ΙΛΙΑΔΟΣ  -  ΡΑΨΩΔΙΑ  Λ΄

(στίχοι  : 575-705)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ  ΠΟΛΥΛΑ]

 

Άμα τον είδε ο Ευρύπυλος λαμπρός Ευαιμονίδης

από τα βέλη τα πυκνά κακά βασανισμένον,

σιμά του εστήθη, ακόντισε με το λαμπρό κοντάρι

τον μέγαν Απισάονα Φαυσιάδην πολεμάρχον

εις το συκώτι κι έλυσε τα μέλη τ’ ανδρειωμένου.

Και όρμησ’ ευθύς και τ’ άρματα του έπαιρνε απ’ τους ώμους.

 

 

 

 

 

 

 

τὸν δ᾽ ὡς οὖν ἐνόησ᾽ Εὐαίμονος ἀγλαὸς υἱὸς      575

Εὐρύπυλος* πυκινοῖσι βιαζόμενον βελέεσσι,

στῆ ῥα παρ᾽ αὐτὸν ἰών, καὶ ἀκόντισε δουρὶ φαεινῷ,

καὶ βάλε Φαυσιάδην Ἀπισάονα ποιμένα λαῶν

ἧπαρ ὑπὸ πραπίδων, εἶθαρ δ᾽ ὑπὸ γούνατ᾽ ἔλυσεν·

Εὐρύπυλος δ᾽ ἐπόρουσε καὶ αἴνυτο τεύχε᾽ ἀπ᾽ ὤμων.                                                                               

Και ο Πάρις ο θεόμορφος, άμα τον είδ’ επάνω

εις τον νεκρόν, δεν άργησε το τόξο να τραβήξει

και μέσα στο δεξιό μερί τον πέτυχε το βέλος,

και το μερί του εβάραινε ως το καλάμι εκόπη.

Εσύρθη στους συντρόφους του την μοίραν ν’ αποφύγει,

κι εφώναξε των Δαναών: «Ω φίλοι πολεμάρχοι,

ω των Αργείων αρχηγοί, γυρίσατε, σταθείτε

τον Αίαντα να σώσετε απ’ την σκληρήν ημέραν,

από τα βέλη πνίγεται και απ’ την καταραμένην

μάχην δεν θα’βγει ζωντανός, αλλ’ όλοι εδώ σταθείτε

σιμά στον μέγαν Αιαντα αντίμαχοι στους Τρώας.».

τὸν δ᾽ ὡς οὖν ἐνόησεν Ἀλέξανδρος θεοειδὴς

τεύχε᾽ ἀπαινύμενον Ἀπισάονος, αὐτίκα τόξον

ἕλκετ᾽ ἐπ᾽ Εὐρυπύλῳ, καί μιν βάλε μηρὸν ὀϊστῷ

δεξιόν· ἐκλάσθη δὲ δόναξ, ἐβάρυνε δὲ μηρόν.

ἂψ δ᾽ ἑτάρων εἰς ἔθνος ἐχάζετο κῆρ᾽ ἀλεείνων,  585

ἤϋσεν δὲ διαπρύσιον Δαναοῖσι γεγωνώς·

ὦ φίλοι Ἀργείων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες

στῆτ᾽ ἐλελιχθέντες καὶ ἀμύνετε νηλεὲς ἦμαρ

Αἴανθ᾽, ὃς βελέεσσι βιάζεται, οὐδέ ἕ φημι

φεύξεσθ᾽ ἐκ πολέμοιο δυσηχέος· ἀλλὰ μάλ᾽ ἄντην    

ἵστασθ᾽ ἀμφ᾽ Αἴαντα μέγαν Τελαμώνιον υἱόν.

 

 

Τον λαβωμένον άκουσαν κι εστήθηκαν πλησίον

φορώντας τες ασπίδες τους, προβάλλοντες τες λόγχες.

Και ο Αίας τους απάντησεν, εγύρισε κι εστάθη,

αφού στο πλήθος έφθασε των ποθητών συντρόφων.

 

 

ὣς ἔφατ᾽ Εὐρύπυλος βεβλημένος· οἳ δὲ παρ᾽ αὐτὸν

πλησίοι ἔστησαν σάκε᾽ ὤμοισι κλίναντες

δούρατ᾽ ἀνασχόμενοι· τῶν δ᾽ ἀντίος ἤλυθεν Αἴας.

