ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Β΄

(στίχοι  : 155-277)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

 

Πρόμοιρα τότ’ η επιστροφή γινόταν των Αργείων,

εάν να ειπή της Αθηνάς δεν πρόφθανεν η Ήρα:

 

Ἔνθά κεν Ἀργείοισιν ὑπέρμορα νόστος ἐτύχθη   155

εἰ μὴ Ἀθηναίην Ἥρη πρὸς μῦθον ἔειπεν·

 

«Τωόντι, ω κόρη αδάμαστη του αιγιδοφόρου Δία,

οι Αργείοι πίσω σχίζοντας της θάλασσας τα πλάτη

θα φύγουν τώρα στην γλυκιά πατρίδα να γυρίσουν;

Και του Πριάμου καύχημα θ’ αφήσουν και των Τρώων

την Άργισσαν Ελένην τους, αφού γι’ αυτήν χαθήκαν

τόσοι στην Τροίαν Αχαιοί μακράν απ’ την πατρίδα;

ὢ πόποι αἰγιόχοιο Διὸς τέκος Ἀτρυτώνη,

οὕτω δὴ οἶκον δὲ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν

Ἀργεῖοι φεύξονται ἐπ᾽ εὐρέα νῶτα θαλάσσης,

κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιεν    160

Ἀργείην Ἑλένην, ἧς εἵνεκα πολλοὶ Ἀχαιῶν

ἐν Τροίῃ ἀπόλοντο φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης·

 

 

Αλλά κατέβα τώρα ευθύς στων Αχαιών τα πλήθη,

συ τον καθένα κράτησε με τα γλυκά σου λόγια,

στην θάλασσαν τα ισόπλευρα καράβια να μη σύρουν.»

ἀλλ᾽ ἴθι νῦν κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων·

σοῖς ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρήτυε φῶτα ἕκαστον,

μηδὲ ἔα νῆας ἅλα δ᾽ ἑλκέμεν ἀμφιελίσσας.              165

 

Και η γλαυκόματη θεά υπάκουσε στον λόγον

και από του Ολύμπου την κορφή στα γρήγορα καράβια

κατέβηκε των Αχαιών κι εκεί τον Οδυσσέα

εύρηκε, αυτόν που εταίριαζε στην γνώση  με τον Δία.

Το χέρι του δεν άπλωνεν εις το καράβι εκείνος,

αλλ’ έστεκε περίλυπος και καταπικραμένος.

Και η γλαυκόματη Αθηνά πλησίασε και του’πε:

Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη,

βῆ δὲ κατ᾽ Οὐλύμποιο καρήνων ἀΐξασα·

καρπαλίμως δ᾽ ἵκανε θοὰς ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν.

Εὗρεν ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆα Διὶ μῆτιν ἀτάλαντον

ἑσταότ᾽· οὐδ᾽ ὅ γε νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης          170

ἅπτετ᾽, ἐπεί μιν ἄχος κραδίην καὶ θυμὸν ἵκανεν·

ἀγχοῦ δ᾽ ἱσταμένη προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη·

 

«Λαερτιάδη διογενή, πολύτεχνε Οδυσσέα,

τωόντι στα καλόσκαρμα καράβια θα ριχθήτε

οπίσω να γυρίσετε στην ποθητήν πατρίδα;

Και του Πριάμου καύχημα θ’ αφήστε και των Τρώων

την Άργισσαν Ελένην σας, αφού γι’ αυτήν χαθήκαν

τόσοι στην Τροίαν Αχαιοί μακράν απ’ την πατρίδα;

Αλλ’ άμε και των Αχαιών πλησίασε τα πλήθη

με το γλυκό σου μίλημα να πιέσης τον καθέναν

στην θάλασσαν τα ισόπλευρα καράβια να μη σύρουν.»

