ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Ξ΄

(στίχοι  : 283-377)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Στην Ίδην την πολύβρυσην, μάνα θεριών, εφθάσαν

και στο Λεκτό την θάλασσαν δια την στεριάν αφήκαν,

και κάτω από τα πόδια τους οι λόγγοι σειούν τες άκρες.

Ο Ύπνος στάθηκεν αυτού,  μη τον ξανοίξει ο Δίας.

Και ανέβ’ εις έλατο τρανό που είχε βγει στην Ίδην

και ως τον αιθέρ’ απλώνονταν τα απέραντα κλαδιά του.

 

Ἴδην δ᾽ ἱκέσθην πολυπίδακα μητέρα θηρῶν

Λεκτόν, ὅθι πρῶτον λιπέτην ἅλα· τὼ δ᾽ ἐπὶ χέρσου

βήτην, ἀκροτάτη δὲ ποδῶν ὕπο σείετο ὕλη.      285

ἔνθ᾽ Ὕπνος μὲν ἔμεινε πάρος Διὸς ὄσσε ἰδέσθαι

εἰς ἐλάτην ἀναβὰς περιμήκετον, ἣ τότ᾽ ἐν Ἴδῃ

μακροτάτη πεφυυῖα δι᾽ ἠέρος αἰθέρ᾽ ἵκανεν·

 

 

Αυτού, στου ελάτου τα δασιά κλωνάρια κουρνιασμένος,

προς τ’ ορεινό, καλόφωνο πουλί προσομοιάσθη,

το λέγουν κύμινδη οι θνητοί, κι οι αθάνατοι Χαλκίδα.

Κι Ήρα επάτησε γοργά μίαν κορφήν της Ίδης

τον Γάργαρον, κι ευθύς ο Ζευς την είδ’ ο βροντοφόρος.

Την είδε και όλην την ψυχήν του συνεπήρε ο πόθος,

ωσάν εκείνο τον καιρόν που εχάρηκαν στην κλίνην

το πρώτο γλυκοαγκάλιασμα, κρυφ’ από τους γονείς των.

Αντίκρυ της εστάθηκεν εκείνος και της είπε:

 

ἔνθ᾽ ἧστ᾽ ὄζοισιν πεπυκασμένος εἰλατίνοισιν

ὄρνιθι λιγυρῇ ἐναλίγκιος, ἥν τ᾽ ἐν ὄρεσσι             290

χαλκίδα κικλήσκουσι θεοί, ἄνδρες δὲ κύμινδιν.

Ἥρη δὲ κραιπνῶς προσεβήσετο Γάργαρον ἄκρον

Ἴδης ὑψηλῆς· ἴδε δὲ νεφεληγερέτα Ζεύς.

ὡς δ᾽ ἴδεν, ὥς μιν ἔρως πυκινὰς φρένας ἀμφεκάλυψεν,

οἷον ὅτε πρῶτόν περ ἐμισγέσθην φιλότητι         295

εἰς εὐνὴν φοιτῶντε, φίλους λήθοντε τοκῆας.

στῆ δ᾽ αὐτῆς προπάροιθεν ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζεν·

 

 

«Τι βιαστικά τον Όλυμπον για δω κατέβης, Ήρα;

Και αμάξι, αν θέλεις ν’ ανεβείς, και άλογα εδώ δεν  έχεις.».

Του αντείπε η σεβαστη θεά με δόλον εις τον νουν της:

«Στης θρέπτρας γης τα πέρατα θα πάω να ιδώ την μάνα

Τηθύν, και τον Ωκεανόν, αρχήν  των θεών όλων,

οπού με γλυκοανάστησαν στα σπίτια τους εκείνοι.

Πηγαίνω αυτού τες άλυτες να λύσω διαφορές τους.

Ότι πολύν τώρα καιρόν, ως είναι χολωμένοι

δεν θέλουν να συγκοιμηθούν στην νυμφικήν τους κλίνην.