στῆ δὲ μεταστρεφθείς, ἐπεὶ ἵκετο ἔθνος ἑταίρων.

 

 

Ως φλόγα μ’ άσβεστην ορμήν εκείνοι επολεμούσαν,

ενώ τον Νέστορα έφερναν οι ίπποι του Νηλέως

ομού με τον Μαχάονα γοργά μακράν της μάχης.

Τον είδε και τον γνώρισεν ο θείος Αχιλλέας

ως έστεκε στο ευρύχωρο καράβι του στην πρύμνην

να βλέπει την πολύθρηνην φυγήν και τον αγώνα.

 

ὣς οἳ μὲν μάρναντο δέμας πυρὸς αἰθομένοιο·

Νέστορα δ᾽ ἐκ πολέμοιο φέρον Νηλήϊαι ἵπποι

ἱδρῶσαι, ἦγον δὲ Μαχάονα ποιμένα λαῶν.

τὸν δὲ ἰδὼν ἐνόησε ποδάρκης δῖος Ἀχιλλεύς·

ἑστήκει γὰρ ἐπὶ πρυμνῇ μεγακήτεϊ νηῒ                600

εἰσορόων πόνον αἰπὺν ἰῶκά τε δακρυόεσσαν.

 

 

Τον σύντροφόν του Πάτροκλον εφώναξε απ’ το πλοίον.

Εις την φωνήν του εβγήκε αυτός απ’ την σκηνήν ωραίος

ωσάν ο Άρης και άρχισεν εκείθε η συμφορά του.

Πρώτος του είπ’ ο ανδράγαθος υιός του Μενοιτίου:

 

«Τι με φωνάζεις; Από εμέ τι θέλεις, Αχιλλέα;»

 

Και ο πτεροπόδης Αχιλλεύς σ’ εκείνον απαντούσε:

αἶψα δ᾽ ἑταῖρον ἑὸν Πατροκλῆα προσέειπε

φθεγξάμενος παρὰ νηός· ὃ δὲ κλισίηθεν ἀκούσας

ἔκμολεν ἶσος Ἄρηϊ, κακοῦ δ᾽ ἄρα οἱ πέλεν ἀρχή.

τὸν πρότερος προσέειπε Μενοιτίου ἄλκιμος υἱός·

τίπτέ με κικλήσκεις Ἀχιλεῦ; τί δέ σε χρεὼ ἐμεῖο;

τὸν δ᾽ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς·

 

 

«Μενοιτιάδη εξαίσιε και φίλε της ψυχής μου,

τώρα θα ειδώ τους Αχαιούς στα πόδια μου να πέσουν

ότι τους ήβρε αβάστακτη της συμφοράς ανάγκη,

αλλ’ άμε, θείε Πάτροκλε, στον Νέστορα, να μάθεις

ποιον λαβωμένον φέρνει αυτός, ως βλέπω, από την μάχην.

 

δῖε Μενοιτιάδη τῷ ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ

νῦν ὀΐω περὶ γούνατ᾽ ἐμὰ στήσεσθαι Ἀχαιοὺς

λισσομένους· χρειὼ γὰρ ἱκάνεται οὐκέτ᾽ ἀνεκτός.

ἀλλ᾽ ἴθι νῦν Πάτροκλε Διῒ φίλε Νέστορ᾽ ἔρειο

ὅν τινα τοῦτον ἄγει βεβλημένον ἐκ πολέμοιο·

 

 

Ομοιάζει τον Μαχάονα, του Ασκληπιού τον γόνον

όπισθεν όλος. Πλην του ανδρός τα μάτια εγώ δεν είδα

ότι έμπροσθεν μου επέρασαν γρήγορα οι φοράδες.».

ἤτοι μὲν τά γ᾽ ὄπισθε Μαχάονι πάντα ἔοικε

τῷ Ἀσκληπιάδῃ, ἀτὰρ οὐκ ἴδον ὄμματα φωτός·

ἵπποι γάρ με παρήϊξαν πρόσσω μεμαυῖαι.          615

 

 

Και ο Πάτροκλος υπάκουσε τον ποθητό του φίλον

και στες σκηνές των Αχαιών έδραμ’ ευθύς να φθάσει.