διογενὲς Λαερτιάδη πολυμήχαν᾽ Ὀδυσσεῦ,

οὕτω δὴ οἶκον δὲ φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν

φεύξεσθ᾽ ἐν νήεσσι πολυκλήϊσι πεσόντες,                  175

κὰδ δέ κεν εὐχωλὴν Πριάμῳ καὶ Τρωσὶ λίποιτε

Ἀργείην Ἑλένην, ἧς εἵνεκα πολλοὶ Ἀχαιῶν

ἐν Τροίῃ ἀπόλοντο φίλης ἀπὸ πατρίδος αἴης;

ἀλλ᾽ ἴθι νῦν κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν, μηδ᾽ ἔτ᾽ ἐρώει,

σοῖς δ᾽ ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρήτυε φῶτα ἕκαστον,   180

μηδὲ ἔα νῆας ἅλα δ᾽ ἑλκέμεν ἀμφιελίσσας.

 

Είπε η θεά κι εγνώρισεν εκείνος την φωνήν της,

κι εχύθη την χλαμύδα του πετώντας. Και την πήρε

ο Ιθακήσιος του οπαδός ο κήρυξ Ευρυβάτης.

Ὣς φάθ᾽, ὃ δὲ ξυνέηκε θεᾶς ὄπα φωνησάσης,

βῆ δὲ θέειν, ἀπὸ δὲ χλαῖναν βάλε· τὴν δὲ κόμισσε

κῆρυξ Εὐρυβάτης Ἰθακήσιος ὅς οἱ ὀπήδει·

 

Κι ήβρε τον Αγαμέμνονα ο θείος Οδυσσέας,

το σκήπτρο επήρε τ’ άφθαρτον προγονικό του Ατρείδη

και των ανδρείων Αχαιών κατέβη στα καράβια.

Κι αν απαντούσε βασιλιά κι άνδρ’ άλλον των προκρίτων,

να τον κρατήση επάσχιζε με λόγια μελωμένα:

 

αὐτὸς δ᾽ Ἀτρεΐδεω Ἀγαμέμνονος ἀντίος ἐλθὼν     185

δέξατό οἱ σκῆπτρον πατρώϊον ἄφθιτον αἰεί·

σὺν τῷ ἔβη κατὰ νῆας Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων.

Ὅν τινα μὲν βασιλῆα καὶ ἔξοχον ἄνδρα κιχείη

τὸν δ᾽ ἀγανοῖς ἐπέεσσιν ἐρητύσασκε παραστάς·

«Άνθρωπε, να δειλιάζης συ, σαν άνανδρος δεν πρέπει,

στάσου και συ και να σταθούν παράγγειλε τους άλλους,

ότι δεν ξεύρεις καθαρά τι κρύβει  ο νους του Ατρείδη.

Μας δοκιμάζει κι ύστερα, θαρρώ, θα μας πατάξη.

Και ό,τ’ είπε μέσα στην βουλή δεν το ακούσαμ’ όλοι,

αλίμονο στους Αχαιούς εκείνος αν θυμώση,

ότι μεγάλ’ είν’ η ψυχή του θείου βασιλέως

που τον δοξάζει και αγαπά ο πάνσοφος Κρονίδης.»

δαιμόνι᾽ οὔ σε ἔοικε κακὸν ὣς δειδίσσεσθαι,             190

ἀλλ᾽ αὐτός τε κάθησο καὶ ἄλλους ἵδρυε λαούς·

οὐ γάρ πω σάφα οἶσθ᾽ οἷος νόος Ἀτρεΐωνος·

νῦν μὲν πειρᾶται, τάχα δ᾽ ἴψεται υἷας Ἀχαιῶν.

Ἐν βουλῇ δ᾽ οὐ πάντες ἀκούσαμεν οἷον ἔειπε.

μή τι χολωσάμενος ῥέξῃ κακὸν υἷας Ἀχαιῶν·       195

θυμὸς δὲ μέγας ἐστὶ διοτρεφέων βασιλήων,

τιμὴ δ᾽ ἐκ Διός ἐστι, φιλεῖ δέ ἑ μητίετα Ζεύς.

 

 

Κι άνθρωπον όταν του λαού που φώναζε απαντούσε,

κακά τον εφοβέριζε και με το σκήπτρο εκτύπα:

Ὃν δ᾽ αὖ δήμου τ᾽ ἄνδρα ἴδοι βοόωντά τ᾽ ἐφεύροι,

τὸν σκήπτρῳ ἐλάσασκεν ὁμοκλήσασκέ τε μύθῳ·

 

«Σιγά, χαμένε, υπάκουσε εις τους καλύτερούς σου.

