ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Σ΄

(στίχοι  : 323-467)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Κι έλεγε μ’ αναστεναγμούς : «Μάταιον, ωιμένα, λόγον

έβγαλ’ από τα χείλη μου εκείνην την ημέρα,

τον ήρωα Μενοίτιον ενώ παρηγορούσα,

που στον Οπούντα τον υιόν θενά τον ξαναφέρω

λαμπρόν της Τροίας πορθητήν με μέρος των λαφύρων.

Όσα στοχάζονται οι θνητοί δεν τα τελειώνει ο Δίας.

 

ὣς ὃ βαρὺ στενάχων μετεφώνεε Μυρμιδόνεσσιν·

ὢ πόποι ἦ ῥ᾽ ἅλιον ἔπος ἔκβαλον ἤματι κείνῳ

θαρσύνων ἥρωα Μενοίτιον ἐν μεγάροισι·              325

φῆν δέ οἱ εἰς Ὀπόεντα περικλυτὸν υἱὸν ἀπάξειν

Ἴλιον ἐκπέρσαντα, λαχόντα τε ληΐδος αἶσαν.

ἀλλ᾽ οὐ Ζεὺς ἄνδρεσσι νοήματα πάντα τελευτᾷ·

 

 

Να βάψουμε την ίδιαν γην έχει διορίσ’ η μοίρα,

εδώ στην Τροίαν συ. Κι εγώ, ότι ουδ’ εμένα ο γέρος

Πηλεύς στο σπίτι θα δεχθεί και η Θέτις η μητέρα,

αλλά εμένα τούτ’ η γη στα σπλάχνα της θα μ’ έχει.

Τώρ’ αφού, Πάτροκλε, στην γην θε νά’μπω υστερινός σου,

δε θα σε θάψω πριν εδώ του Έκτορος να φέρω

την κεφαλήν και τ’ άρματα, που σ’ έσφαξε, ω γενναίε.

 

ἄμφω γὰρ πέπρωται ὁμοίην γαῖαν ἐρεῦσαι

αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ, ἐπεὶ οὐδ᾽ ἐμὲ νοστήσαντα           330

δέξεται ἐν μεγάροισι γέρων ἱππηλάτα Πηλεὺς

οὐδὲ Θέτις μήτηρ, ἀλλ᾽ αὐτοῦ γαῖα καθέξει.

νῦν δ᾽ ἐπεὶ οὖν Πάτροκλε σεῦ ὕστερος εἶμ᾽ ὑπὸ γαῖαν,

οὔ σε πρὶν κτεριῶ πρίν γ᾽ Ἕκτορος ἐνθάδ᾽ ἐνεῖκαι

τεύχεα καὶ κεφαλὴν μεγαθύμου σοῖο φονῆος·        335

 

 

Και από χολήν του φόνου σου θα σου αποκεφαλίσω

δώδεκα εμπρός εις την πυρά τέκνα λαμπρά των Τρώων.

Ωστόσο θα μου κείτεσαι, ως είσαι εδώ στα πλοία,

και γύρω σου οι βαθύκολπες Τρωές και Δαρδανίδες

ημέρα νύκτ’ αστάλακτο δάκρυ για σε θα χύνουν,

αυτές, οπού η ανδρεία μας και το μακρύ κοντάρι

επήρε όταν πατούσαμε τες πλούσιες πολιτείες.».

 

δώδεκα δὲ προπάροιθε πυρῆς ἀποδειροτομήσω

Τρώων ἀγλαὰ τέκνα[1] σέθεν κταμένοιο χολωθείς.

τόφρα δέ μοι παρὰ νηυσὶ κορωνίσι κείσεαι αὔτως,

ἀμφὶ δὲ σὲ Τρῳαὶ καὶ Δαρδανίδες βαθύκολποι

κλαύσονται νύκτάς τε καὶ ἤματα δάκρυ χέουσαι,

τὰς αὐτοὶ καμόμεσθα βίηφί τε δουρί τε μακρῷ

πιείρας πέρθοντε πόλεις μερόπων ἀνθρώπων.

 

 

Είπε και των συντρόφων του ο θείος Αχιλλέας

στην φλόγα μέγαν τρίποδα παράγγειλε να στήσουν,

να λούσουν απ’ τα αίματα το σώμα του Πατρόκλου.

