Η Ιλιάδα

Μεταφρασμένη από τον Αλέξ. Πάλλη

Β

Κι' οι άλλοι αθρώποι και θεοί κοιμούντανε όλη νύχτα,
μα ο Δίας δεν τη χαίρουνταν του ύπνου τη γλυκάδα,
μόν μες στο νου του ανάδεβε το πώς στον Αχιλέα
δόξα να δώκει, και πολλούς να σφάξει στα καράβια.

5Κι' αφτή η βουλή τού φάνηκε σαν πιο καλή στο νου του·
να στείλει τον Ψεφτόνειρο στον Αγαμέμνο κάτου.
Και κράζοντας τον του λαλεί διό φτερωμένα λόγια
« Κάνε, Ψεφτόνειρε, να πάς στ' Αργίτικα καράβια.
» Να τρέξεις στην καλύβα εφτύς του βασιλιά Αγαμέμνου,
10» κι' όλα σωστά ναν του τα πεις, καθώς σ' τα παραγγέλνω.
» Πες του να κράξει στ' άρματα τους άντρες κάθε λόχο,
» που τώρα την πλατύδρομη μπορεί να πάρει Τροία,
» γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διό γνώμες,
» τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
15» όλους η Ήρα, και καημοί τους Τρώες καρτεράνε. »

Είπε, και τρέχει ο Όνειρος σαν άκουσε το λόγο,
και χέρι χέρι ως στα γοργά καράβια κατεβαίνει
κι' εκεί τραβάει κατά το γιο του ξακουσμένου Ατρέα.
Και κοιμισμένο μέσα εκεί τον βρήκε στην καλύβα,
κι' ύπνος αθάνατος παντού είταν χυμένος γύρω.

20Κι' απάνου απ' το κεφάλι του πάει στέκει, και μορφή είχε
σαν του Νεστόρου, που πολύ παρ' όλους τους αρχόντους
αφτόν τιμούσε ο βασιλιάς· έτσι αλλαγμένος τότες
του μίλησε ο Ψεφτόνειρος και τούπε αφτά τα λόγια
« Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα;
» Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται,
25» πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει.
» Μόν γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ' το Δία,
» που κι' απ' αλάργα σε πονάει και σ' ακριβοφροντίζει.
» Να κράξεις είπε στ' άρματα τους άντρες κάθε λόχο,
» που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία,
30» γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διό γνώμες,
» τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
» όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ' το Δία
» τους Τρώες. Μόν θυμήσου τα, και τήρα μη σε πιάσει
» αλησμονιά όταν σηκωθείς απ' το βαθύ τον ύπνο. »
35

Έτσι είπε κι' έφυγε, κ' αφτού τον άφισε με στείρες
ολπίδες μέσα στην καρδιά που να γενούν δεν είταν.
Έλεγε τάχα πως θα μπει μονήμερα στην Τροία...
τυφλός! και δε φαντάστηκε σαν τι δουλιές ο Δίας
λογάριαζε. Τι είχε σκοπό στους Αχαιούς και Τρώες

40να στείλει ακόμα στεναγμούς και πίκρες και πολέμους.
Και ξύπνησε, κι' η θεϊκιά φωνή είτανε χυμένη
γύρω, κι' ορθός τινάχτηκε, και βάζει το πανώριο
σκουτί, καινούργιο μαλακό, και την πλατιά του κάπα,
κι' ώρια αμποδένει σάνταλα στα παχουλά του πόδια,
45κι' ασημοκάρφωτη κρεμάει γύρω στους ώμους σπάθα·
έτσι, κρατώντας το ραβδί το γονικό στα χέρια,
τ' άλιωτο πάντα, κίνησε για το καραβοστάσι.

Και σαν ανέβηκε η θεά στον Έλυμπο, η Αβγούλα,
στο Δία κι' όλους τους θεούς να πει πως ξημερώνει,

50προστάζει τους καλόφωνους τους κράχτες να φωνάξουν
σε συντυχιά τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες.
Κι' αφτοί λαλούσαν, κι' έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι.

Και πρώτα οργάνιζε βουλή τρανόκαρδων αρχόντων
κοντά στου γερο-Νέστορα το μελανό καράβι.