Άναντρος συ και ουτιδανός καθόλου δεν μετριέσαι

στον πόλεμον ή στην βουλήν. Μήπως θαρρείς πως όλοι

θα βασιλεύωμεν εδώ;  Πολυαρχία βλάπτει.

Ένας θα είναι ο αρχηγός, ο βασιλέας ένας,

που σ’ αυτόν έδωσ’ ο υιός του κρυπτοβούλου Κρόνου

το σκήπτρο και τα νόμιμα να βασιλεύη σ’ όλους.»

δαιμόνι᾽ ἀτρέμας ἧσο καὶ ἄλλων μῦθον ἄκουε,      200

οἳ σέο φέρτεροί εἰσι, σὺ δ᾽ ἀπτόλεμος καὶ ἄναλκις

οὔτέ ποτ᾽ ἐν πολέμῳ ἐναρίθμιος οὔτ᾽ ἐνὶ βουλῇ·

οὐ μέν πως πάντες βασιλεύσομεν ἐνθάδ᾽ Ἀχαιοί·

οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη· εἷς κοίρανος ἔστω,

εἷς βασιλεύς, ᾧ δῶκε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω  205

σκῆπτρόν τ᾽ ἠδὲ θέμιστας, ἵνά σφισι βουλεύῃσι.

 

Με τούτ’ αυτός διόρθωνε τα πλήθη κι εχυνόνταν

οπίσω προς την σύνοδον από σκηνές και πλοία

με αλαλαγμόν, καθώς βροντούν σ’ απέραντο ακρογιάλι

τα κύματα κι αντιβοούν τα πλάτη της θαλάσσης.

Όλος ησύχασε ο λαός κι εκάθζαν τριγύρω.

 

Ὣς ὅ γε κοιρανέων δίεπε στρατόν· οἳ δ᾽ ἀγορὴν δὲ

αὖτις ἐπεσσεύοντο νεῶν ἄπο καὶ κλισιάων

ἠχῇ, ὡς ὅτε κῦμα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης

αἰγιαλῷ μεγάλῳ βρέμεται, σμαραγεῖ δέ τε πόντος.

Ἄλλοι μέν ῥ᾽ ἕζοντο, ἐρήτυθεν δὲ καθ᾽ ἕδρας·

 

Μόνος ακόμη ο φλύαρος Θερσίτης θορυβούσε,

που λόγια γνώριζ’ άπρεπα πολλά να εφεύρη ο νους του,

να λοιδορή τους βασιλείς, ως τύχαινε, και μόνον

να δώση κάποιαν αφορμήν στα πλήθη να γελάσουν

κι άσχημος άλλος σαν αυτόν δεν ήλθε στην Τρωάδα.

Ήταν λοξόποδος, χωλός από το ένα πόδι,

με κυρτούς ώμους οπού εμπρός του πλάκωναν το στήθος,

με κεφαλήν στενόμακρην κι επάν’ ολίγες τρίχες.

Του Αχιλλέως μισητός πολύ και του Οδυσσέως,

ότι συχνά τους ύβριζε. Και τότε τον Ατρείδη

κρώζοντας εγλωσσόδερνε και τον μισούσαν όλοι

στα στήθη τους οι Αχαιοί και τον εκατακραίναν.

Και αυτός βοώντας έλεγε κάθε κακό του Ατρείδη:

Θερσίτης δ᾽ ἔτι μοῦνος ἀμετροεπὴς ἐκολῴα,

ὃς ἔπεα φρεσὶν ᾗσιν ἄκοσμά τε πολλά τε ᾔδη

μάψ, ἀτὰρ οὐ κατὰ κόσμον, ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν,

ἀλλ᾽ ὅ τι οἱ εἴσαιτο γελοίϊον Ἀργείοισιν                  215

ἔμμεναι· αἴσχιστος δὲ ἀνὴρ ὑπὸ Ἴλιον ἦλθε·

φολκὸς ἔην, χωλὸς δ᾽ ἕτερον πόδα· τὼ δέ οἱ ὤμω

κυρτὼ ἐπὶ στῆθος συνοχωκότε· αὐτὰρ ὕπερθε

φοξὸς ἔην κεφαλήν, ψεδνὴ δ᾽ ἐπενήνοθε λάχνη.