Και ότ’ έφθασαν εις την σκηνήν εκείνοι, από τ’ αμάξι

κατέβηκαν κι εξέζεψε τους ίππους ο Ευρυμέδων,

ακόλουθος του Νέστορος. Κι εκείνοι στ’ ακρογιάλι

εμέναν προς τον άνεμον τον ίδρον να δροσίσουν.

 

Κι έπειτα εμπήκαν στην σκηνήν και στα θρονιά καθίσαν.

ὣς φάτο, Πάτροκλος δὲ φίλῳ ἐπεπείθεθ᾽ ἑταίρῳ,

βῆ δὲ θέειν παρά τε κλισίας καὶ νῆας Ἀχαιῶν.

οἳ δ᾽ ὅτε δὴ κλισίην Νηληϊάδεω ἀφίκοντο,

αὐτοὶ μέν ῥ᾽ ἀπέβησαν ἐπὶ χθόνα πουλυβότειραν,

ἵππους δ᾽ Εὐρυμέδων θεράπων λύε τοῖο γέροντος

ἐξ ὀχέων· τοὶ δ᾽ ἱδρῶ ἀπεψύχοντο χιτώνων

στάντε ποτὶ πνοιὴν παρὰ θῖν᾽ ἁλός· αὐτὰρ ἔπειτα

ἐς κλισίην ἐλθόντες ἐπὶ κλισμοῖσι κάθιζον.

 

 

Και μίγμα η καλοπλέξουδη τους έφτιασ’ Εκαμήδη,

η θυγατέρα του υψηλού στο φρόνημ’ Αρσινόου,

που ότ’έριξε την Τένεδον ο θείος Αχιλλέας

οι Αχαιοί του γέροντος την κόρην εδιαλέξαν

διότι στο συμβούλιον απ’όλους ήταν πρώτος.

Και αυτή τους έσυρεν εμπρός τραπέζι στιλβωμένο

μαυρόποδον και χάλκινον επάνω του κανίστρι

με το κρεμμύδι, γευστικό προσφάγι δια να πίνουν,

με χλωρό μέλι και λευκόν του αγίου σίτου αθέρα,

κι έστησε χρυσοκούμπωτο ποτήρι που είχε φέρει

ο γέρος απ’ το σπίτι του κι είχε διπλό το πόδι,

τέσσερ’ αυτιά και ολόχρυσες εις το καθένα δύο

περιστερές εφαίνονταν ως να σπυρολογούσαν.

 

τοῖσι δὲ τεῦχε κυκειῶ ἐϋπλόκαμος Ἑκαμήδη,

τὴν ἄρετ᾽ ἐκ Τενέδοιο* γέρων, ὅτε πέρσεν Ἀχιλλεύς, 

θυγατέρ᾽ Ἀρσινόου μεγαλήτορος, ἥν οἱ Ἀχαιοὶ

ἔξελον οὕνεκα βουλῇ ἀριστεύεσκεν ἁπάντων.

ἥ σφωϊν πρῶτον μὲν ἐπιπροΐηλε τράπεζαν

καλὴν κυανόπεζαν ἐΰξοον, αὐτὰρ ἐπ᾽ αὐτῆς

χάλκειον κάνεον, ἐπὶ δὲ κρόμυον ποτῷ ὄψον,     630

ἠδὲ μέλι χλωρόν, παρὰ δ᾽ ἀλφίτου ἱεροῦ ἀκτήν,

πὰρ δὲ δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ᾽ ὁ γεραιός,

χρυσείοις ἥλοισι πεπαρμένον· οὔατα δ᾽ αὐτοῦ

τέσσαρ᾽ ἔσαν, δοιαὶ δὲ πελειάδες ἀμφὶς ἕκαστον

χρύσειαι νεμέθοντο, δύω δ᾽ ὑπὸ πυθμένες ἦσαν635

 

 

Με κόπον απ’ την τράπεζαν καθ’ άλλος το κινούσε

γεμάτο, αλλ’ ακόπιαστα το εσήκωνεν ο γέρος.

