέει στην Θέτιδα

πολλάκι γὰρ τό γε μητρὸς ἐπεύθετο νόσφιν ἀκούων,

ἥ οἱ ἀπαγγέλλεσκε Διὸς μεγάλοιο νόημα.

ότι πολλές, το άκουσε φορές απ’ την μητέρα

πως του εφανέρωνε κρυφά το νου του υψίστου Δία.

[Ρ, 408-409].

 

Όμως δεν του είχε πει η μητέρα του πως θα γινόταν τόσο κακό, πως θα χανόταν δηλαδή ο Πατροκλος.

 

Τα άλογα του Αχιλλέα κλαίνε για τον θανατο του Πατρόκλου. 

ἵπποι δ᾽ Αἰακίδαο μάχης ἀπάνευθεν ἐόντες

κλαῖον, ἐπεὶ δὴ πρῶτα πυθέσθην ἡνιόχοιο

ἐν κονίῃσι πεσόντος ὑφ᾽ Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο.

και ανάμερ’ απ’ τον πόλεμον οι ίπποι του Αχιλλέως

εκλαίγαν άμα εγνώρισαν πόπεσ’ ο κυβερνήτης

νεκρός από του Έκτορος την λόγχην, του ανδροφόνου.

[Ρ,  426-428]

 

Ο Αυτομέδων, γιος του Διώρη, προσπαθεί να τα πάει στο μέρος που είναι οι σκηνές του Αχιλλέα, αλλά αυτά δεν κουνιούνται και μόνο με την επέμβαση του Δία μπορεί να τα τραβήξει.

Τον βλέπει και ο Αλκιμέδων, γιος του Λαέρκη Αιμονίδη, που τον ρωτάει γιατί θέλησε να προχωρήσει στην πόλη, αυτός μόνος με τον Πάτροκλο. Ο Αυτομέδων του δίνει τα χαλινάρια των αλόγων λέγοντάς του να τα οδηγήσει στο στρατόπεδο και πως αυτός θα ξαναγυρίσει στον αγωνα.

Ο Εκτορας τους βλέπει από μακριά και παρακινεί τον Αινεία να πάνε να πάρουν τα άλογα. Ο Αινείας συμφωνει και ξεκινούν μαζί με τον Αρητο και τον Χρομίο. [Ρ, 494].

 

Ο Αυτομέδων φωνάζει τους Αίαντες και τον Μενέλαο. Πετάει το ακόντιο και σκοτώνει τον Άρητο.

Ο Εκτωρ ρίχνει ο δόρυ στον Αυτομέδοντα αλλά αυτός το αποφεύγει.

Οι Τρώες βλέπουν όμως τους Αίαντες και υποχωρούν. Ο Αυτομέδων αμεσως παίρνει τα άρματα του νεκρού Αρητου.

 

Ξανα στην περιοχή που μαίνεται η μάχη γύρω από τον Πάτροκλο. [Ρ, 543]

Η Αθηνά φοράει πορφυρή νεφέλη και σαν την πορφυρή ίριδα που στέλνει στον ουρανό ο Δίας, σημάδι κακού χειμώνα ή πολέμου, έτσι μοιάζοντας η Αθηνά προχωρεί και εμψυχώνει τους Αχαιούς.

ἠΰτε πορφυρέην ἶριν θνητοῖσι τανύσσῃ

Ζεὺς ἐξ οὐρανόθεν τέρας ἔμμεναι ἢ πολέμοιο

ἢ καὶ χειμῶνος δυσθαλπέος, ὅς ῥά τε ἔργων

ἀνθρώπους ἀνέπαυσεν ἐπὶ χθονί, μῆλα δὲ κήδει,   550

ὣς ἣ πορφυρέῃ νεφέλῃ πυκάσασα ἓ αὐτὴν

δύσετ᾽ Ἀχαιῶν ἔθνος, ἔγειρε δὲ φῶτα ἕκαστον.