Ἔχθιστος δ᾽ Ἀχιλῆϊ μάλιστ᾽ ἦν ἠδ᾽ Ὀδυσῆϊ·             220

τὼ γὰρ νεικείεσκε· τότ᾽ αὖτ᾽ Ἀγαμέμνονι δίῳ

ὀξέα κεκλήγων λέγ᾽ ὀνείδεα· τῷ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀχαιοὶ

ἐκπάγλως κοτέοντο νεμέσσηθέν τ᾽ ἐνὶ θυμῷ.

Αὐτὰρ ὃ μακρὰ βοῶν Ἀγαμέμνονα νείκεε μύθῳ·

 

«Ατρείδη, πάλιν το ζητείς; Ειπέ μας τι σου λείπει;

Πλήθος χαλκόν εις τες σκηνές, πολλές γυναίκες έχεις

που διαλεκτές σου δίδομεν εσέν’ απ’ όλους πρώτα

κάθε φορά που του εχθρού πορθούμεν πολιτείαν.

Ή και χρυσάφι λαχταρείς, εδώ να σου το φέρη

κάποιος των Τρώων ποθητό παιδί να εξαγοράση

που εγώ ή κι άλλος Αχαιός θα εσύραμε δεμένον;

Ή για να γλυκοκοιμηθής γυναίκα θέλεις νέαν,

μόνος σου να την χαίρεσαι; Και συ που’σαι αρχηγός τους

δεν έπρεπε τους Αχαιούς να καταβασανίζης.

 

 

Ἀτρεΐδη τέο δ᾽ αὖτ᾽ ἐπιμέμφεαι ἠδὲ χατίζεις;           225

πλεῖαί τοι χαλκοῦ κλισίαι, πολλαὶ δὲ γυναῖκες

εἰσὶν ἐνὶ κλισίῃς ἐξαίρετοι, ἅς τοι Ἀχαιοὶ

πρωτίστῳ δίδομεν εὖτ᾽ ἂν πτολίεθρον ἕλωμεν.

Ἦ ἔτι καὶ χρυσοῦ ἐπιδεύεαι, ὅν κέ τις οἴσει

Τρώων ἱπποδάμων ἐξ Ἰλίου υἷος ἄποινα,              230

ὅν κεν ἐγὼ δήσας ἀγάγω ἢ ἄλλος Ἀχαιῶν,

ἠὲ γυναῖκα νέην, ἵνα μίσγεαι ἐν φιλότητι,

ἥν τ᾽ αὐτὸς ἀπονόσφι κατίσχεαι; οὐ μὲν ἔοικεν

ἀρχὸν ἐόντα κακῶν ἐπιβασκέμεν υἷας Ἀχαιῶν.

 

 

 

Ω λέρες ! Πλέον Αχαιοί δεν είσθ’ αλλ’ Αχαιάδες!

 

Στα σπίτια μας ας γύρωμε, κι ας μείνη εδώ στην Τροία

τα δώρα να χωνεύη αυτός, να μάθη τότε αν κάτι

τον βοηθούσαμε κι εμείς. Κι έχει ατιμάσει τώρα

άνδρ’ απ’ αυτόν καλύτερον πολύ τον Αχιλλέα,

ότι του αφαίρεσ’ άδικα των Αχαιών το δώρον.

 

Κι αν αυτός είχε μέσα του χολήν, αν είχεν αίμα,

θα ήταν ύστερη φορά που αδίκησες, Ατρείδη !»