 

Ἥρη πῇ μεμαυῖα κατ᾽ Οὐλύμπου τόδ᾽ ἱκάνεις;

ἵπποι δ᾽ οὐ παρέασι καὶ ἅρματα τῶν κ᾽ ἐπιβαίης.

τὸν δὲ δολοφρονέουσα προσηύδα πότνια Ἥρη·      

ἔρχομαι ὀψομένη πολυφόρβου πείρατα γαίης,

Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν καὶ μητέρα Τηθύν,

οἵ με σφοῖσι δόμοισιν ἐῢ τρέφον ἠδ᾽ ἀτίταλλον·

τοὺς εἶμ᾽ ὀψομένη, καί σφ᾽ ἄκριτα νείκεα λύσω·

ἤδη γὰρ δηρὸν χρόνον ἀλλήλων ἀπέχονται     305

εὐνῆς καὶ φιλότητος, ἐπεὶ χόλος ἔμπεσε θυμῷ.

 

 

Κι είναι ζεμένα τ’άλογα της Ίδης εις την ρίζαν,

που θα με φέρουν πετακτά της γης και του πελάγου.

Και χάριν σου απ’ τον Όλυμπον καθώς με βλέπεις, ήλθα,

μην έπειτα μου χολωθείς, αν μυστικά στο δώμα

θα πήγαινα του Ωκεανού που τρίσβαθος κυλάει.».

 

ἵπποι δ᾽ ἐν πρυμνωρείῃ πολυπίδακος Ἴδης

ἑστᾶσ᾽, οἵ μ᾽ οἴσουσιν ἐπὶ τραφερήν τε καὶ ὑγρήν.

νῦν δὲ σεῦ εἵνεκα δεῦρο κατ᾽ Οὐλύμπου τόδ᾽ ἱκάνω,

μή πώς μοι μετέπειτα χολώσεαι, αἴ κε σιωπῇ    310

οἴχωμαι πρὸς δῶμα βαθυρρόου Ὠκεανοῖο.

 

 

Και ο Δίας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης:

«Εκεί να πας έχεις καιρόν, ω Ήρα, και κατόπιν.

Τώρ’ ας πλαγιάσωμεν εμείς τον πόθον να χαρούμε.

Ότι θεάς μήτε θνητής ποτέ παρόμοιος έρως

στα στήθη δεν μου υπόταξε στα βάθη της ψυχής μου,

ούδ’ όταν του Ιξίονος  μου άρεσε η γυναίκα,

που τον Πειρίθοον γέννησεν ισόθεον στην γνώσιν.

 

τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·

Ἥρη κεῖσε μὲν ἔστι καὶ ὕστερον ὁρμηθῆναι,

νῶϊ δ᾽ ἄγ᾽ ἐν φιλότητι τραπείομεν εὐνηθέντε.

οὐ γάρ πώ ποτέ μ᾽ ὧδε θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικὸς     

θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι περιπροχυθεὶς ἐδάμασσεν,

οὐδ᾽ ὁπότ᾽ ἠρασάμην Ἰξιονίης ἀλόχοιο,

ἣ τέκε Πειρίθοον*  θεόφιν μήστωρ᾽ ἀτάλαντον·

 

 

Ούδ’ όταν η καλόφερνη του Ακρισίου κόρη

Δανάη, που τον δοξαστόν εγέννησε Περσέα,

ουδέ του ενδόξου Φοίνικος η κόρη, που τον Μίνω,

και τον θεϊκόν Ραδάμανθυν εγέννησε από εμένα,

ούδ’ η Σεμέλη ή στων Θηβών την πόλιν η Αλκμήνη,

οπού τον λεοντόκαρδον εγέννησε Ηρακλέα

κι η άλλη τον Διόνυσον, χαράν εις τους ανθρώπους.

