ΕΦΥΡΑ  ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ

 

 

Η θεσπρωτική Εφύρα ήταν στα νότια της σημερινής Πάργας, σε μικρή απόσταση ανατολικά των εκβολών του Αχέροντα σε λόφο βρισκόμενο στη συμβολή του Αχέροντα με τον Κωκυτό. Κάτω από την Εφύρα σχηματιζόταν η Αχερουσία λίμνη. Το όνομα της Εφύρας διατηρήθηκε μέχρι τον Θουκυδίδη [1, 46]. Αργότερα αναφέρεται ως Κίχυρος [Στράβων 7, 324]. Ο Παυσανίας εκφράζει τη γνώμη πως ο Αρης και ο Φόβος που αναφέρονται στην Ιλιάδα ΡΑΨΩΔΙΑ Ν, στ. 301-302, πήγαν στους ΕΦΥΡΟΥΣ της Θεσπρωτίας. 

Από την περιοχή αυτή, έλεγε μια παράδοση πως κατέβηκε στον Αδη ο Ορφέας, ο Θησέας και ο Ηρακλής είχε φέρει την ΛΕΥΚΑ, [ομηρικά Αχερωίς].

Παυσανίας 9, 30, 6. Αλλοι έχουν πει πως η σύζυγος του Ορφέα [Ευρυδίκη] είχε πεθάνει πριν από αυτόν και πως ο Ορφέας είχε πάει γι’ αυτήν στην ΑΟΡΝΟ της Θεσπρωτίας, όπου υπήρχε νεκυομαντείο από τα παλιά χρόνια. Πιστεύοντας πως η ψυχή της Ευρυδίκης τον ακολουθούσε και μη βρίσκοντάς την όταν στράφηκε πίσω, αυτοκτόνησε από τη λύπη του.

 

[Το νεκυομαντείο της Θεσπρωτίας έπεσε στην αφάνεια πολύ προ του Παυσανία,  ο οποίος είχε γι’ αυτό μια αόριστη γνώση. [βλ. και Παυσ. 1, 17, 5]. Σήμερα το μαντείο έγινε γνωστό με την επιμελημένη ανασκαφή του από τον καθηγητή Σωτ. Δάκαρη 1962-1964. Βρισκόταν στα νότια της Πάργας, κοντά στις εκβολές του Αχέροντα (στο Ιόνιο πέλαγος) σε ένα ύψωμα ακριβώς πάνω από την συμβολή του Αχέροντα με τον Κωκυτό –δηλαδή στην Θεσπρωτική ΕΦΥΡΑ. Η λατρεία ήταν πολύ παλιά αλλά η ανασκαφή έδειξε πως μνημειακές κατασκευές δεν υπήρχαν εκεί προ του 230 π.Χ. Το τέλος του μαντείου συμπίπτει με την καταστροφή του από του Ρωμαίους το 168 π.Χ.

Προκειμένου για τον Ορφέα ο Παυσανίας πιστεύει πως οι ΨΥΧΑΓΩΓΟΙ οι οποίοι του ήταν γνωστοί από την Αρκαδική Φιγαλία [Παυσ. 3, 17, 9], είχαν ανακαλέσει από τον Αδη την ψυχή της Ευρυδίκης, η οποία ακολούθησε τον Ορφέα με την πρόθεση να επανέλθει στον κόσμο. Η γνωστότερη παραλλαγή του μύθου παρουσίαζε τον Ορφέα να κατεβαίνει ο ίδιος στον Αδη (από την κάθοδο του Ταινάρου) και να παίρνει από εκεί την Ευρυδίκη.

Στο Θεσπρωτικό νεκυομαντείο καλούνταν η ψυχή του νεκρού για να επικοινωνήσει με ζωντανό πρόσωπο και κατόπιν η ψυχή επέστρεφε στον Αδη].

