ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  E΄

(στίχοι  : 352-430)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Αυτά ’πε κι έφευγε η θεά με ζάλην και με πόνους

σκληρούς κι εγίνη μελανό το ρόδινό της σώμα.

Κι η Ίρις η ανεμόποδη την πήρε από το πλήθος

τον Άγριον Άρη αριστερά της μάχης καθισμένον

ήβρε. Και ομίχλη σκέπαζε την λόγχην και τους ίππους.

 

 

 

 

 

 

Ὣς ἔφαθ᾽, ἣ δ᾽ ἀλύουσ᾽ ἀπεβήσετο, τείρετο δ᾽ αἰνῶς·

τὴν μὲν ἄρ᾽ Ἶρις ἑλοῦσα ποδήνεμος ἔξαγ᾽ ὁμίλου

ἀχθομένην ὀδύνῃσι, μελαίνετο δὲ χρόα καλόν.

Εὗρεν ἔπειτα μάχης ἐπ᾽ ἀριστερὰ θοῦρον Ἄρηα 355

ἥμενον· ἠέρι δ᾽ ἔγχος ἐκέκλιτο καὶ ταχέ᾽ ἵππω·

 

 

Τότ’ εγονάτισε η θεά και από τον αδελφόν της

τα χρυσοστέφαν’ άλογα πολύ θερμά ζητούσε:

 

 

«Γλυκέ, βοήθα με, αδελφέ, και δος μου τ’ άλογά σου

να μεταβώ στον Όλυμπον, έδραν των αθανάτων.

Πληγή με σφάζει οπού θνητός μου έκαμε, ο Τυδείδης,

που τώρα μάχην θα’καμνε και στον πατέρα Δία.».

ἣ δὲ γνὺξ ἐριποῦσα κασιγνήτοιο φίλοιο

πολλὰ λισσομένη χρυσάμπυκας ᾔτεεν ἵππους·

 

φίλε κασίγνητε κόμισαί τέ με δός τέ μοι ἵππους,

ὄφρ᾽ ἐς Ὄλυμπον ἵκωμαι ἵν᾽ ἀθανάτων ἕδος ἐστί.

Λίην ἄχθομαι ἕλκος ὅ με βροτὸς οὔτασεν ἀνὴρ

Τυδεΐδης, ὃς νῦν γε καὶ ἂν Διὶ πατρὶ μάχοιτο.

 

 

Τα χρυσοστέφαν’ άλογα της έδωκεν ο Άρης.

Στ’ αμάξι ανέβ’ η θλιβερή. Στο πλάγι της η Ίρις

κάθισε και τους χαλινούς στα χέρια της επήρε.

Κτυπά κι εκείνα πρόθυμα πετούν και γοργά φθάνουν

εις τον υψηλόν Όλυμπον, των αθανάτων έδραν.

 

Τ’ άλογα αυτού σταμάτησεν η ανεμόποδ’ Ίρις

και αφού τα ξέζεψε, τροφήν τους έβαλε αμβροσίαν.

 

 

 

 

 

 

Ὣς φάτο, τῇ δ᾽ ἄρ᾽ Ἄρης δῶκε χρυσάμπυκας ἵππους·

ἣ δ᾽ ἐς δίφρον ἔβαινεν ἀκηχεμένη φίλον ἦτορ,

πὰρ δέ οἱ Ἶρις ἔβαινε καὶ ἡνία λάζετο χερσί,      365

μάστιξεν δ᾽ ἐλάαν, τὼ δ᾽ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην.