 

 

Ὦ πέπονες κάκ᾽ ἐλέγχε᾽ Ἀχαιΐδες οὐκέτ᾽ Ἀχαιοὶ     235

 

οἴκαδέ περ σὺν νηυσὶ νεώμεθα, τόνδε δ᾽ ἐῶμεν

αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ γέρα πεσσέμεν, ὄφρα ἴδηται

ἤ ῥά τί οἱ χἠμεῖς προσαμύνομεν ἦε καὶ οὐκί·

ὃς καὶ νῦν Ἀχιλῆα ἕο μέγ᾽ ἀμείνονα φῶτα

ἠτίμησεν· ἑλὼν γὰρ ἔχει γέρας αὐτὸς ἀπούρας.    240

Ἀλλὰ μάλ᾽ οὐκ Ἀχιλῆϊ χόλος φρεσίν, ἀλλὰ μεθήμων·

ἦ γὰρ ἂν Ἀτρεΐδη νῦν ὕστατα λωβήσαιο*·

 

Τον μέγαν Αγαμέμνονα μ’ αυτά κακολογούσε

τότε ο Θερσίτης, κι έφθασεν ο θείος Οδυσσέας

και λόγια του’πε φοβερά με ήθος αγριωμένο:

 

«Αν και λαμπρός ομιλητής, μωρόλαλε Θερσίτη,

βουβάσου και τους βασιλείς μη ψέγε συ και μόνος,

ότι από σε χειρότερον κανέναν δε γνωρίζω

απ’ όσους έφθασαν εδώ μαζί με τους Ατρείδες.

Παύσε λοιπόν τους βασιλείς συχνά πυκνά να σέρνης

στο στόμα σου και να τηράς του γυρισμού την ώρα

και ακόμη δεν γνωριζομεν αυτά πώς θα τελειώσουν,

αν για καλό ή για κακό θα γίνη ο γυρισμός μας.

 

 

 

ὣς φάτο νεικείων Ἀγαμέμνονα ποιμένα λαῶν,

Θερσίτης· τῷ δ᾽ ὦκα παρίστατο δῖος Ὀδυσσεύς,

καί μιν ὑπόδρα ἰδὼν χαλεπῷ ἠνίπαπε μύθῳ·        245

Θερσῖτ᾽ ἀκριτόμυθε, λιγύς περ ἐὼν ἀγορητής,

ἴσχεο, μηδ᾽ ἔθελ᾽ οἶος ἐριζέμεναι βασιλεῦσιν·

οὐ γὰρ ἐγὼ σέο φημὶ χερειότερον βροτὸν ἄλλον

ἔμμεναι, ὅσσοι ἅμ᾽ Ἀτρεΐδῃς ὑπὸ Ἴλιον ἦλθον.

Τὼ οὐκ ἂν βασιλῆας ἀνὰ στόμ᾽ ἔχων ἀγορεύοις,  250

καί σφιν ὀνείδεά τε προφέροις, νόστόν τε φυλάσσοις.

Οὐδέ τί πω σάφα ἴδμεν ὅπως ἔσται τάδε ἔργα,

ἢ εὖ ἦε κακῶς νοστήσομεν υἷες Ἀχαιῶν.

 

 

Συ κάθεσαι και του λαού τον αρχηγόν Ατρείδην

κατηγορείς που οι Δαναοί του δίδουν πολεμάρχοι

δώρα πολλά και οι λόγοι σου φαρμάκι είναι γεμάτοι.

Άλλ’ άκουσε και πίστευσε που ό,τι θα ειπώ θα γίνη.

 

Αν σ’ έβρω να λυσσομανάς κι άλλην φοράν, ως τώρα,

η κεφαλή να μη σταθή στους ώμους του Οδυσσέως,

μήτε πατέρα να με ειπούν του Τηλεμάχου πλέον,

αν δεν σε πιάσω ευθύς εγώ να σε γυμνώσω απ’ όλα

όσα φορείς και ακόμ’ αυτά που τα κρυφά σκεπάζουν,

και να σε διώξω ελεεινά δαρμένον, που να κλαίης

φεύγοντας απ’ την σύνοδον ως τα γοργά καράβια.».

 

 

 

Τὼ νῦν Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι ποιμένι λαῶν

ἧσαι ὀνειδίζων, ὅτι οἱ μάλα πολλὰ διδοῦσιν           255

ἥρωες Δαναοί· σὺ δὲ κερτομέων ἀγορεύεις.