Ή της ωραίας Δήμητρος μου άρεσαν τα κάλλη

ή της περίλαμπρης Λητούς, ή πρώτα τα δικά σου,

καθώς για σε πόθος γλυκός με συνεπαίρνει τώρα.».

 

οὐδ᾽ ὅτε περ Δανάης καλλισφύρου Ἀκρισιώνης[1],

ἣ τέκε Περσῆα πάντων ἀριδείκετον ἀνδρῶν·    320

οὐδ᾽ ὅτε Φοίνικος κούρης**  τηλεκλειτοῖο,

ἣ τέκε μοι Μίνων τε καὶ ἀντίθεον ῾Ραδάμανθυν·

οὐδ᾽ ὅτε περ Σεμέλης οὐδ᾽ Ἀλκμήνης ἐνὶ Θήβῃ,

ἥ ῥ᾽ Ἡρακλῆα κρατερόφρονα γείνατο παῖδα·

ἣ δὲ Διώνυσον Σεμέλη τέκε χάρμα βροτοῖσιν·    325

οὐδ᾽ ὅτε Δήμητρος καλλιπλοκάμοιο ἀνάσσης,

οὐδ᾽ ὁπότε Λητοῦς ἐρικυδέος, οὐδὲ σεῦ αὐτῆς,

ὡς σέο νῦν ἔραμαι καί με γλυκὺς ἵμερος αἱρεῖ.

 

 

Κι η δέσποιν’ Ήρ’ απάντησε με δόλον εις τον νουν της:

«Κρονίδη τρομερώτατε, οποίον λόγον είπες!

Αν θέλεις τώρα ερωτικά μαζί να κοιμηθούμε

της Ίδης εις τες κορυφές, σκέψου ότι φαίνοντ’ όλα.

Και τι να γίνει αν μας ιδεί κανείς των αθανάτων

στον ύπνον μας και τρέξει ευθύς και το γνωρίσουν όλοι;

Από παρόμοιο πλάγιασμα στο δώμα σου να γύρω

δεν θα μπορούσα εγώ ποτέ, θα ήταν εντροπή μου,

αλλ’ αν σου το ζητά η καρδιά, τον θάλαμόν σου έχεις

που σου’καμεν ο Ήφαιστος ο ποθητός υιός σου

με στερεά θυρόφυλλα και με τους παραστάτες.

Κει πάμε να πλαγιάσουμε, αφού σου αρέσ’ η κλίνη.».

 

τὸν δὲ δολοφρονέουσα προσηύδα πότνια Ἥρη·

αἰνότατε Κρονίδη ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες.          330

εἰ νῦν ἐν φιλότητι λιλαίεαι εὐνηθῆναι

Ἴδης ἐν κορυφῇσι, τὰ δὲ προπέφανται ἅπαντα·

πῶς κ᾽ ἔοι εἴ τις νῶϊ θεῶν αἰειγενετάων

εὕδοντ᾽ ἀθρήσειε, θεοῖσι δὲ πᾶσι μετελθὼν

πεφράδοι; οὐκ ἂν ἔγωγε τεὸν πρὸς δῶμα νεοίμην   

ἐξ εὐνῆς ἀνστᾶσα, νεμεσσητὸν δέ κεν εἴη.

ἀλλ᾽ εἰ δή ῥ᾽ ἐθέλεις καί τοι φίλον ἔπλετο θυμῷ,

ἔστιν τοι θάλαμος, τόν τοι φίλος υἱὸς ἔτευξεν

Ἥφαιστος, πυκινὰς δὲ θύρας σταθμοῖσιν ἐπῆρσεν·

ἔνθ᾽ ἴομεν κείοντες, ἐπεί νύ τοι εὔαδεν εὐνή.         340

 

 

Κι ο Διας της απάντησεν ο νεφελοσυνάκτης:

«Ήρα, ποσώς μη φοβηθείς μη των θεών κανένας

ή των ανθρώπων μας ιδεί. Γύρω θ’ απλώσω νεφος

χρυσό που μήδ’ ο Ήλιος ανάμεσα θα βλέπει,

περαστικόν αν έχει φως, τα πάντα να ξανοίγει.».