Και αυτοί λουτρικόν τρίποδα εις την φωτιάν εστήσαν,

έχυσαν μέσα το νερό και ξύλα κάτω εκαίαν

και ζών’ η φλόγα την κοιλιά και το νερό θερμαίνει.

 

ὣς εἰπὼν ἑτάροισιν ἐκέκλετο δῖος Ἀχιλλεὺς

ἀμφὶ πυρὶ στῆσαι τρίποδα μέγαν, ὄφρα τάχιστα

Πάτροκλον λούσειαν ἄπο βρότον αἱματόεντα.   345

οἳ δὲ λοετροχόον τρίποδ᾽ ἵστασαν ἐν πυρὶ κηλέῳ,

ἐν δ᾽ ἄρ᾽ ὕδωρ ἔχεαν, ὑπὸ δὲ ξύλα δαῖον ἑλόντες.

γάστρην μὲν τρίποδος πῦρ ἄμφεπε, θέρμετο δ᾽ ὕδωρ·

 

 

Και άμα το είδαν πόβραζε στο χάλκωμα που λάμπει,

τον έλουσαν, τον έχρισαν με σταλαγμένο λάδι,

με αλοιφήν εννιάχρονην γεμίσαν τες πληγές του,

ολόκληρον τον σκέπασαν στην κλίνην του τον θέσαν

κι ένα σινδόνι και λευκό σάβανο επάνω απλώσαν.

 

αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ ζέσσεν ὕδωρ ἐνὶ ἤνοπι χαλκῷ,

καὶ τότε δὴ λοῦσάν τε καὶ ἤλειψαν λίπ᾽ ἐλαίῳ,    350

ἐν δ᾽ ὠτειλὰς πλῆσαν ἀλείφατος ἐννεώροιο·

ἐν λεχέεσσι δὲ θέντες ἑανῷ λιτὶ κάλυψαν

ἐς πόδας ἐκ κεφαλῆς, καθύπερθε δὲ φάρεϊ λευκῷ.

 

 

Και ολονυκτίς ολόγυρα στον θείον Αχιλλέα

οι Μυρμιδόνες με οδυρμούς τον Πάτροκλον εκλαίαν.

 

παννύχιοιμὲν ἔπειτα πόδας ταχὺν ἀμφ᾽ Ἀχιλῆα

Μυρμιδόνες Πάτροκλον ἀνεστενάχοντο γοῶντες·

 

 

Τότ’ είπε ο Ζευς στην σύντροφον και αδελφήν του Ήραν:

 

Ζεὺς δ᾽ Ἥρην προσέειπε κασιγνήτην ἄλοχόν τε·

 

«Ιδού, που το κατόρθωσες, ω Ήρα, να σηκώσεις

τον Αχιλλέα στ’ άρματα. Από τα δικά σου σπλάχνα

οι κομοφόροι Αχαιοί τωόντι εγεννηθήκαν.».

 

ἔπρηξας καὶ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη

ἀνστήσασ᾽ Ἀχιλῆα πόδας ταχύν· ἦ ῥά νυ σεῖο

ἐξ αὐτῆς ἐγένοντο κάρη κομόωντες Ἀχαιοί.

 

 

Τότε σ’ αυτόν απάντησεν η Ήρα η σεβασμία:

 

τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·          360

 

«Ποίον λόγον τώρα επρόφερες, ω τρομερέ Κρονίδη;

Άνθρωπος σ’ άνθρωπον μπορεί να κάμει τον σκοπόν του,

που είναι θνητός και ωσάν εμείς σοφίσματα δεν ξεύρει.

Κι εγώ που είμαι των θεών η πρώτη κι από γένος

και διότι μ’ έχεις σύγκλινην εσύ, των αθανάτων

όλων ο μόνος βασιλευς, δεν έπρεπε στους Τρώας,

που την χολήν μου εκίνησαν, τον όλεθρον να πλέξω;»

 

αἰνότατε Κρονίδη ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες.