55Κι' αφού τους έκραξε, έστησε βαθιά βουλή μαζί τους
« Ακούστε, αδρέφια. Ο Όνειρος μου φάνηκε ήρθε τάχα
» μες στην αθάνατη νυχτιά, στον ύπνο που κοιμόμουν,
» κι' απ' όλους πιο του Νέστορα, του βασιλιά απ' την Πύλο,
» λες θάμιαζε στο πρόσωπο, στ' ανάστημα, στα χρόνια.
» Κι' ήρθε από πάνου στάθηκε στην κεφαλή μου κι' είπε
60 « 'Κοιμάσαι, γιε του μαχητή, του φημισμένου Ατρέα ;
» Όλη τη νύχτα ο προεστός δεν πρέπει να κοιμάται,
» πούχει πολλά να νιάζεται, λαούς να διαφεντέβει.
» Μόν γλήγορα άκου με· έρχουμαι σταλμένος απ' το Δία,
» που κι' απ' αλάργα σε πονάει και σ' ακριβοφροντίζει.
65» Να κράξεις είπε στ' άρματα τους άντρες κάθε λόχο,
» που τώρα την πλατύδρομη μπορείς να πάρεις Τροία,
» γιατί στον Έλυμπο οι θεοί δεν έχουν πια διό γνώμες,
» τι με τα περικάλια της τους γύρισε μαζί της
» όλους η Ήρα, και καημοί προσμένουνε απ' το Δία
70» τους Τρώες. Μόν θυμήσου τα.' Κι' εκείνος έτσι φέβγει
» πετώντας, και ξυπνάω εγώ απ' το γλυκό τον ύπνο.
» Μόν πάμε, κι' ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τους άντρες.
» Μα πρώτα με διό λόγια εγώ λέω ναν τους δοκιμάσω
» όπως τεριάζει, και θα πω να φέβγουμε απ' την Τροία
» μαζί με τα πολύσκαρμα καράβια. Μόν τηράτε,
75» εσείς τότε άλλος απ' αλλού ναν τους κρατήστε πίσω.»

Είπε και κάθησε. Κι' εφτύς σηκώθηκε κατόπι
ναν τους μιλήσει ο βασιλιάς της αμμουδάτης Πύλος.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε
« Αδρέφια, πρώτοι οπλαρχηγοί των Αχαιών κι' αρχόντοι,

80» αν άλλος μας τέτιο όνειρο πες είχε δει, να πούμε
» είναι ψεφτιά, και πιο πολύ καλιά ας τραβάμε χέρι·
» μα τώρα τόδε τ' όνειρο αφτός που εδώ παινιέται
» πως είναι ανότερος πολύ απ' όλους τους Αργίτες.
» Μόν πάμε, κι' ίσως βγάλουμε στον πόλεμο τους άντρες.»

Είπε, και πρώτος κίνησε απ' τη βουλή να σύρει.

85Κι' οι άλλοι σηκωθήκανε κατά τη συβουλή του,
οι ραβδοφόροι προεστοί. Και πρόστρεχε το πλήθος.
Κ' όπως παγαίνουν σύννεφα πυκνώνε μελισσώνε,
που βγαίνουν κι' όλο βγαίνουνε μέσα από κούφια πέτρα,
και στοίβες στοίβες στους ανθούς της άνοιξης πετάνε,
90κι' εδώθες τρέχει ένας σωρός και τρέχει εκείθες άλλος·
έτσι σωροί κι' αφτών πολλοί κοπαδιαστοί απ' τα πλοία
κι' απ' τις καλύβες τρέχανε στη συντυχιά να πάνε,
μπρος στ' ακρογιάλι τ' αψηλό. Κι' η Φήμη ανάμεσό τους
φούντωσε και να περπατάν τους κένταε, η μηνήτρα
του Δία, κι' αφτοί μαζέβουνταν. Και βούηζε το μεϊντάνι,
95βογγούσε κάτωθες κι' η γης καθώς τοποθετιούνταν,
κι' είταν αντάρα και φωνή. Κι' εννιά διαλαλητάδες
τους έσκουζαν να κάτσουν πια και τη φωνή να πάψουν,
ίσως ακούσουν τους τρανούς αρχόντους τί θα πούνε.
Με κόπο κάθησε ο λαός, μα στα καθίσματά τους
σύχασαν τέλος κι' έμειναν.
100