Αἶψα δ᾽ ἔπειθ᾽ ἵκοντο θεῶν ἕδος αἰπὺν Ὄλυμπον·

ἔνθ᾽ ἵππους ἔστησε ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις

λύσασ᾽ ἐξ ὀχέων, παρὰ δ᾽ ἀμβρόσιον βάλεν εἶδαρ·

 

 

Κι η Αφροδίτη έπεσε στον κόλπον της μητρός της

Διώνης. τούτη αγκάλιασε την ποθητήν της κόρην,

με το χέρι την χάϊδευσε κι είπε σ’ αυτήν : «Παιδί μου,

ποιος των θεών τόσ’ άπρεπα σού ’καμε αυτά που βλέπω,

ως να’χε σ’ έβρει φανερά κάποιο κακό να κάμνης;»

ἣ δ᾽ ἐν γούνασι πῖπτε Διώνης δῖ᾽ Ἀφροδίτη        370

μητρὸς ἑῆς· ἣ δ᾽ ἀγκὰς ἐλάζετο θυγατέρα ἥν,

χειρί τέ μιν κατέρεξεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἐκ τ᾽ ὀνόμαζε·

τίς νύ σε τοιάδ᾽ ἔρεξε φίλον τέκος Οὐρανιώνων

μαψιδίως, ὡς εἴ τι κακὸν ῥέζουσαν ἐνωπῇ[1];

 

 

Σ΄εκείνην η φιλόγελη απάντησε Αφροδίτη:

 

«Εμένα ο μεγαλόψυχος ελάβωσε Τυδείδης,

διότι από τον πόλεμον έπαιρνα τον υιόν μου

Αινείαν, που υπεραγαπώ, καθώς κανέναν άλλον.

 

τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη·     375

οὖτά με Τυδέος υἱὸς ὑπέρθυμος Διομήδης,

οὕνεκ᾽ ἐγὼ φίλον υἱὸν ὑπεξέφερον πολέμοιο

Αἰνείαν, ὃς ἐμοὶ πάντων πολὺ φίλτατός ἐστιν.

 

 

Διότι Τρώων και Αχαιών δεν είναι μάχη πλέον.

Πολεμούν ήδ’ οι Δαναοί και με τους αθανάτους.».

Οὐ γὰρ ἔτι Τρώων καὶ Ἀχαιῶν φύλοπις αἰνή,

ἀλλ᾽ ἤδη Δαναοί γε καὶ ἀθανάτοισι μάχονται.

 

 

Και προς αυτήν απάντησεν η σεβαστή Διώνη:

 

 

«Με υπομονήν το πάθος σου, παιδί μου, να βαστάσης.

Απ’ τους ανθρώπους, πάθαμε πολλοί των Ολυμπίων,

ως εμείς δίδομε αφορμήν κακών ανάμεσόν μας.

 

 

Βάσταξ’ ο Άρης τ’ άλυτα τον έδεσεν ο Ώτος

και ο Εφιάλτης ο δεινός, τα τέκνα του Αλωέως.

Κι έμεινε μήνες δεκατρείς στο χάλκινον αγγείον.

Και τότε ο πολεμόδιψος ο Άρης θα εχανόταν,

η μητριά του αν του Ερμή δεν το’λεγεν, η ωραία

Ηεριβοίη. Κι έκλεψεν αυτός τον Άρη, οπόταν

εκόντευε ο σκληρός δεσμός να πάρη την πνοήν του.

 

 

 

 

Βάσταξ’ η Ήρα, ότε ο δεινός Αμφιτρυωνιάδης,

μ’ ακόντι τρίγωνο έπληξε τον δεξιόν μαστόν της

και την θεάν αγιάτρευτος βασάνιζεν ο πόνος.

 

 

Βάσταξε και ο θεόρατος ο Άδης πικρό βέλος.

Ο ίδιος άνδρας, ο υιός του αιγιδοφόρου Δία,

στην Πύλο ανάμεσα στους νεκρούς οδυνηρά τον πλήγωσε.

Κίνησε προς τον Όλυμπον στο δώμα του Κρονίδη

περίλυπος και στην καρδιά τον έπιαναν οι πόνοι,

ότι τον μέγαν ώμον του τ’ ακόντ’ είχε περάσει.