καὶ μὲν δή πού τις μέλλει βροτὸς ἀνδρὶ τελέσσαι,

ὅς περ θνητός τ᾽ ἐστὶ καὶ οὐ τόσα μήδεα οἶδε·

πῶς δὴ ἔγωγ᾽, ἥ φημι θεάων ἔμμεν ἀρίστη,

ἀμφότερον γενεῇ τε καὶ οὕνεκα σὴ παράκοιτις     365

κέκλημαι, σὺ δὲ πᾶσι μετ᾽ ἀθανάτοισιν ἀνάσσεις,

οὐκ ὄφελον Τρώεσσι κοτεσσαμένη κακὰ ῥάψαι;

 

 

Ωστόσο η Θέτις έφθανε στο δώμα του Ηφαίστου

άφθαρτο, χάλκινο, λαμπρό σαν κάτασπρος αιθέρας,

εξαίσιο μες στα δώματα των αθανάτων όλα,

που ο ζαβοσκέλης ο θεός ο ίδιος είχε κάμει.

Τον ήβρε που ίδρωνε με βιά τριγύρω στα φυσούνια.

Ότ’ είκοσι όλους τρίποδες τότ’ εφιλοτεχνούσε,

τοίχον μεγάρου στερεού τριγύρω να στολίσουν.

Κύκλους προσάρμοσε χρυσούς στον κάθε ποδοστάτην

όπως στην θείαν σύνοδον κυλήσουν μοναχοί τους

και θαύμα να τα δεί κανείς, στο δώμα να γυρίσουν.

 

ὣς οἳ μὲν τοιαῦτα πρὸς ἀλλήλους ἀγόρευον·

Ἡφαίστου δ᾽ ἵκανε δόμον Θέτις ἀργυρόπεζα

ἄφθιτον ἀστερόεντα μεταπρεπέ᾽ ἀθανάτοισι        370

χάλκεον, ὅν ῥ᾽ αὐτὸς ποιήσατο κυλλοποδίων.

τὸν δ᾽ εὗρ᾽ ἱδρώοντα ἑλισσόμενον περὶ φύσας

σπεύδοντα· τρίποδας γὰρ ἐείκοσι πάντας ἔτευχεν

ἑστάμεναι περὶ τοῖχον ἐϋσταθέος μεγάροιο,

χρύσεα δέ σφ᾽ ὑπὸ κύκλα ἑκάστῳ πυθμένι θῆκεν,  375

ὄφρά οἱ αὐτόματοι θεῖον δυσαίατ᾽ ἀγῶνα

ἠδ᾽ αὖτις πρὸς δῶμα νεοίατο θαῦμα ἰδέσθαι.

 

 

Έτοιμοι ήσαν, έλειπαν μόνον τ’ αυτιά τα ωραία.

Τα’φτιαχνε τότε κι έκοφτε καρφιά να τα προσδέσει.

Κι ενώ κείνος εργάζονταν με την σοφήν του τέχνην

έφθασεν η ασημόποδη θεά στο δώμα η Θέτις.

Την είδε η λαμπρομάντιλη, ως προχωρούσε, η Χάρις,

καλή θεά, που ο δοξαστός νυμφεύθη ζαβοπόδης.

 

οἳ δ᾽ ἤτοι τόσσον μὲν ἔχον τέλος, οὔατα δ᾽ οὔ πω

δαιδάλεα προσέκειτο· τά ῥ᾽ ἤρτυε, κόπτε δὲ δεσμούς.

ὄφρ᾽ ὅ γε ταῦτ᾽ ἐπονεῖτο ἰδυίῃσι πραπίδεσσι,        380

τόφρά οἱ ἐγγύθεν ἦλθε θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα.

τὴν δὲ ἴδε προμολοῦσα Χάρις λιπαροκρήδεμνος

καλή, τὴν ὤπυιε περικλυτὸς ἀμφιγυήεις^·

 

 

Το χέρι ευθύς της έπιασε: «Σεπτή και αγαπημένη

Θέτι, μακρόπεπλη θεάν της είπε «πώς μας ήλθες;

Και ως τώρα εδώ δεν σ’είδαμε καθόλου  να συχνάζεις.

Μαζί μου εδώ προχώρησε να σε φιλοξενήσω.».