Ως όταν απ’ τον ουρανόν τανύζει ο μέγας Δίας

την λαμπροφόραν ίριδα εις τους θνητούς σημάδι

πολέμου ή κακοχειμωνιάς, που τους ανθρώπους παύει

από τα έργα των αγρών και βλάπτει τα κοπάδια.

Όμοιαν νεφέλην πορφυρήν ενδύθη και στα πλήθη

εισέβη αυτή των Αχαιών κι εγκάρδιωνε καθέναν.

[Ρ, 547-52]

 

Παίρνει τη μορφή του Φοίνικα [πορφυρός] και λέει στον Μενέλαο πως θα ηταν όνειδος γι’ αυτόν αν άφηνε τον Πάτροκλο να τον κατασπαράξουν άγρια σκυλιά μπροστά στα τείχη της Τροίας [Ρ, 555]. Ο Μενέλαος του απαντά πως αν του έδινε δύναμη η Αθηνά, θα μπορούσε να πάρει τον Πάτροκλο. Η Αθηνά χαίρεται που ευχήθηκε πρώτα πρώτα σε αυτήν και τον γεμίζει θάρρος όσο έχει η μύγα που όσο την διώχνουν οι άνθρωποι τοσο αυτή τριγυρνάει γύρω τους και θέλει να πιεί αίμα.

 

Τότε ο Μενέλαος χτύπησε τον Ποδή, γιο του Ηετίωνα, φίλο και ομοτράπεζο [ειλαπιναστήςΡ, 577] του Έκτορα. Τον σκοτώνει και τον σύρει στους Αχαιούς να του πάρει τα άρματα.

 

Ο Φοίβος τότε στέκεται στο πλάι του Εκτορα, παίρνοντας τη μορφή του Ασιάδη Φαίνοπος, ο οποίος ήταν ο πιο ακριβός από όλους τους ξενους και είχε έρθει από την Άβυδο. [Ο Φαίνοψ ήταν γιος του αρχηγού αυτών που ήρθαν από την Αβυδο και την Περκώτη, του Άσιου Υρτακίδη – Β, 835].

Του λέει για τον θάνατο του Ποδή και  ο Εκτωρ χυνεται εναντίον των Αχαιών. Ο Δίας απλώνει την αιγίδα πάνω από την Ιδη και έδινε νίκη στους Τρώες και φόβο στους Αχαιούς. [Ρ. 590]

 

Ο Πηνέλεως [Βοιωτός] αρχίζει την φυγή γιατί τον χτύπησε ο Πολυδάμας.

Ο Ιδομενέας χτυπά στο στήθος τον Εκτορα και αυτός ξανά τον Ιδομενέα, αλλά το δόρυ πάει δίπλα και σκοτώνει τον Κοίρανο από την Λύκτο της Κρήτης, ο οποίος ήταν μαζί με τον Μηριόνη. Ο Κοίρανος είχε πλησιάσει για να ενισχύσει τον Ιδομενέα που είχε έρθει στη μάχη πεζός. Ο Μηριόνης παίρνει τα χαλινάρια των αλόγων του άρματος τα δίνει στον Ιδομενέα και του λέει να επιστρέψει  στα καράβια. 

 

Ξανά μαίνεται μάχη και υπάρχει σκοτάδι. Ο Μενέλαος εύχεται στον Δία να φύγει το σκοταδι και αυτός τον ακούει..

Ζεῦ πάτερ ἀλλὰ σὺ ῥῦσαι ὑπ᾽ ἠέρος υἷας Ἀχαιῶν,     

ποίησον δ᾽ αἴθρην, δὸς δ᾽ ὀφθαλμοῖσιν ἰδέσθαι·

ἐν δὲ φάει καὶ ὄλεσσον, ἐπεί νύ τοι εὔαδεν οὕτως.

Πατέρα, απ’ τ’ Αχαιόπαιδα συ διάλυσε το σκότος,

ξαστεριά κάμε, ευδόκησε να βλέπουν οι οφθαλμοί μας,

και αφού το θέλεις, χάσε μας κάν εις το φως του ηλίου.