Και τότε ο Αγαμέμνος
σηκώθηκε με το ραβδί το γονικό στα χέρια,
ψιλόφτιαστη Ηφαιστοδουλιά. Αφτός τόχε δοσμένα
στο Δία, τον αφέντη γιο του Κρόνου, πάλε ο Δίας
τόδωκε στον αργοφονιά Ερμή, νεκραγωγιάτη,

105και πάλε αφτός στον Πέλοπα, τεχνίτη αμαξολάτη,
κι' ο Πέλοπας στον βασιλιά τόσων λαών Ατρέα·
τ' άφισε αφτός πεθαίνοντας στο μυριοπλούσιο Θιέστη·
στον Αγαμέμνο τ' άφισε κι' εκείνος, που έχοντάς το,
να βασιλέβει σε πολλά νησά και στ' Άργος όλο.
110Σ' αφτό ακουμπώντας άρχισε ναν τους μιλάει κι' έτσι είπε
« Βλαστάρια τ' Άρη ξακουστά, Αργίτικα ξεφτέρια,
» ο Δίας μ' έχωσε βαθιά μες σε ζημιά μεγάλη,
» ο έρμος ! πριν που μούταξε κουνώντας το κεφάλι,
» πως πριν μισέψω εγώ από δω, την Τριά θα την κουρσέψω,
» και τώρα γέλασμα κακό βουλήθηκε στο νου του,
115» και στ' Άργος πίσω μού μηνάει να σύρω ντροπιασμένος
» κι' ας έχασα τόσο λαό ... μα φαίνεται ίσως έτσι
» το θέλει ο παντοδύναμος του Κρόνου γιος, που ως τώρα
» πολλών χωρώνε γκρέμισε, κι' ακόμα θα γκρεμίσει,
» τα κάστρα· τι στο χέρι του να κάνει όπως τ' αρέσει.
» Μά' ναι ντροπής ν' ακούσουνε αφτό και τα παιδιά μας,
120» έτσι άδικα τέτιος λαός των Αχαιών και τόσος
» να πολεμά ανωφέλεφτο σεφέρι με μιά χούφτα
» μονάχα οχτρούς, κι' άκρη καμιά δε φάνηκε ως στα τώρα.
» Τι μιά στιγμή αν πες θέλαμε οι Δαναοί και οι Τρώες
» να φιλιωθούμε, κι' έτσι οι δυό να μετρηθούμε χώρια,
125» οι Τρώες κάτου να στρωθούν όσοι είναι χωραΐτες,
» και πάλε εμείς σε δεκαριές πες α θε χωριστούμε
» και διάλεγε ναν την κερνάει μιά μιά κι' από 'ναν Τρώα,
» θάμεναν δεκαριές πολλές χωρίς τον κεραστή τους.
» Σαν τόσο πιο πολλούς εγώ τους κάνω τους δικούς μας
130» απ' τους οχτρούς που' κάθουνται στο κάστρο· μα από χώρες
» βοηθοί πολλές τους ήρθανε, στρατός κονταρομάχος,
» που μου ζαβώνουν τους σκοπούς και μ' όλο μου τον πόθο
» αμπόδιο στέκουνε να μπω στη μυριοπλούσια Τροία.
» Εννιά πια χρόνια πέρασαν του Δία, και των πλοίων
135» έλιωσαν τώρα τα σκοινιά και σάπισαν τα ξύλα,
» και θα μας κάθουνται κλειστές οι δόλιες μας γυναίκες
» με τα παιδιά να καρτεράν, κι' εμάς ατέλιωτη έτσι
» μένει η δαυλιά μας που ως εδώ μας έφερε στα ξένα.
» Μόν όλοι ελάτε ! ας κάνουμε όπως εγώ προστάξω.
140» Ας φύγουμε με τα γοργά καράβια στην πατρίδα,
τι πια δεν το κουρσέβουμε το ξακουσμένο κάστρο. »