 

ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·

τίπτε Θέτι τανύπεπλε ἱκάνεις ἡμέτερον δῶ           385

αἰδοίη τε φίλη τε; πάρος γε μὲν οὔ τι θαμίζεις.

ἀλλ᾽ ἕπεο προτέρω, ἵνα τοι πὰρ ξείνια θείω.

 

 

Ειπε και την ασύγκριτη θεά μέσα οδηγούσε.

Ν’ αναπαυθεί την έβαλε εις τεχνητό κι ωραίο

ασημοκάρφωτο θρονί, κι είχε υποπόδι κάτω.

Κι εφώναξε τον Ήφαιστον τον δοξαστόν τεχνίτην:

«Έλα εδώ πέρα, Ήφαιστε, κάτι σε θέλει η Θέτις.».

 

ὣς ἄρα φωνήσασα πρόσω ἄγε δῖα θεάων.

τὴν μὲν ἔπειτα καθεῖσεν ἐπὶ θρόνου ἀργυροήλου

καλοῦ δαιδαλέου· ὑπὸ δὲ θρῆνυς ποσὶν ἦεν·           390

κέκλετο δ᾽ Ἥφαιστον κλυτοτέχνην εἶπέ τε μῦθον·

Ἥφαιστε πρόμολ᾽ ὧδε· Θέτις νύ τι σεῖο χατίζει.

 

 

Και απάντησε ο χωλός θεός: «Ναι, σεβαστή, μεγάλη

πατεί στο σπίτι μου θεά, που εκείνη μ’ έχει σώσει

στην συμφοράν μου, ότι έπεσα πολύ μακριά στα βάθη,

ως θέλησ’ η αδιάντροπη μητέρα να με κρύψει

ότι εγεννήθηκα χωλός. Και τ’ είχα εκεί να πάθω

στον κόλπον αν δεν μ’ έπαιρναν η Θέτις κι  η Ευρυνόμη,

του οπισθορμήτου Ωκεανού εκείν’ η θυγατέρα.

 

τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα περικλυτὸς ἀμφιγυήεις·

ἦ ῥά νύ μοι δεινή τε καὶ αἰδοίη θεὸς ἔνδον,

ἥ μ᾽ ἐσάωσ᾽ ὅτε μ᾽ ἄλγος ἀφίκετο τῆλε πεσόντα   395

μητρὸς ἐμῆς ἰότητι κυνώπιδος, ἥ μ᾽ ἐθέλησε

κρύψαι χωλὸν ἐόντα· τότ᾽ ἂν πάθον ἄλγεα θυμῷ,

εἰ μή μ᾽ Εὐρυνόμη τε Θέτις θ᾽ ὑπεδέξατο κόλπῳ

Εὐρυνόμη θυγάτηρ ἀψορρόου Ὠκεανοῖο.

 

 

Εννιά χρόνια τους έφτιαχνα λογιών καλά στολίδια,

καρφοβελόνες, άλυσες, βραχιόλια, δαχτυλίδια

εις άντρο μέσα βαθουλό, και αφρίζοντας το ρεύμα

του Ωκεανού τ’ απέραντο τριγύρω αχολογούσε.

 

τῇσι παρ᾽ εἰνάετες χάλκευον δαίδαλα πολλά,     400

πόρπας τε γναμπτάς θ᾽ ἕλικας κάλυκάς τε καὶ ὅρμους

ἐν σπῆϊ γλαφυρῷ· περὶ δὲ ῥόος Ὠκεανοῖο

ἀφρῷ μορμύρων ῥέεν ἄσπετος· οὐδέ τις ἄλλος

 

Και ούτε θνητός το γνώριζε ούτε θεός κανένας,

μόνον αυτές που μ’ έσωσαν η Θέτις κι η Ευρυνόμη.

Τώρ’ ήλθ’ αυτή στο δώμα μας. Και μέγα χρέος έχω

της λαμπροκόμης Θέτιδος τα σώστρα να πλερώσω.

Αλλά συ καλοδέξου την, ως πρέπει, ώσπου να βάλω

τα σύνεργα στον τόπον τους μαζί με τες φυσούνες.».