Σ’ εκείνο τους ετοίμαζε το μίγμα η γυνή θεία,

κρασί Πράμνειο και τυρί της αίγας που με τρίφτην

χαλκινον έτριψεν αυτή, κι έραν’ επάνω αλεύρι

λευκό και αφού το ετοίμασε να το γευθούν τους είπε.

 

ἄλλος μὲν μογέων ἀποκινήσασκε τραπέζης

πλεῖον ἐόν, Νέστωρ δ᾽ ὁ γέρων ἀμογητὶ ἄειρεν.

ἐν τῷ ῥά σφι κύκησε[1] γυνὴ ἐϊκυῖα θεῇσιν

οἴνῳ Πραμνείῳ^, ἐπὶ δ᾽ αἴγειον κνῆ τυρὸν

κνήστι χαλκείῃ, ἐπὶ δ᾽ ἄλφιτα λευκὰ πάλυνε,      640

πινέμεναι δ᾽ ἐκέλευσεν, ἐπεί ῥ᾽ ὥπλισσε κυκειῶ.

 

 

Και αφού μ’ αυτά την αναψιν της δίψας επραϋναν,

με ομιλίες έτερπαν το πνεύμ’ ανάμεσόν τους

και ο Πάτροκλος ωσάν θεός εις το κατώφλι εφάνη.

 

Άμα τον είδε ο γέροντας, σηκώθη απ’ το θρονί του,

τον έμπασε και του’λεγε σιμά του να καθίση.

Δεν το’στεργεν ο Πάτροκλος, και του’πε: «Σεβαστέ μου,

δεν δύναμαι, ό,τι και αν ειπείς, ως θέλεις, να καθίσω.

τὼ δ᾽ ἐπεὶ οὖν πίνοντ᾽ ἀφέτην πολυκαγκέα δίψαν

μύθοισιν τέρποντο πρὸς ἀλλήλους ἐνέποντες,

Πάτροκλος δὲ θύρῃσιν ἐφίστατο ἰσόθεος φώς.

τὸν δὲ ἰδὼν ὁ γεραιὸς ἀπὸ θρόνου ὦρτο φαεινοῦ,

ἐς δ᾽ ἄγε χειρὸς ἑλών, κατὰ δ᾽ ἑδριάασθαι ἄνωγε.

Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν ἀναίνετο εἶπέ τε μῦθον·

οὐχ ἕδος ἐστὶ γεραιὲ διοτρεφές, οὐδέ με πείσεις.

 

 

Φοβούμαι τον θυμόν του ανδρός που μ’έστειλε να μάθω

ποιον λαβωμένον έφερες. Αλλά και μόνος τώρα

τον αρχηγόν Μαχάονα, και βλέπω και γνωρίζω,

και αμέσως την απάντησιν θα φέρω του Αχιλλέως.

Πόσο είν’ εκείνος τρομερός, γνωρίζεις, σεβαστέ μου,

που ευκόλως και στον άπταιστον πταίσμα να εβρή συμβαίνει.».

αἰδοῖος νεμεσητὸς ὅ με προέηκε πυθέσθαι

ὅν τινα τοῦτον ἄγεις βεβλημένον· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς 

γιγνώσκω, ὁρόω δὲ Μαχάονα ποιμένα λαῶν.

νῦν δὲ ἔπος ἐρέων πάλιν ἄγγελος εἶμ᾽ Ἀχιλῆϊ.

εὖ δὲ σὺ οἶσθα γεραιὲ διοτρεφές, οἷος ἐκεῖνος

δεινὸς ἀνήρ· τάχα κεν καὶ ἀναίτιον αἰτιόῳτο.

 

 

Και ο Νέστωρ τότε απάντησε: «Πως γίνεται ο Πηλείδης

δια τους υιούς των Αχαιών, όσ’ είναι λαβωμένοι,

να οδύρεται; Και αυτός ποσώς την λύπην δεν γνωρίζει,

που κυριεύει τον στρατόν, αφ’ ότου εις τα καράβια

κείτονται από λαβωματιές οι πρώτοι πολεμάρχοι.

Κει λαβωμένοι ευρίσκονται και ο δυνατός Τυδείδης,

ο Οδυσσεύς και  ο δοξαστός στην λόγχην Αγαμέμνων.