Έτσι είπε, κι' όλων την καρδιά την άγγιξε στα στήθια,
όσοι απ' το πλήθος της βουλής δεν τ' άκουσαν τα λόγια.
Κι' η συντυχιά κουνήθηκε σαν κύματα μεγάλα

145μες στο Νικάριο πέλαγος, όταν ξεσπάει σιρόκος
ή όταν νοτιά απ' τα σύγνεφα του Δία και το δέρνει.
Κι' όπως πλακώνει απόσπερος και το βαθύ χωράφι
σαλέβει φυσσομάνιστος και σκύβουνε τ' αστάχια,
έτσι άκρη ως άκρη σάλεψε ολόκληρο το πλήθος.
150Και τρέχανε μ' οχλοβουή στα πλοία, κι' από κάτου
από τα πόδια ως αψηλά ο κουρνιαχτός πηδούσε,
κι' έσκουζε ο ένας τ' άλλου εφτύς ν' αδράξουν τα καράβια
και ναν τα ρήξουν στο γιαλό, και πάστρεβαν τ' αβλάκια
κι' ως στα ουράνια ανέβαινε το σκούξιμο, ζητώντας
πίσω να πάνε, κι' έβγαζαν των πλοίων τα φαλάγγια.
155

Τότε οι Αργίτες θάφεβγαν κι' ας είταν άγραφτό τους,
ανίσως και της Αθήνας δεν της λαλούσε η Ήρα
« Ώχου μου, αμάλαγη θεά, του Δία θυγατέρα,
» έτσι λοιπόν οι Δαναοί θα φύγουν στου πελάγου
» τα στήθια απάνου τα πλατιά, να πάνε πίσω στ' Άργος,

160» και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώωνε θ' αφίσουν
» και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι απ' αφορμή της
» στην Τροία Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ' την πατρίδα ;
» Μα σύρε τώρα ως στο στρατό των Αχαιών, και τήρα
165» μην τους αφήσεις στο γιαλό να σέρνουν τα καράβια.»

Είπε, κι' αγρίκησε η θεά, του Δία η θυγατέρα,
κι' απ' του Ελύμπου με σπουδή κατέβηκε τις άκρες
κι' ήρθε σε λίγο ως στα γοργά των Αχαιών καράβια
Και το Δυσσέα βρήκε εκεί, άντρα σοφό σα Δία,

170πούστεκε δίχως τ' άφταστο καλόδετο καράβι
ν' αγγίζει, τι είχε στην καρδιά φαρμάκι και στα σπλάχνα.
Εκεί σιμά του στάθηκε του Δία η κόρη κι' είπε
« Γιε του Λαέρτη θεϊκέ, πολύτεχνε· Δυσσέα,
» έτσι λοιπόν στα σπίτια σας, στο πατρικό σας χώμα,
175» θα φύγετε, και στα γοργά καράβια θα ριχτείτε,
» και την Αργίτισσα Λενιό των Τρώων θενά αφίστε
» και του Πριάμου παίνεμα, που τόσοι εδώ στην Τροία
» για δάφτη Αργίτες χάθηκαν αλάργα απ' την πατρίδα;
» Μόν τρέχα τώρα μέσα εσύ στους λόχους και μη στέκεις,
180» κι' αμπόδιζε έναν ένανε με πειστικά σου λόγια
» και μην αφίνεις στο γιαλό να ρήχνουν τα καράβια. »

Ένιωσε εκείνος τη φωνή πως η θεά λαλούσε,
και τρέχει, πέρα ρήχνοντας την κάπα· κι' ο Βρυβάδης
την πήρε, ο κράχτης ο Θιακός, που πλάϊ ακολουθούσε·

185κι' ατός του τρέχοντας κοντά στον Αγαμέμνο, παίρνει
εφτύς το γονικό ραβδί απ' τ' αρχηγού τα χέρια,
τ' άλιωτο πάντα, και περνάει τα πλοία πέρα δώθες.