 

 

Παυσανίας, 1, 17, 4-5

[4] ἐς δὲ τὴν τελευτὴν τὴν Θησέως πολλὰ ἤδη καὶ οὐχ ὁμολογοῦντα εἴρηται· δεδέσθαι τε γὰρ αὐτὸν λέγουσιν ἐς τόδε ἕως ὑφ᾽ Ἡρακλέους ἀναχθείη, πιθανώτατα δὲ ὧν ἤκουσα· Θησεὺς ἐς Θεσπρωτοὺς ἐμβαλών, τοῦ βασιλέως τῶν Θεσπρωτῶν γυναῖκα ἁρπάσων, τὸ πολὺ τῆς στρατιᾶς οὕτως ἀπόλλυσι, καὶ αὐτός τε καὶ Πειρίθους— Πειρίθους γὰρ καὶ τὸν γάμον σπεύδων ἐστράτευεν— ἥλωσαν, καὶ σφᾶς ὁ Θεσπρωτὸς δήσας εἶχεν ἐν Κιχύρῳ. [5] γῆς δὲ τῆς Θεσπρωτίδος ἔστι μέν που καὶ ἄλλα θέας ἄξια, ἱερόν τε Διὸς ἐν Δωδώνῃ καὶ ἱερὰ τοῦ θεοῦ φηγός· πρὸς δὲ τῇ Κιχύρῳ λίμνη τέ ἐστιν Ἀχερουσία καλουμένη καὶ ποταμὸς Ἀχέρων, ῥεῖ δὲ καὶ Κωκυτὸς ὕδωρ ἀτερπέστατον. Ὅμηρός τέ μοι δοκεῖ ταῦτα ἑωρακὼς ἔς τε τὴν ἄλλην ποίησιν ἀποτολμῆσαι τῶν ἐν Ἅιδου καὶ δὴ καὶ τὰ ὀνόματα τοῖς ποταμοῖς ἀπὸ τῶν ἐν Θεσπρωτίδι θέσθαι.

 

 

Ο Τληπόλεμος, [βλ. ΙΛΙΑΔΟΣ ΡΑΨΩΔΙΑ Β, στ. 653], βασιλιάς και αρχηγός των Ροδίων στον Τρωικό Πόλεμο,  ήταν γιος του Ηρακλή, από την Αστυόχεια [κόρη του Φύλαντα], την οποία είχε πάρει από την Εφύρα της Θεσπρωτίας.

 

Ο Παυσ.  5, 14, 2, λέει πως  ο Ηρακλής, γυρνώντας απο την   Θεσπρωτία είχε  θυσιάσει στον  Δία τη Ολυμπίας καίγοντας  ξύλα  λεύκας  που είχε φέρει από την περιοχή του Αχέροντα. 

Την  ΛΕΥΚΑ ο Όμηρος την ονομάζει ΑΧΕΡΩΙΔΑ. Βλ.  λέξη.
Επίσης βλ.
Ιλιάδος  Ραψωδία  Π,  στ. 483,   και   Ραψωδία  Ν, στ. 388.

 

Είναι πολύ ενδιαφέρον πως όπως ακριβώς είναι το τοπίο της Θεσπωτικής Εφύρας, έτσι ακριβώς περιγράφει ο Ομηρος στην Οδύσσεια, με τα λόγια της Κίρκης,   τον τόπο απ’ όπου ο Οδυσσέας θα επικοινωνούσε με τις ψυχές των νεκρών [Οδύσσεια ραψωδία κ, στ. 505-514].

στῆσ' τὸ κατάρτι, τέντωσε τ' ἄσπρα πανιά, καὶ κάθου·
θὰ σοῦ φυσήξη μιὰ ὁ Βοριᾶς, κι ἐκεῖ τὸ πλοῖο θὰ φέρη,
Μὰ τὸ βαθὺ καθὼς διαβῆς Ὠκεανὸ καὶ φτάσης
στὸν ἄγριον ὄχτο καὶ στ' ἀχνὰ τῆς Περσεφόνης δάσια,
μὲ τὶς ἰτιὲς τὶς ἄκαρπες καὶ τὶς ψηλὲς τὶς λεῦκες,

ἄραξ' ἐκεῖ τὸ πλοῖο σου στοῦ Ὠκεανοῦ τὴν ἄκρη,
καὶ στοῦ Ἅδη κίνησε νὰ πᾶς τ' ἀραχνιασμένο σπίτι,
Ἐκεῖ ὁ Πυριφλεγέθοντας στοῦ Ἀχέροντα τὸ ρέμα
κυλιέται μὲ τὸν Κωκυτὸ ποὺ πέφτει ἀπὸ τὴ Στύγα,
κι ὁ βράχος ποὺ βαρύβροντα τὰ δυὸ ποτάμια σμίγουν.