 

ᾔδεεν οὔτε θεῶν οὔτε θνητῶν ἀνθρώπων,

ἀλλὰ Θέτις τε καὶ Εὐρυνόμη ἴσαν, αἵ μ᾽ ἐσάωσαν.405

ἣ νῦν ἡμέτερον δόμον ἵκει· τώ με μάλα χρεὼ

πάντα Θέτι καλλιπλοκάμῳ ζῳάγρια τίνειν.

ἀλλὰ σὺ μὲν νῦν οἱ παράθες ξεινήϊα καλά,

ὄφρ᾽ ἂν ἐγὼ φύσας ἀποθείομαι ὅπλά τε πάντα.

 

 

Και από το αμόνι λεχαστά σηκώθηκε το τέρας

χωλαίνοντα κι εσάλευαν κάτω φτενά τα σκέλη.

Και τες φυσούνες μάκρυνεν απ’ την φωτιά και όλα

εσύναξε τα σύνεργα σ’ έν’ αργυρό λαρνάκι,

και με σφουγγάρι εκάθαρε το πρόσωπο, τα χέρια,

τον τράχηλον τον δυνατόν, τα δασερά του στήθη.

 

ἦ, καὶ ἀπ᾽ ἀκμοθέτοιο πέλωρ αἴητον ἀνέστη        410

χωλεύων· ὑπὸ δὲ κνῆμαι ῥώοντο ἀραιαί.

φύσας μέν ῥ᾽ ἀπάνευθε τίθει πυρός, ὅπλά τε πάντα

λάρνακ᾽ ἐς ἀργυρέην συλλέξατο, τοῖς ἐπονεῖτο·

σπόγγῳ δ᾽ ἀμφὶ πρόσωπα καὶ ἄμφω χεῖρ᾽ ἀπομόργνυ

αὐχένα τε στιβαρὸν καὶ στήθεα λαχνήεντα,         415

 

 

Χιτώνα ενδύθη, εφούκτωσε σκήπτρο παχύ κι εβγήκε

χωλαίνοντας. Και ανάλαφρα τον κύριον εστηρίζαν

θεράπαινες ολόχρυσες, σαν ζωντανά κοράσια.

Δύναμιν έχουν και φωνήν, νουν έχουν εις τες φρένες,

και τεχνουργήματ’ έμαθαν από τους αθανάτους.

Εκείνες τον επρόσεχαν. Κι εσύρθη αυτός πλησίον

στην Θέτιδα κι εκάθισε σ’ ένα θρονί ωραίο.

 

δῦ δὲ χιτῶν᾽, ἕλε δὲ σκῆπτρον παχύ, βῆ δὲ θύραζε

χωλεύων· ὑπὸ δ᾽ ἀμφίπολοι ῥώοντο ἄνακτι

χρύσειαι ζωῇσι νεήνισιν εἰοικυῖαι.

τῇς ἐν μὲν νόος ἐστὶ μετὰ φρεσίν, ἐν δὲ καὶ αὐδὴ

καὶ σθένος, ἀθανάτων δὲ θεῶν ἄπο ἔργα ἴσασιν420

αἳ μὲν ὕπαιθα ἄνακτος ἐποίπνυον· αὐτὰρ ὃ ἔρρων

πλησίον, ἔνθα Θέτις περ, ἐπὶ θρόνου ἷζε φαεινοῦ,

 

 

Το χέρι εκείνης έσφιξε. «Μακρόπεπλη», της είπε,

«Θέτι σεπτή και αγαπητή, στο δώμα μας πώς ήλθες;

Και ως τώρα εδώ δεν σ’ είδαμε καθόλου να συχνάζεις.

Λέγε μου ευθύς ό,τι ποθείς. Και να το πράξω θέλω

αν πράγμα είναι που γίνεται και που ημπορώ να πράξω.».

 

ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·

τίπτε Θέτι τανύπεπλε ἱκάνεις ἡμέτερον δῶ

αἰδοίη τε φίλη τε; πάρος γε μὲν οὔ τι θαμίζεις.       425

αὔδα ὅ τι φρονέεις· τελέσαι δέ με θυμὸς ἄνωγεν,

εἰ δύναμαι τελέσαι γε καὶ εἰ τετελεσμένον ἐστίν.