[Ρ, 645-647]

 

ὣς φάτο, τὸν δὲ πατὴρ ὀλοφύρατο δάκρυ χέοντα·

αὐτίκα δ᾽ ἠέρα μὲν σκέδασεν καὶ ἀπῶσεν ὀμίχλην,

ἠέλιος δ᾽ ἐπέλαμψε, μάχη δ᾽ ἐπὶ πᾶσα φαάνθη·      650

Αυτά’πε κι εσυμπόνεσε το κλάυμα του ο πατέρας,

κι ευθύς του σκότους σκόρπισεν εκείθε την μαυρίλα,

έλαμψ’ ο ήλιος κι έδειξε γύρω την μάχην όλην

[Ρ, 648-650]

 

Ο Αίας του λέει να ψάξει για τον Αντίλοχο να παει το μήνυμα στον Αχιλλεα για τον φόνο του Πατρόκλου. Ο Μενέλαος πριν φύγει για αναζήτηση του Αντίλοχου, λέει στους Αίαντες και τον Μηριόνη να κανουν τα αδύνατα δυνατά να κρατήσουν το σώμα του Πάτροκλου γιατί

πᾶσιν γὰρ ἐπίστατο μείλιχος εἶναι

ζωὸς ἐών·

Ότι γλυκύς, όταν εζούσε, εις όλους

ήταν.

[Ρ, 671]

 

Ψάχνει με μάτια σαν του αετού, τον Αντίλοχο. Τον βλέπει στα αριστερά της μάχης να παροτρύνει [ἐποτρύνοντα μάχεσθαι ἑτάρους] στην μάχη τους συντρόφους του.  Τον φωνάζει να πλησιάσει για να ακούσει το λυπηρό νέο [λυγρῆς ἀγγελίηςτου θανάτου του Πατρόκλου [Ρ, 686]. Και προσθέτει πως αυτός τώρα θα πρέπει να πάει να μεταφέρει το νέο στον Αχιλλέα.

 

Μόλις το ακούει ο Αντίλοχος

κατέστυγε  μῦθον ἀκούσας·

δὴν δέ μιν ἀμφασίη ἐπέων λάβε, τὼ δέ οἱ ὄσσε     695

δακρυόφι πλῆσθεν, θαλερὴ δέ οἱ ἔσχετο φωνή.

μέσα του αισθάνθη φρίκην,

τα λόγια του’πιασε αμιλιά πολληώρα κι εγεμίσαν

δάκρυα τα μάτια κι έστυψε στον λάρυγγα η φωνή του.

[Ρ, 694-696]

 

Ο Αντίλοχος φεύγει για τον Αχιλλέα αλλά ο Μενέλαος δεν μένει μαζί με τους Πυλίους πολεμιστές. Στέλνει τον Θρασυμήδη [αδελφό του Αντίλοχου, γιο του Νέστορα] και αυτός επιστρέφει κοντά στο σώμα του Πάτροκλου. Λέει στους Αίαντες πως έστειλε τον Αντίλοχο στον Αχιλλέα αλλά αμφιβάλλει αν αυτός θα έρθει τώρα για να πάρει εκδίκηση από τον Εκτορα, γιατί δεν έχει πια πανοπλία. Πρέπει λοιπόν να σκεφτούν πώς θα πάρουν τον νεκρό αυτοί, και πως θα σώσουν τις ζωές τους από τους Τρώες. Ο Αίας του λέει να πάρει αυτός μαζί με τον Μηριόνη στους ώμους το σώμα του Πάτροκλου, και ο ίδιος μαζί με τον Αίαντα του Οιλέως να τους καλύπτουν μέχρι να βγουν από τη μάχη.

νῶϊ μαχησόμεθα Τρωσίν τε καὶ Ἕκτορι δίῳ

ἶσον θυμὸν ἔχοντες ὁμώνυμοι, οἳ τὸ πάρος περ     720

μίμνομεν ὀξὺν Ἄρηα παρ᾽ ἀλλήλοισι μένοντες

εμείς οι δυο τον Έκτορα κρατούμε και τους Τρώας.