Λαβώθη και ο Ευρύπυλος  εις το μερί με βέλος.

Και από την μάχην έφερα και τούτον πληγωμένον

με βέλος, όμως ο Αχιλλεύς αν και γενναίος είναι

δια μας καθόλου δεν πονεί και δεν μας ελεείται.

 

τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·

τίπτε τὰρ ὧδ᾽ Ἀχιλεὺς ὀλοφύρεται υἷας Ἀχαιῶν,

ὅσσοι δὴ βέλεσιν βεβλήαται; οὐδέ τι οἶδε

πένθεος, ὅσσον ὄρωρε κατὰ στρατόν· οἳ γὰρ ἄριστοι

ἐν νηυσὶν κέαται βεβλημένοι οὐτάμενοί τε.

βέβληται μὲν ὃ Τυδεΐδης κρατερὸς Διομήδης,     660

οὔτασται δ᾽ Ὀδυσεὺς δουρὶ κλυτὸς ἠδ᾽ Ἀγαμέμνων·

βέβληται δὲ καὶ Εὐρύπυλος κατὰ μηρὸν ὀϊστῷ·

τοῦτον δ᾽ ἄλλον ἐγὼ νέον ἤγαγον ἐκ πολέμοιο

ἰῷ ἀπὸ νευρῆς βεβλημένον. αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς

ἐσθλὸς ἐὼν Δαναῶν οὐ κήδεται οὐδ᾽ ἐλεαίρει.    665

 

 

Ή μένει ώσπου τα πλοία μας επάνω στ’ακρογιάλι

με όλον τον αγώνα μας το πυρ να καταλύσει,

και να σφαγούμεν όλοι εκεί; Και αχ! διατί δεν έχουν

την παλαιάν τους δύναμιν τα λυγερά μου μέλη;

 

Ας είχα την νεότητα και ακέριαν την ανδρείαν

καθώς όταν στον πόλεμον εξ αφορμής των μόσχων

με τους Ηλείους φόνευσα τον άνδρα Ιτυμονήα,

εγκάτοικον της Ήλιδος, λαμπρόν Υπειροχίδην,

 

ἦ μένει εἰς ὅ κε δὴ νῆες θοαὶ ἄγχι θαλάσσης

Ἀργείων ἀέκητι πυρὸς δηΐοιο θέρωνται,

αὐτοί τε κτεινώμεθ᾽ ἐπισχερώ; οὐ γὰρ ἐμὴ ἲς

ἔσθ᾽ οἵη πάρος ἔσκεν ἐνὶ γναμπτοῖσι μέλεσσιν.

εἴθ᾽ ὣς ἡβώοιμι βίη δέ μοι ἔμπεδος εἴη                   670

ὡς ὁπότ᾽ Ἠλείοισι καὶ ἡμῖν νεῖκος ἐτύχθη

ἀμφὶ βοηλασίῃ, ὅτ᾽ ἐγὼ κτάνον Ἰτυμονῆα

ἐσθλὸν Ὑπειροχίδην, ὃς ἐν Ἤλιδι ναιετάασκε,

 

 

ζητώντας ανταπόδοσιν. Τον κτύπησα μ’ ακόντι

εκεί που αυτός τα βόδια του να σώσει επρομαχούσε

και ως έπεσ’ εφοβήθηκαν οι αγρότες, εσκορπίσαν.

Λάφυρα τότ’ επήραμεν απ’ το πεδίον πλήθος,

βοδιών κοπές πεντήκοντα, τόσες κοπές προβάτων

και τόσες χοίρων και γιδιών τόσα πλατιά κοπάδια,

και τρεις φορές πεντήκοντα ξανθότριχες φοράδες,

κι είχαν οι περισσότερες νεογέννητα πουλάρια.

 

ῥύσι᾽ ἐλαυνόμενος· ὃ δ᾽ ἀμύνων ᾗσι βόεσσιν

ἔβλητ᾽ ἐν πρώτοισιν ἐμῆς ἀπὸ χειρὸς ἄκοντι,      675

κὰδ δ᾽ ἔπεσεν, λαοὶ δὲ περίτρεσαν ἀγροιῶται.