 

Ο Στράβων, βιβλίο Ε, τοποθετεί την περιοχή αυτών των στίχων της Οδύσσειας  στην  Ιταλία, όπως έλεγαν οι μύθοι.

Ταις δε Βαϊαις συνεχής ό τε Λοκρίνος κόλπος, και εντός τούτου η Άορνος, χερόννησον ποιών την απολαμβανομένην μέχρι Μισηνού γην, από της παραλίας της μεταξύ Κύμης και αυτού.  Λοιπός γαρ εστιν ολίγων σταδίων δια της διώρυγος ισθμός επ’ αυτήν [την] Κύμην και την προς αυτή θάλατταν. Εμύθευον δ’ οι προ ημών εν τω Αόρνω τα περι την νεκυίαν την Ομηρικήν. Και δη και νεκυομαντείον ιστορούσιν  ενταύθα γενέσθαι, και Οδυσσέα εις τούτο αφικέσθαι. Εστιν δ’ ο μεν Άορνος κόλπος αγχιβαθής και αρτίστομος,  λιμένος και μέγεθος και φύσιν έχων, χρείαν δ’ ου παρεχόμενος λιμένος, δια το προικίσθαι τον Λοκρίνον κόλπον προσβραχή και πολύν. Περικλείται δ’ Άορνος οφρύσιν ορθίαις, υπερκειμέναις πανταχόθεν πλην του είσπλου, νυν μεν  ημέρως εκπεπονημέναις, πρότερον δε συνειρεφέσιν αγρία ύλη, μεγαλοδένδρω και αβάτω, αι κατά δυσειδαιμονίαν κατάσκιον εποίουν τον κόλπον. Προσεμύθευον δ’ οι επιχώριοι και τους όρνεις, τους υπερπετείς γενομένους, καταπίπτειν εις το ύδωρ, φθειρομένους υπό των αναφερομένων αέρων, καθάπερ εν τοις Πλουτωνίοις. Και τούτο χωρίον Πλουτώνιον τι υπελάμβανον, και τους Κιμμερίους ενταύθα λέγεσθαι. Και εισέπλεον γε προσθυσάμενοι, και ιλασάμενοι τους καταχθονίους δαίμονας, όντων των υφηγουμένων τα τοιάνδε ιερέων, ηργολαβηκότων τον τόπον. Εστι δε πηγή τις αυτόθι ποτίμου ύδατος επί τη θαλάττη. Τούτου δ’ απείχοντο πάντες, το της Στυγός ύδωρ νομίσαντες. Και το μαντείον ενταύθα που ίδρυτο. Τον τε Πυριφλεγέθοντα εκ των θερμών υδάτων ετεκμαίροντο των πλησίον και της Αχερουσίας. Έφορος δε τοις Κιμμερίοις προσοικειών τον τόπον, φησιν αυτούς εν καταγείοις οικίας οικείν, ας καλούσιν Αργίλλας, και διά τινων ορυγμάτων παρ’ αλλήλους τε φοιτάν, και τους ξένους εις το μαντείον δέχεσθαι, πολύ υπό γης ιδρυμένον. Ζην δ’ από μαντείας και των μαντευμάτων, και του βασιλέως αποδείξαντος αυτοίς συντάξεις. Είναι δε τοις περί το χρηστήριον έθος πάτριον, μηδένα τον ήλιον οράν, αλλά της νυκτός έξω πορεύεσθαι των χασμάτων. Και δια τούτον τον Ποιητήν περί αυτών ειπείν, ως άρα

Ουδέ ποτ’ αυτούς

Ηέλιος φαέθων επιδέρκεται [Βλ. Οδύσσεια  λ, στ. 16-17].

 

G