Με βότανα παυσίπονα, που του’βαλε ο Παιήων,

τον γιάτρευσεν ότι θνητός δεν ήτο αυτός πλασμένος.

 

Ο άθλιος, ο αυθαδέστατος εργάτης ασεβείας,

που τους θεούς που κατοικούν στον Όλυμπο κτυπούσε,

 

 

 

 

 

Τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Διώνη*, δῖα θεάων·

 

τέτλαθι τέκνον ἐμόν, καὶ ἀνάσχεο κηδομένη περ·

πολλοὶ γὰρ δὴ τλῆμεν Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες

ἐξ ἀνδρῶν χαλέπ᾽ ἄλγε᾽ ἐπ᾽ ἀλλήλοισι τιθέντες.

 

Τλῆ μὲν Ἄρης ὅτε μιν Ὦτος κρατερός τ᾽ Ἐφιάλτης

παῖδες Ἀλωῆος, δῆσαν κρατερῷ ἐνὶ δεσμῷ·

χαλκέῳ δ᾽ ἐν κεράμῳ δέδετο τρισκαίδεκα μῆνας·

καί νύ κεν ἔνθ᾽ ἀπόλοιτο Ἄρης ἆτος πολέμοιο,

εἰ μὴ μητρυιὴ περικαλλὴς Ἠερίβοια**

Ἑρμέᾳ ἐξήγγειλεν· ὃ δ᾽ ἐξέκλεψεν Ἄρηα                 390

ἤδη τειρόμενον, χαλεπὸς δέ ἑ δεσμὸς ἐδάμνα.

 

Τλῆ δ᾽ Ἥρη[2], ὅτε μιν κρατερὸς πάϊς Αμφιτρύωνος[3]

δεξιτερὸν κατὰ μαζὸν ὀϊστῷ τριγλώχινι

βεβλήκει· τότε καί μιν ἀνήκεστον λάβεν ἄλγος.

 

Τλῆ δ᾽ Ἀΐδης ἐν τοῖσι πελώριος ὠκὺν ὀϊστόν,     395

εὖτέ μιν ωὐτὸς[4] ἀνὴρ υἱὸς Διὸς αἰγιόχοιο[5]

ἐν Πύλῳ ἐν νεκύεσσι βαλὼν ὀδύνῃσιν ἔδωκεν·

αὐτὰρ ὃ βῆ πρὸς δῶμα Διὸς καὶ μακρὸν Ὄλυμπον

κῆρ ἀχέων ὀδύνῃσι πεπαρμένος· αὐτὰρ ὀϊστὸς

ὤμῳ ἔνι στιβαρῷ ἠλήλατο, κῆδε δὲ θυμόν.        400

Τῷ δ᾽ ἐπὶ Παιήων[6] ὀδυνήφατα φάρμακα πάσσων

ἠκέσατ᾽· οὐ μὲν γάρ τι καταθνητός γε τέτυκτο.

Σχέτλιος ὀβριμοεργὸς ὃς οὐκ ὄθετ᾽ αἴσυλα ῥέζων,

ὃς τόξοισιν ἔκηδε θεοὺς οἳ Ὄλυμπον ἔχουσι.

 

 

και αυτόν τώρα εναντίον σου η Αθήνη τον Τυδείδην

έβαλε και δεν σκέπτεται ο μωρός που ολίγες έχει

ημέρες όποιος πόλεμον κινεί των αθανάτων,

και οπίσω από τον πόλεμον δεν θα’λθη να του πέσουν

στα γόνατά του τα παιδιά, μπαμπά να του ψελλίζουν.

 

 

Δια τούτο, αν κι έχει δύναμιν μεγάλην ο Τυδείδης,

ας συλλογάται αντίμαχον μην έβρη ανώτερόν σου.

Μην η Αιγιάλεια ποτέ, η φρόνιμη Αδρηστίνη,

ξυπνήση τους ανθρώπους της θρηνώντας που της λείπει

ο νυμφευτός της σύντροφος των Αχαιών ο πρώτος,

του ιπποδάμου η θαυμαστή γυνή, του Διομήδη.».