ληΐδα δ᾽ ἐκ πεδίου συνελάσσαμεν ἤλιθα πολλὴν

πεντήκοντα βοῶν ἀγέλας, τόσα πώεα οἰῶν,

τόσσα συῶν συβόσια, τόσ᾽ αἰπόλια πλατέ᾽ αἰγῶν,

ἵππους δὲ ξανθὰς ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα           680

πάσας θηλείας, πολλῇσι δὲ πῶλοι ὑπῆσαν.

 

 

Νύκτα μ’ εκείνα εφθάσαμε στην Πύλον του Νηλέως.

Και ο γέρος αναγάλλιασεν, ότι ως εβγήκα νέος

στον πόλεμον μου έτυχε τόσα πολλά να πάρω.

Και οι κήρυκες το χάραμα φωνάξαν να’λθουν όλοι

σ’ όσους χρεωστείτο απόδοσις μέσα στην θείαν Ήλιν.

Συνάχθηκαν κι εμοίραζαν οι γέροντες της Πύλου,

ότ’ εις πολλούς απόδοσιν οι Επειοί χρεωστούσαν

μ’ όλον που ολίγοι εμέναμεν εμείς και αφανισμένοι,

ότι μας ταλαιπώρησεν εις τους αρχαίους χρόνους

ο Ηρακλής κι εσφάγησαν όλοι οι καλοί της Πύλου.

Ότι απ’ τα δώδεκα παιδιά τα εξαίσια του Νηλέως,

εγώ μόνος του έμεινα και τ’ άλλα του απεθαναν.

 

καὶ τὰ μὲν ἠλασάμεσθα Πύλον Νηλήϊον εἴσω

ἐννύχιοι προτὶ ἄστυ· γεγήθει δὲ φρένα Νηλεύς,

οὕνεκά μοι τύχε πολλὰ νέῳ πόλεμον δὲ κιόντι.

κήρυκες δ᾽ ἐλίγαινον ἅμ᾽ ἠοῖ φαινομένηφι             685

τοὺς ἴμεν οἷσι χρεῖος ὀφείλετ᾽ ἐν Ἤλιδι δίῃ·

οἳ δὲ συναγρόμενοι Πυλίων ἡγήτορες ἄνδρες

δαίτρευον· πολέσιν γὰρ Ἐπειοὶ χρεῖος ὄφειλον,

ὡς ἡμεῖς παῦροι κεκακωμένοι ἐν Πύλῳ ἦμεν·

ἐλθὼν γάρ ῥ᾽ ἐκάκωσε  βίη Ἡρακληείη                 690

τῶν προτέρων ἐτέων, κατὰ δ᾽ ἔκταθεν ὅσσοι ἄριστοι·

δώδεκα γὰρ Νηλῆος ἀμύμονος υἱέες ἦμεν·

τῶν οἶος λιπόμην, οἳ δ᾽ ἄλλοι πάντες ὄλοντο.

 

 

Δια τούτο αυθαδιάζοντας πολύ μας αδικούσαν

των αποτόλμων Επειών τα χαλκοφόρα πλήθη.

Και απ’ όλα μιαν κοπήν βοδιών και πρόβατα τριακόσια

με τους βοσκούς των έλαβε μερίδα του ο Νηλέας,

ως είχε απόδοσιν τρανήν να λάβει απ’ τους Ηλείους

τέσσαρες ίππους μ’ όλα τους τ’ αμάξια νικηφόρους,

που έμελλαν δια τρίποδα να κάμουν τον αγώνα.

Στην Ήλιδα τους κράτησεν ο βασιλεύς Αυγείας

και πονεμένον έδιωξε σκληρά τον ιππηλάτην.

 

ταῦθ᾽ ὑπερηφανέοντες Ἐπειοὶ χαλκοχίτωνες

ἡμέας ὑβρίζοντες ἀτάσθαλα μηχανόωντο.        695

ἐκ δ᾽ ὃ γέρων ἀγέλην τε βοῶν καὶ πῶϋ μέγ᾽ οἰῶν

εἵλετο κρινάμενος τριηκόσι᾽ ἠδὲ νομῆας.