Εμείς που συνονόματοι με μια ψυχήν ως τώρα

πλάγι με πλάγι μένουμε στου Άρη τον αγώνα.».

[Ρ,  719-721]

 

Σηκώνουν τον Πάτροκλο στους ώμους και 

ἐπὶ δ᾽ ἴαχε λαὸς ὄπισθε

Τρωϊκός, ὡς εἴδοντο νέκυν αἴροντας Ἀχαιούς

και αλάλαζαν οπίσω τους οι Τρώες

άμ’ είδαν ότ’ οι Δαναοί τον Πάτροκλον σηκώναν

[Ρ, 724-725]

 

Οι Τρώες έμοιαζαν, λέει ο Ομηρος,  με σκύλους κυνηγετικούς που τρέχουν να πιάσουν λαβωμένον κάπρο αλλά όταν αυτός στρέφεται προς αυτούς, τα σκυλιά σκορπούν ένας εδώ και άλλος εκεί[ἄλλυδις ἄλλος] στο δάσος.

 

 

Ο Μενέλαος και ο Μηριόνης φέρνουν τον νεκρό κοντά στα πλοία.

Οι Τρώες πλήθος, τελικά φτάνουν στις πρύμνες των πλοίων, [Σ, 150] και πάλι μαίνονται μάχες γύρω από το σώμα του Πατρόκλου.  Πιάνει 3 φορές από τα πόδια τον νεκρό ο Εκτωρ και 3 φορές οι Αίαντες τους διώχνουν. Οι Τρώες όμως δεν έκαναν πίσω.

 

Τρέχει τότε η Ιρις από τον Όλυμπο, σταλμένη από την Ηρα, κρυφά από τον Δια, και λέει στον Αχιλλέα πως πρέπει να πάει κι αυτός να βοηθήσει, γιατί ο Εκτορας σκοπεύει να  πάρει το σώμα και να κόψει το κεφάλι του Πατρόκλου το οποίο  θα  στήσει σε έναν πάσσαλο στα τείχη της Τροίας.

κεφαλὴν δέ ἑ θυμὸς ἄνωγε

πῆξαι ἀνὰ σκολόπεσσι ταμόνθ᾽ ἁπαλῆς ἀπὸ δειρῆς

και από τον απαλόν λαιμόν να κόψει το κεφάλι

κι έπειτα εκεί στων πύργων του τα ξύλα να το στήσει

[Σ,  176-177]

 

Και συνεχίζει η Ιρις πως αν ατιμασθεί ο νεκρός θα είναι δικό του όνειδος...

σοὶ λώβη, αἴ κέν τι νέκυς ᾐσχυμμένος ἔλθῃ

Και αν ο νεκρός ατιμασθεί, θα’ναι όνειδος δικό σου

[Σ, 180]

 

 

Ο Αχιλλέας την ρωτά ποιος θεός την έστειλε. Η Ιρις λεει πως την εστειλε η Ηρα, και κανείς από τους άλλους θεούς δεν το γνωρίζει πως ήλθε εδώ.

 

Την ρωτάει τότε ο Αχιλλεας, πώς θα πάει σε πόλεμο αφού δεν έχει πανοπλία; Και η μητέρα του [η Θέτις] του είπε να μην βγει στη μάχη αν πρώτα δεν του φέρει τη νέα πανοπλια από τον Ηφαιστο.

Επίσης προσθέτει πως δεν του αρμόζει να φορέσει άλλα άρματα εκτός από την ασπίδα του Τελαμώνιου Αίαντα, αλλά και αυτός βρίσκεται ανάμεσα σε αυτούς που μάχονται για τον Πάτροκλο.

 

«Το γνωρίζουμε» του λέει η Ιρις, «αλλά πήγαινε ετσι όπως είσαι να σταθείς για λίγο, να σε δουν οι Τρώες και ίσως τρομάξουν και απομακρυνθούν».