Σοὶ δ᾽ ἐπὶ τοῦτον ἀνῆκε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη· 405

νήπιος, οὐδὲ τὸ οἶδε κατὰ φρένα Τυδέος υἱὸς

ὅττι μάλ᾽ οὐ δηναιὸς[7] ὃς ἀθανάτοισι μάχηται,

οὐδέ τί μιν παῖδες ποτὶ γούνασι παππάζουσιν

ἐλθόντ᾽ ἐκ πολέμοιο καὶ αἰνῆς δηϊοτῆτος.

 

Τὼ νῦν Τυδεΐδης, εἰ καὶ μάλα καρτερός ἐστι,      410

φραζέσθω μή τίς οἱ ἀμείνων σεῖο μάχηται,

μὴ δὴν Αἰγιάλεια περίφρων Ἀδρηστίνη

ἐξ ὕπνου γοόωσα φίλους οἰκῆας ἐγείρῃ

κουρίδιον ποθέουσα πόσιν τὸν ἄριστον Ἀχαιῶν

ἰφθίμη ἄλοχος Διομήδεος ἱπποδάμοιο.                 415

 

 

Είπε. Και με τα χέρια της σφογγίζει τον ιχώρα

απ’ την παλάμη κι έκλεισ’  η πληγή κι οι πόνοι επαύσαν.

Κι απ’ τ’ άλλο μέρος η Αθηνά κι η Ήρα, ενώ τηράζουν,

με λόγια μετεωριστικά κεντούσαν τον Κρονίδην.

 

Και πρώτη τότ’ ομίλησεν η γλαυκομάτ’ Αθήνη:

 

Ἦ ῥα καὶ ἀμφοτέρῃσιν ἀπ᾽ ἰχῶ χειρὸς ὀμόργνυ·

ἄλθετο χείρ, ὀδύναι δὲ κατηπιόωντο βαρεῖαι.

Αἳ δ᾽ αὖτ᾽ εἰσορόωσαι Ἀθηναίη τε καὶ Ἥρη

κερτομίοις ἐπέεσσι Δία Κρονίδην ἐρέθιζον.

Τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·        420

 

 

 

«Δία πατέρα, ότι θα ειπώ μη σε θυμώση τάχα;

Άσφαλτα η Κύπρις ήθελε καμίαν Αχαϊδα

των Τρώων που υπεραγαπά να φέρη στις αγκάλες

κι εκεί που την λαμπρόπεπλον εχάϊδευεν ωραίαν,

χρυσή βελόνη εσκάρφισε το τρυφερό της χέρι.».

Ζεῦ πάτερ ἦ ῥά τί μοι κεχολώσεαι ὅττι κεν εἴπω;

ἦ μάλα δή τινα Κύπρις Ἀχαιϊάδων ἀνιεῖσα

Τρωσὶν ἅμα σπέσθαι, τοὺς νῦν ἔκπαγλα φίλησε,

τῶν τινα καρρέζουσα Ἀχαιϊάδων ἐϋπέπλων

πρὸς χρυσῇ περόνῃ καταμύξατο χεῖρα ἀραιήν. 425

 

 

Εις τούτο εγλυκογέλασεν ο ύψιστος πατέρας

και την χρυσήν προσκάλεσ’ Αφροδίτην και της είπε:

 

 

«Τα έργα τα πολεμικά, παιδί μου, δεν σου ανήκουν.

στου γάμου συ τες ζηλευτές φροντίδες καταγίνου

και τ’ άλλα αχ’ η Αθηνά και ο μανιωμένος Άρης.».