Ἀλλ᾽ ἔκ τοι ἐρέω, τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται·

εἴ κ᾽ ἔτι σ᾽ ἀφραίνοντα κιχήσομαι ὥς νύ περ ὧδε,

μηκέτ᾽ ἔπειτ᾽ Ὀδυσῆϊ κάρη ὤμοισιν ἐπείη,

μηδ᾽ ἔτι Τηλεμάχοιο πατὴρ κεκλημένος εἴην,          260

εἰ μὴ ἐγώ σε λαβὼν ἀπὸ μὲν φίλα εἵματα δύσω,

χλαῖνάν τ᾽ ἠδὲ χιτῶνα, τά τ᾽ αἰδῶ ἀμφικαλύπτει,

αὐτὸν δὲ κλαίοντα θοὰς ἐπὶ νῆας ἀφήσω

πεπλήγων ἀγορῆθεν ἀεικέσσι πληγῇσιν.

 

Και με το σκήπτρο του’πληξε την ράχιν και τους ώμους.

Κυρτώθη εκείνος και θερμό του εκύλησε το δάκρυ.

Το χρυσό σκήπτρο εσήκωσε στην ράχιν φουσκαλίδα

και πονεμένος τρέμοντας εκάθισε ο Θερσίτης,

χαμένα γύρω εκοίταξε κι εσφόγγισε το δάκρυ.

Κι όλος εγέλασ’ ο λαός αν κι ήταν πικραμένος.

 

Κι εστράφη κάποιος κι έλεγεν εκεί στον πλαγινόν του:

Ὣς ἄρ᾽ ἔφη, σκήπτρῳ δὲ μετάφρενον ἠδὲ καὶ ὤμω

πλῆξεν· ὃ δ᾽ ἰδνώθη, θαλερὸν δέ οἱ ἔκπεσε δάκρυ·

σμῶδιξ δ᾽ αἱματόεσσα μεταφρένου ἐξυπανέστη

σκήπτρου ὕπο χρυσέου· ὃ δ᾽ ἄρ᾽ ἕζετο τάρβησέν τε,

ἀλγήσας δ᾽ ἀχρεῖον ἰδὼν ἀπομόρξατο δάκρυ.

Οἳ δὲ καὶ ἀχνύμενοί περ ἐπ᾽ αὐτῷ ἡδὺ γέλασσαν·

ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον·

 

 

«Ω έργα πόσα εξαίσια κατόρθωσ’ ο Οδυσσέας,

σύμβουλος πρώτος, συνετός και άξιος πολεμάρχος !

Αλλά τώρα ευεργέτησε μεγάλως τους Αργείους

που την αυθάδειαν έπασε του κακογλώσσου αχρείου.

Πού θ’ αργήσ’ η απότολμη ψυχή του να τον σπρώξη

πάλι με λόγι’ αναίσχυντα τους βασιλείς να ψέγη».

 

 

ὢ πόποι ἦ δὴ μυρί᾽ Ὀδυσσεὺς ἐσθλὰ ἔοργε

βουλάς τ᾽ ἐξάρχων ἀγαθὰς πόλεμόν τε κορύσσων·

νῦν δὲ τόδε μέγ᾽ ἄριστον ἐν Ἀργείοισιν ἔρεξεν,

ὃς τὸν λωβητῆρα ἐπεσβόλον ἔσχ᾽ ἀγοράων.         275

Οὔ θήν μιν πάλιν αὖτις ἀνήσει θυμὸς ἀγήνωρ

νεικείειν βασιλῆας ὀνειδείοις ἐπέεσσιν.

 

 

Έτσι μίλησαν τα πλήθη.

 

Ὣς φάσαν ἣ πληθύς·

 

 

ß                                                            à

G

 



* Ο Θερσίτης, όπως μας λέει ο Ομηρος στον στ. 221, συχνά έβριζε τον Αχιλλέα.  Τώρα τον υπερασπίζεται. Εδώ έχουμε την αντίθετη περίπτωση του Αχιλλέα. Κατά τον Αγαμέμνονα, ο Αχιλλέας ήθελε να  ‘ανάσσει όλων’, είχε δηλαδή  ολοκληρωτικές τάσεις [βλ. ΡΑΨΩΔΙΑ Α, στ. 287 κ.εξ.]. Ο Θερσίτης αντιθέτως είναι  ο αντιπρόσωπος της  κακής ‘αναρχίας’, έτοιμος να εκμεταλλευτεί οποιαδήποτε κατάσταση για να κατηγορήσει  με άσχημα λόγια τον  κάθε  αρχηγό.