ἀλλ᾽ αὔτως ἐπὶ τάφρον ἰὼν Τρώεσσι φάνηθι,

αἴ κέ σ᾽ ὑποδείσαντες ἀπόσχωνται πολέμοιο

Τρῶες, ἀναπνεύσωσι δ᾽ ἀρήϊοι υἷες Ἀχαιῶν         

αλλ’ όπως είσαι

πήγαινε προς τον χάντακα, φανίσου εκεί των Τρώων,

ίσως αυτοί σε φοβηθούν και από την μάχην παύσουν

και ξανασάνουν οι Αχαιοί

[Σ, 197-200]

 

Μόλις έφυγε η Ιρις

αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς ὦρτο Διῒ φίλος· ἀμφὶ δ᾽ Ἀθήνη

ὤμοις ἰφθίμοισι βάλ᾽ αἰγίδα θυσσανόεσσαν,

ἀμφὶ δέ οἱ κεφαλῇ νέφος ἔστεφε δῖα θεάων             205

χρύσεον, ἐκ δ᾽ αὐτοῦ δαῖε  φλόγα παμφανόωσαν

πετάχθηκεν ο θείος

Πηλείδης. Τότε η Αθηνά τους εξαισίους ώμους

με την φρικτήν του εσκέπασεν αιγίδα κροσσωμένην.

Με νέφος εστεφάνωνε χρυσό την κεφαλήν του,

και άναβε φλόγα ολόλαμπρη μέσ’ από κείνο η θεία.

[Σ, 203-206]

 

Ο Αχιλλέας φώναξε δυνατά 3 φορές  και οι Τρώες

τρὶς μὲν ὑπὲρ τάφρου μεγάλ᾽ ἴαχε δῖος Ἀχιλλεύς,

τρὶς δὲ κυκήθησαν Τρῶες κλειτοί τ᾽ ἐπίκουροι

τρεις φορες επάνω

από τον λάκκον φώναξεν ο Αχιλλεύς και τόσες

οι Τρώες και όλ’ οι βοηθοί γενήκαν άνω κάτω

[Σ, 228-229]

 

Τότε οι Αχαιοί σκότωσαν 12 πολεμάρχους Τρώες.

Παίρνουν οι Αχαιοί το σώμα του Πατρόκλου και το βάζουν σε κλινάρι.  Στέκονται δε γύρω του και κλαίνε. Μαζί έκλαιγε και ο Αχιλλέας βλέποντας τον φίλο του να κείτεται στο φέρετρο

δάκρυα θερμὰ χέων, ἐπεὶ εἴσιδε πιστὸν ἑταῖρον     235

κείμενον ἐν φέρτρῳ

έχυνε δάκρυα θερμά, άμ’ είδε τον πιστόν του

φίλον στο νεκροκρέβατο

[Σ, 235-236]

 

Εκείνη τη μέρα ο ακούραστος Ήλιος αναγκάστηκε από την Ηρα να δύσει νωρίτερα [να βυθιστεί νωρίτεραστα ρεύματα του Ωκεανού].

Ἠέλιον δ᾽ ἀκάμαντα βοῶπις πότνια Ἥρη

πέμψεν ἐπ᾽ Ὠκεανοῖο ῥοὰς ἀέκοντα νέεσθαι·          240

Και ο ήλιος ο ακούραστος εβιάσθη από την Ήραν

προ ώρας στου Ωκεανού το ρεύμα να βυθίσει.

[Σ, 239-240]

 

Ετσι, αφού νύχτωσε, σταμάτησαν οι μάχες.

 

Οι Αχαιοί όλη τη νύχτα έκλαιγαν τον Πάτροκλο.

αὐτὰρ Ἀχαιοὶ

παννύχιοι Πάτροκλον ἀνεστενάχοντο γοῶντες.  315

Όλη την νύκτα ωστόσο

οι Αχαιοί τον Πάτροκλον πικρομοιρολογούσαν

[Σ, 314-315]

 

G