 

τὴν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·

Ἥρη μήτε θεῶν τό γε δείδιθι μήτέ τιν᾽ ἀνδρῶν

ὄψεσθαι· τοῖόν τοι ἐγὼ νέφος ἀμφικαλύψω

χρύσεον· οὐδ᾽ ἂν νῶϊ διαδράκοι Ἠέλιός περ,

οὗ τε καὶ ὀξύτατον πέλεται φάος εἰσοράασθαι. 345

 

 

Είπε και την ομόκλινην αγκάλιασε ο Κρονίδης.

Και η θεία γη τους έβγαλε χλωρό χορτάρι νέο,

κρόκον, τριφύλλι τρυφερό και φουντωμένα κρίνα,

που τους βαστούσαν μαλακά την γην να μην εγγίζουν.

Σ’ αυτά πλαγιάσαν με χρυσήν νεφέλην τυλιγμένοι,

ωραίαν, οπού λαμπερές τους έραινε σταλούλες.

Έτσι στο Γάργαρον ψηλά, καθώς τον συνεπήραν

ύπνος και πόθος, ήσυχα κοιμόταν ο πατέρας

στο πλάγι της συντρόφου του. Και ο Ύπνος προς τα πλοία

των Αχαιών εχύθη ευθύς την είδησιν να φέρει

του γεωφόρου, κι έφθασε και του’πε: «Ω Κοσμοσείστη,

μ’ όλην σου τώρα την καρδιά βοήθα τους Αργείους

προσώρας καν να δοξασθούν, όσο κοιμάται ακόμη

ο Ζευς, που εγώ με κάρωμα γλυκό ζωσμένον έχω,

κι η Ήρα τον ξεγέλασε μαζί της να πλαγιάσει.».

 

ἦ ῥα καὶ ἀγκὰς ἔμαρπτε Κρόνου παῖς ἣν παράκοιτιν·

τοῖσι δ᾽ ὑπὸ χθὼν δῖα φύεν νεοθηλέα ποίην,

λωτόν θ᾽ ἑρσήεντα ἰδὲ κρόκον ἠδ᾽ ὑάκινθον

πυκνὸν καὶ μαλακόν, ὃς ἀπὸ χθονὸς ὑψόσ᾽ ἔεργε.

τῷ ἔνι λεξάσθην, ἐπὶ δὲ νεφέλην ἕσσαντο            350

καλὴν χρυσείην· στιλπναὶ δ᾽ ἀπέπιπτον ἔερσαι2.

ὣς ὃ μὲν ἀτρέμας εὗδε πατὴρ ἀνὰ Γαργάρῳ ἄκρῳ,

ὕπνῳ καὶ φιλότητι δαμείς, ἔχε δ᾽ ἀγκὰς ἄκοιτιν·

βῆ δὲ θέειν ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν νήδυμος Ὕπνος

ἀγγελίην ἐρέων γαιηόχῳ ἐννοσιγαίῳ·                 355

ἀγχοῦ δ᾽ ἱστάμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·

πρόφρων νῦν Δαναοῖσι Ποσείδαον ἐπάμυνε,

καί σφιν κῦδος ὄπαζε μίνυνθά περ, ὄφρ᾽ ἔτι εὕδει

Ζεύς, ἐπεὶ αὐτῷ ἐγὼ μαλακὸν περὶ κῶμ᾽ ἐκάλυψα·

Ἥρη δ᾽ ἐν φιλότητι παρήπαφεν εὐνηθῆναι.        360

 

 

Κι έγυρ’ ο ύπνος των θνητών τα δοξασμένα γένη,

και να βοηθεί τους Δαναούς σφοδρότερ’ αναμμένος

ο Ποσειδών και με κραυγήν εχύθη στους προμάχους.