Κι' όπιο σημαντικό αρχηγό ή πρόκριτο απαντούσε,
σίμωνε και με φιλικά τόνε σταμάταε λόγια

190 « Ντροπής σου, αδρέφι, να δειλιάς σαν πρόστυχος ! Μον κάθου
» κι' εσύ ήσυχος, περιόριζε και τ' άλλα παλικάρια.
» Τι δεν καλοκατέχουμε ακόμα σαν τί γνώμη
» έχει στο νου τ' Ατρέα ο γιος· μας δοκιμάζει τώρα,
» μα θα παιδέψει γλήγορα τους Αχαιούς στον κάμπο.
» Το τι είπε μέσα στη βουλή δεν τ' αγρικήσαμε όλοι.
195» Μήπως θυμώσει ο βασιλιάς τηράξτε και μας βλάψει,
» κι' είναι ο θυμός του φοβερός, και τούδωκε εξουσία
» ο Δίας, και τον αγαπάει αφτόνε ο γιος του Κρόνου.»

Μα όπιο θωρούσε απ' το λαό να σκούζει, του τραβούσε
μιά δυό ραβδιές, και τούλεγε με θυμωμένα λόγια

200 « Βρε μη σαλέβεις κι' άκουγε τους άλλους τί θα πούνε,
» πούναι απ' τα σένα ανότεροι! Εσύ δειλός κι' ανάξιος,
» μες στη βουλή αλογάριαστος, αψήφιστος στη μάχη.
« Δε θα ορίσουμε όλοι δα εδώ, μικροί μεγάλοι.
» Κακό 'ναι η πολυκεφαλιά· μιά κεφαλή μονάχα,
» ένας ας είναι ο βασιλιάς, σ' αφτόν που ο γιος του Κρόνου
205αρχής ραβδί του χάρισε και νόμους για να κρίνει.»

Έτσι λοιπόν τους πρόσταζε και πίσω τους βαρούσε,
και πάλι αφτοί στη συντυχιά προστρέχανε απ' τα πλοία
κι' απ' τις καλύβες με βουή, παρόμια σαν το κύμα
του πολυτάραχου γιαλού, που σ' ακρογιάλι απάνου

210μεγάλο κοματιάζεται κι' η θάλασσα μουγκρίζει.

Κι' οι άλλοι κάθουντ' ήσυχοι στις θέσεις τους και μένουν.
μόνος ακόμα ο φαφλατάς Θερσίτης θορυβούσε,
πούξερε πάντα ένα σωρό παλάβρες ν' αραδιάζει,
και με τους πρώτους τάβαζε, τρελά με δίχως τάξη,

215ότι θα κάνει νόμιζε τους άλλους να γελάσουν.
Άλλο πιο μισερό κορμί δεν ήρθε πέρα απ' τ' Άργος.
Είταν αλλίθωρος, κουτσός απ' τόνα πόδι, μ' ώμους
γυρτούς που μέσα πέφτανε στα στήθια, με χουνήσο
κεφάλι, μόλις λιγοστές πασπαλισμένο τρίχες.
220Αφτόνε πια τον μάχουνταν απ' όλους ο Δυσσέας
κι' ο Αχιλιάς· γιατί μ' αφτούς φιλονεικούσε πάντα.
Και τότες πάλι με λαλιά στριγκίσα βλαστημούσε
τον Αγαμέμνο· κι' άκουγαν τα λόγια μ' αναγούλα
οι Δαναοί, και θύμωναν στα βάθια της καρδιάς τους.
Μα αφτός με βροντερές φωνές δεν έπαβε να σκούζει
225

« Τ' Ατρέα γιε, τί φταίξαμε και πάλι ; τί σου λείπει ;
» Γιομάτο το καλύβι σου μαθές χαλκό, γυναίκες
» έχεις πολλές και διαλεχτές, που πρώτα πρώτα εσένα
» σ' τις δίνουμε άμα μπούμε εμείς σε κάνα πλούσιο κάστρο.
» Ή το χρυσάφι ακόμα θες που τύχει να μας φέρει