καὶ γὰρ τῷ χρεῖος μέγ᾽ ὀφείλετ᾽ ἐν Ἤλιδι δίῃ

τέσσαρες ἀθλοφόροι ἵπποι αὐτοῖσιν ὄχεσφιν

ἐλθόντες μετ᾽ ἄεθλα· περὶ τρίποδος γὰρ ἔμελλον  700

θεύσεσθαι· τοὺς δ᾽ αὖθι ἄναξ ἀνδρῶν Αὐγείας

κάσχεθε, τὸν δ᾽ ἐλατῆρ᾽ ἀφίει ἀκαχήμενον ἵππων.

 

 

Και ο γέρος δια την ύβριν του και τ’ άνομά του έργα

λάφυρα επήρε αμέτρητα. Και τ’ άλλα εις τον λαόν του

έδωκε να τα μοιρασθούν ισόμετρα καθένας.

 

τῶν ὃ γέρων ἐπέων κεχολωμένος ἠδὲ καὶ ἔργων

ἐξέλετ᾽ ἄσπετα πολλά· τὰ δ᾽ ἄλλ᾽ ἐς δῆμον ἔδωκε

δαιτρεύειν, μή τίς οἱ ἀτεμβόμενος κίοι ἴσης.          705

 

 

 

ß                                                            à

G

 



[1]Κύκησε =Ετοίμασε το μίγμα του περίφημου ΚΥΚΕΩΝΑ.

*Σύμφωνα με τον Στράβωνα, [βιβλ. Θ], ο Ευρύπυλος, γιος του Ευαίμονα, ήταν ξάδελφος του Φοίνικα [δάσκαλου του Αχιλλέα και αρχηγού των Δολόπων].

Γράφει: Φησί δ’ ο Σκήψιος, εκ του Ορμενίου τον Φοίνικα είναι, και φεύγειν αυτόν ενθένδε παρά του πατρός Αμύντορος Ορμενίδαο εις την Φθίαν, ες Πηλήα άνακτα. Εκτίσθαι γαρ υπό Ορμένου το χωρίον τούτον, του Κερκάφου, του Αιόλου. Παίδας δε του Ορμένου γενέσθαι τον τε Αμύντορα και Ευαίμονα. Ων του μεν είναι Φοίνικα, του δ’ Ευρύπυλον. Φυλαχθήναι δε τω Ευρυπύλω την διαδοχήν κοινήν, ως αν απελθόντος του Φοίνικος εκ της οικείας...

Ο Ευρύπυλος, δηλαδή, έγινε ο μοναδικός αρχηγός του Ορμενίου μετά την φυγή του Φοίνικα προς τον Πηλέα, τον πατέρα του Αχιλλέα. [Βλ. σχετικά και  ΡΑΨΩΔΙΑ Β, στ. 736 υποσημ.].

 

*Θυμίζουμε εδώ  την προσευχή του ιερέα Χρύση, που έκανε φεύγοντας άπρακτος από το στρατόπεδο των Αχαιών [ΡΑΨΩΔΙΑ Α, στ. 36-42] :

«Άκουσέ με, αργυρότοξε, της Χρύσης και της θείας

Κίλλας προστάτη, κύριε στην Τένεδο, Σμινθέα,

εάν σου έκτισα ναόν να χαίρεται η καρδιά σου,

εάν ποτέ σου έκαψα μεριά καλοθρεμμένα

ταύρων κι ερίφων, τούτον μου τον πόθον τελείωσέ μου.

Τα βέλη σου στους Δαναούς τα δάκρυά μου ας πλερώσουν».

 



^  Πράμνειος Οίνος. Κρασί που φτιαχνόταν στην ΙΚΑΡΙΑ [της οποίας οροσειρά ήταν η Πράμνη ή Πράμνος]. Δυνατό μαύρο  κρασί εκ της Πραμνείας αμπέλου.

 

Ο Ομηρικός Υμνος στον Βάκχο, αρχίζει ως εξής:

 

Οι μεν γαρ Δρακάνω σ’, οι  δ’  Ικάρω  ηνεμοέσση  /  φάσ’  ... /  άναξ σε λέγουσι γενέσθαι :

«Αλλοι στο Δράκανο και άλλοι στην ανεμόδαρτη Ικαρία  /  λένε ... /  ότι εσύ [Βάκχε] γεννήθηκες».