 

«Ω Δαναοί, του Έκτορος θ’ αφήσουμε και πάλιν

την νίκην, όπως δοξασθεί και κάψει τα καράβια;

Και το καυχάται τώρ’ αυτός, εξ αφορμής που μένει

ο Αχιλλεύς ανάμερα της μάχης χολωμένος.

Αλλά δεν βλάπτει αν λείπει αυτός, εάν εμείς οι άλλοι

αντιπαρακινούμενοι βοηθηθούμε όλοι.

Κι ελάτε τώρα, ό,τι θα ειπώ, να το δεχθούμεν όλοι.

 

ὣς εἰπὼν ὃ μὲν ᾤχετ᾽ ἐπὶ κλυτὰ φῦλ᾽ ἀνθρώπων,

τὸν δ᾽ ἔτι μᾶλλον ἀνῆκεν ἀμυνέμεναι Δαναοῖσιν.

αὐτίκα δ᾽ ἐν πρώτοισι μέγα προθορὼν ἐκέλευσεν·

Ἀργεῖοι καὶ δ᾽ αὖτε μεθίεμεν Ἕκτορι νίκην

Πριαμίδῃ, ἵνα νῆας ἕλῃ καὶ κῦδος ἄρηται;          365

ἀλλ᾽ ὃ μὲν οὕτω φησὶ καὶ εὔχεται οὕνεκ᾽ Ἀχιλλεὺς

νηυσὶν ἔπι γλαφυρῇσι μένει κεχολωμένος ἦτορ·

κείνου δ᾽ οὔ τι λίην ποθὴ ἔσσεται, εἴ κεν οἳ ἄλλοι

ἡμεῖς ὀτρυνώμεθ᾽ ἀμυνέμεν ἀλλήλοισιν.

ἀλλ᾽ ἄγεθ᾽ ὡς ἂν ἐγὼ εἴπω πειθώμεθα πάντες·  370

 

 

Ζωσθήτε τις τρανότερες πόχει ο στρατός ασπίδες,

τες κεφαλές σκεπάσετε με σπιθοβόλα κράνη,

πάρετε μες στα χέρια σας τ’ απέραντα κοντάρια,

και ας πάμε, εγώ θα’μαι αρχηγός, και ο Πριαμίδης Έκτωρ

όσην και αν έχει ορμήν, θαρρώ δεν θα κρατήσει εμπρός μας.

Κι εάν ασπίδα έχει μικρήν ο ανδρείος ας την δώσει

του ανάνδρου, και τρανήν αυτός ασπίδ’ ας ζώσει άλλην.».

 

ἀσπίδες ὅσσαι ἄρισται ἐνὶ στρατῷ ἠδὲ μέγισται

ἑσσάμενοι, κεφαλὰς δὲ παναίθῃσιν κορύθεσσι

κρύψαντες, χερσίν τε τὰ μακρότατ᾽ ἔγχε᾽ ἑλόντες

ἴομεν· αὐτὰρ ἐγὼν ἡγήσομαι, οὐδ᾽ ἔτι φημὶ

Ἕκτορα Πριαμίδην μενέειν μάλα περ μεμαῶτα. 375

ὃς δέ κ᾽ ἀνὴρ μενέχαρμος, ἔχει δ᾽ ὀλίγον σάκος ὤμῳ,

χείρονι φωτὶ δότω, ὃ δ᾽ ἐν ἀσπίδι μείζονι δύτω.

 

 

 

ß                                                            à

G

 



[1]Η κατάληξη –ώνη δηλώνει το γένος [πατέρα] για τις κόρες. Όπως η κατάληξη –ίδης ή –ιάδης, για τους γιους.

 

 



* Βλ. σχετικά με τον ΠΕΙΡΙΘΟΟ.

 

** Βλ. σχττικά με την ΕΥΡΩΠΗ.

 

2 Η εικόνα της δροσιάς.