 

 

Και η Θέτις δάκρυα χύνοντας απάντησέ του κι είπε:

 

«Ήφαιστε, απ’ όλες τες θεές του Ολύμπου ξεύρεις άλλην,

τόσα κακά να εθέρισαν και πόνοι την ψυχήν της

όσους σ’ εμέ προτίμησε πόνους να δώσει ο Δίας;

 

τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Θέτις κατὰ δάκρυ χέουσα·

Ἥφαιστ᾽, ἦ ἄρα δή τις, ὅσαι θεαί εἰσ᾽ ἐν Ὀλύμπῳ,

τοσσάδ᾽ ἐνὶ φρεσὶν ᾗσιν ἀνέσχετο κήδεα λυγρὰ     430

ὅσσ᾽ ἐμοὶ ἐκ πασέων Κρονίδης Ζεὺς ἄλγε᾽ ἔδωκεν;

 

 

Μόνην απ’ τες θαλασσινές υπόταξεν εμένα

σ’ άνδρα θνητόν και στανικώς στην κλίνην του Πηλέως

έστερξα εγώ. Και αδύναμος αυτός στα μέγαρά του

από το γήρας τήκεται. Τώρα εγώ πίκρες άλλες.

 

ἐκ μέν μ᾽ ἀλλάων ἁλιάων ἀνδρὶ δάμασσεν

Αἰακίδῃ Πηλῆϊ, καὶ ἔτλην ἀνέρος εὐνὴν

πολλὰ μάλ᾽ οὐκ ἐθέλουσα. ὃ μὲν δὴ γήραϊ λυγρῷ

κεῖται ἐνὶ μεγάροις ἀρημένος, ἄλλα δέ μοι νῦν,      435

 

 

Έναν υιόν μ’ αξίωσε να λάβω και να θρέψω

στους ήρωας ασύγκριτον και ωσάν βλαστάρι κήπου.

Αφού τον γλυκοανάστησα τον έστειλα στην Τροίαν

με τα κυρτά καράβια του εκεί να πολεμήσει.

Αλλά δεν θέλει γύρει αυτός στα γονικά του πλέον

η αγκάλη μου να τον δεχθεί στο σπίτι του Πηλέως.

 

υἱὸν ἐπεί μοι δῶκε γενέσθαί τε τραφέμεν τε

ἔξοχον ἡρώων· ὃ δ᾽ ἀνέδραμεν ἔρνεϊ ἶσος·

τὸν μὲν ἐγὼ θρέψασα φυτὸν ὣς γουνῷ ἀλωῆς

νηυσὶν ἐπιπροέηκα κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω

Τρωσὶ μαχησόμενον· τὸν δ᾽ οὐχ ὑποδέξομαι αὖτις   

οἴκαδε νοστήσαντα δόμον Πηλήϊον εἴσω.

 

 

Και όσο μου ζη και του ηλιού το φως ακόμη βλέπει

θλίβεται και δεν δύναμαι να γίνω βοηθός του.

Την κόρην που του διάλεξαν οι Αχαιοί βραβείον,

εκείνην απ’ τα χέρια του επήρε οπίσ’ ο Ατρείδης.

 

ὄφρα δέ μοι ζώει καὶ ὁρᾷ φάος ἠελίοιο

ἄχνυται, οὐδέ τί οἱ δύναμαι χραισμῆσαι ἰοῦσα.

κούρην ἣν ἄρα οἱ γέρας ἔξελον υἷες Ἀχαιῶν,

τὴν ἂψ ἐκ χειρῶν ἕλετο κρείων Ἀγαμέμνων.         445

 

 

Έτρωγε από τον πόνον της εκείνος την καρδιά του

και οι Τρώες εις τες πρύμνες των τους Αχαιούς εκλειούσαν.

Και δεν τους άφηναν να βγουν. Και οι γέροι των Αργείων

σ’ αυτόν προσπέφταν και λαμπρά του ονοματίζαν δώρα.

 

ἤτοι ὃ τῆς ἀχέων φρένας ἔφθιεν· αὐτὰρ Ἀχαιοὺς

Τρῶες ἐπὶ πρύμνῃσιν ἐείλεον, οὐδὲ θύραζε

εἴων ἐξιέναι· τὸν δὲ λίσσοντο γέροντες

Ἀργείων, καὶ πολλὰ περικλυτὰ δῶρ᾽ ὀνόμαζον.