 

Ὣς φάτο, μείδησεν δὲ πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε,

καί ῥα καλεσσάμενος προσέφη χρυσῆν Ἀφροδίτην·

 

οὔ τοι τέκνον ἐμὸν δέδοται πολεμήϊα ἔργα,

ἀλλὰ σύ γ᾽ ἱμερόεντα μετέρχεο ἔργα γάμοιο,

ταῦτα δ᾽ Ἄρηϊ θοῷ καὶ Ἀθήνῃ πάντα μελήσει.   430

 

 

ß                                                            à

G

 



[1]Η Διώνη, πολύ φυσιολογικά, σκέπτεται πως κάποιος από τους ΘΕΟΥΣ πλήγωσε την Αφροδίτη. Δεν μπορεί να πάει το μυαλό της πως ΘΝΗΤΟΣ μπόρεσε να κάνει  κάτι τέτοιο.

 

[2]Το ότι η Ήρα έχει δηλώσει πως μια οι τρεις αγαπημένες πόλεις της ήταν το Άργος, οι Μυκήνες και η Σπάρτη (πόλεις των Αχαιών και μάλιστα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου οι Μυκήνες και Σπάρτη και του Διομήδη το Άργος) βλ.ΡΑΨΩΔΙΑ  Δ, στ. 51-52:

ἤτοι ἐμοὶ τρεῖς μὲν πολὺ φίλταταί εἰσι πόληες

Ἄργός τε Σπάρτη τε καὶ εὐρυάγυια Μυκήνη·

 

σε συνδυασμό με το ότι ο Ηρακλής επιτέθηκε και πλήγωσε την Ήρα, οδηγούν στο συμπέρασμα πως η αντιπαλότητα Ηρακλειδών – Αχαιών ήταν πάρα πολύ έντονη και παλαιά.

 

[3]Ο Ηρακλής. Δεν τον αναφέρει εδώ σαν παιδί του Δία, αλλά σαν παιδί του Αμφιτρύωνα, του φυσικού του πατέρα. [Η εποχή του Ηρακλή ήταν 2-3 γενεές πριν. Βλ.ΡΑΨΩΔΙΑ Β, στ. 624 υποσημείωση].

 

[Πρβλ. Απολλόδωρος Β, 4, 8]

Ἀλκμήνη δὲ δύο ἐγέννησε παῖδας, Διὶ μὲν Ἡρακλέα, μιᾷ νυκτὶ πρεσβύτερον, Ἀμφιτρύωνι δὲ Ἰφικλέα

 

[4]Ωυτός = ο αυτός = ο ίδιος. [Δηλαδή  ο Ηρακλής].

 

[5] Εδώ ο Ηρακλής αναφέρεται ως γιός του αιγιδοφόρου Δία.  

 

 

[6]Παιήων : ο γιατρός των θεών. [Απ’ ό,τι φαίνεται τότε και οι θεοί χρειαζόταν να έχουν κάποιον γιατρό ! ].

 

[7]Ου δηναιός = δεν είναι μακροχρόνιος, δεν ζει πολλά χρόνια, δεν γερνάει. [Ίσως παιχνίδι με τις λέξεις ΔΗΝΑΙΟΣ – ΔΑΝΑΟΣ].



*  ΔΙΩΝΗ: Θυγατερα του Ωκεανού και της Τηθύος, [βλ. Θεογ. 353], ή του Ουρανού και της Γαίας [Απολλόδ.  Α 2].  Λατρευόταν στην Δωδώνη κυρίως σαν γυναίκα του Δία Ναϊου [Ναία}. Την θεωρούσαν επίσης μητέρα της Αφροδίτης, αλλά και του Πέλοπα που τον είχε γεννήσει από τον βασιλιά του Σιπύλου της Φρυγίας, τον Τάνταλο [βλ. ΠΕΛΟΠΑΣ-ΙΠΠΟΔΑΜΕΙΑ].

 

** ΗΕΡΙΒΟΙΑ. Γυναίκα του Αλωέα,  μητριά του Ωτου και του Εφιάλτη, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, Ιφιμέδειας. [βλ. περισσότερα για τον ΩΤΟ και τον ΕΦΙΑΛΤΗ].