 

Και τότε από τον όλεθρον ο ίδιος να τους σώσει

δεν ήθελαν, αλλ’ έστειλε τα όπλα του ζωσμένον

τον Πάτροκλον στον πόλεμον και ανδρειωμένα πλήθη

γύρω εις τες Πύλες τες Σκαιές ολήμερα εμαχόνταν

και αυτού την πόλην θα’παιρναν, αλλά τον ανδρειωμένον

Πάτροκλον, οπού εθέριζε ζωές μες στους προμάχους,

φόνευσε ο Φοίβος κι έδωσε του Έκτορος την νίκην.

 

ἔνθ᾽ αὐτὸς μὲν ἔπειτ᾽ ἠναίνετο λοιγὸν ἀμῦναι,      450

αὐτὰρ ὃ Πάτροκλον περὶ μὲν τὰ ἃ τεύχεα ἕσσε,

πέμπε δέ μιν πόλεμον δέ, πολὺν δ᾽ ἅμα λαὸν ὄπασσε.

πᾶν δ᾽ ἦμαρ μάρναντο περὶ Σκαιῇσι πύλῃσι·

καί νύ κεν αὐτῆμαρ πόλιν ἔπραθον, εἰ μὴ Ἀπόλλων

πολλὰ κακὰ ῥέξαντα Μενοιτίου ἄλκιμον υἱὸν      455

ἔκταν᾽ ἐνὶ προμάχοισι καὶ Ἕκτορι κῦδος ἔδωκε.

 

 

Γι’ αυτό σ’ εσέ προσέπεσα, αν θέλεις στο παιδί μου,

αχ! Τον ολιγοήμερον, ασπίδα να χαρίσεις,

θώρακα, κράνος και καλές θηλυκωτές κνημίδες.

Έχασε αυτός με τ’ άρματα και τον πιστόν του φίλον

και χάμου τώρα κείτεται στην λύπην βυθισμένος.».

 

τοὔνεκα νῦν τὰ σὰ γούναθ᾽ ἱκάνομαι, αἴ κ᾽ ἐθέλῃσθα

υἱεῖ ἐμῷ ὠκυμόρῳ δόμεν ἀσπίδα καὶ τρυφάλειαν

καὶ καλὰς κνημῖδας ἐπισφυρίοις ἀραρυίας

καὶ θώρηχ᾽· ὃ γὰρ ἦν οἱ ἀπώλεσε πιστὸς ἑταῖρος 460

Τρωσὶ δαμείς· ὃ δὲ κεῖται ἐπὶ χθονὶ θυμὸν ἀχεύων.

 

 

Και ο ένδοξος χωλός θεός σ’ εκείνην απαντούσε:

 

τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα περικλυτὸς ἀμφιγυήεις·

 

«Θάρρου, ως προς τούτο παντελώς ο νους σου ας μην φροντίζει.

Έτσι απ’ τον μαύρον θάνατον να ημπόρουν να τον κρύψω,

ανάμερα, όταν  η σκληρή φθάση κοντά του η μοίρα,

καθώς άρματα υπέρλαμπρα εγώ θα του ετοιμάσω

να θαμπωθούν όσοι τα ιδούν του γένους των ανθρώπων.».

 

θάρσει· μή τοι ταῦτα μετὰ φρεσὶ σῇσι μελόντων.

αἲ γάρ μιν θανάτοιο δυσηχέος ὧδε δυναίμην

νόσφιν ἀποκρύψαι, ὅτε μιν μόρος αἰνὸς ἱκάνοι,     465

ὥς οἱ τεύχεα καλὰ παρέσσεται, οἷά τις αὖτε

ἀνθρώπων πολέων θαυμάσσεται, ὅς κεν ἴδηται.

 

 

 

ß                                                            à

G

 



[1] Ευχή που πραγματοποιείται  στην ΡΑΨΩΔΙΑ  Ψ, στ. 20.

 



^ Στην Ιλιάδα συζυγος του Ηφαίστου αναφέρεται η ΧΑΡΙΣ και όχι η ΑΦΡΟΔΙΤΗ [που υποστηρίζει τους Τρώες].