230» και κάνας Τρώας προεστός για ξαγορά του γιου του,
» που εγώ δεμένονε ή κανείς εδώ τον έφερε άλλος,
» ή καμιά κόρη πούφερε ναν την κρατήσει χώρια
» και μόνος ναν τη χαίρεται και ναν την αγκαλιάζει;
» Είσαι αρχηγός μας κι' άπρεπο να μας ποτίζεις πίκρες.
235» Ά κολοκύθες, σίχαμα του κόσμου, Αργιτοπούλες,
» όχι πια Αργίτες, πάρτε βρε τα πλοία να τραβάμε,
» κι' ας μένει αφτός το βιός του εδώ κι' ας το ζεσταίνει μόνος,
» κι' έτσι θα μάθει κι' αν εμείς φελάμε ή δε φελάμε.
» Πού τώρα ακόμα πρόσβαλε τον Αχιλιά, έναν άντρα
» πιο δυνατό του και πολύ· τι το πρεσβιό του πήγε
240» και τ' άρπαξε με το στανιό. Μα αλήθια αφτός δεν έχει
» λίγη, Αγαμέμνο, μέσα του χολή, μον παραβλέπει·
» αλλιώς, αφτή σου η αρπαγή θενάταν κι' η στερνή σου. »

Όμως εκεί τον αρχηγό που τον κακολογούσε,
να κι' ο Δυσσέας στη στιγμή προφταίνει και του ρήχνει

245μιά άγρια ματιά, και με θυμό τού σταματάει τη γλώσσα
« Θερσίτη παλαβόστομε, που ξέρεις να φωνάζεις,
» στάσου, και μόνος μη ζητάς μ' εμάς να λογοφέρνεις !
» Γιατί από σένα λέω εγώ κορμί πιο σιχαμένο
» εδώ κανένα με τους γιους δεν άραξε τ' Ατρέα,
250» και δε σου πάει τους αρχηγούς νάχεις εσύ στο στόμα,
» κι' όλο για κείνους μ' άτσαλα να ρητορέβεις λόγια,
» και στα πανιά να στέκεσαι μη βρεις καιρό να φύγεις.
» Πώς θάβγει ακόμα αφτή η δουλιά κανείς δεν καλοξέρει,
253» αν για καλό μας ή κακό θ' αφίναμε την Τροία.
257» Μόν ένα λόγο θα σου πω που θα τον δεις να γίνει.
» Έτσι αν σε τύχω άλλη φορά σαν τώρα να σαλιάζεις,
» δε θέλω το κεφάλι μου στους ώμους πια να στέκει,
260» ή πίσω ζωντανό να βρω στο σπίτι το παιδί μου,
» αν δε δε πιάσω κι' όλα σου τα ρούχα αν δεν σ'τα βγάλω —
» την κάπα, το πουκάμισο, κι' όσα φοράς στη φύση —
» και μ' άσκημο απ' τη συντυχιά στυλιάρι αν δε σε διώξω,
» που έτσι κλαμένος και γυμνός να τρέχεις στα καράβια. »
265

Έτσι είπε, και με το ραβδί την πλάτη και τους ώμους
του κοπανάει γερά, κι' αφτός τη ράχη καμπουριάζει
και δάκρυ χύνει φλογερό. Και πρήξιμο στην πλάτη
αίμα γιομάτο ανέβηκε απ' του ραβδιού το χτύπο.
Και ζαρωμένος κάθησε, και νιώθοντας τον πόνο
τούρηξε μίσους μιά ματιά και σφούγγισε το δάκρυ.

270Κι' οι άλλοι χασκογέλασαν κι' ας είταν πικραμένοι,
κι' έτσι ο καθένας έλεγε στο γείτονα γυρνώντας
« Πόσα καλά κι' ωφέλιμα κάνει ο Δυσσέας πάντα,
» πρώτος να δίνει συβουλές σοφές και να μας βγάζει
» στη μάχη ! Μα το πιο καλό αφτό 'ναι τώρα απ' όλα,
275» που τον αφτάδη αφτό λογά του βούβανε τη γλώσσα.
» Δε θα κοτήσει γλήγορα και πάλι ο ξεπαρμένος
» των βασιλιάδων μας βρισές να σκούζει και βλαστήμιες. »

Έτσι είπαν. Κι' ο καταχτητής σηκώθηκε Δυοσέας,
το χρυσοκέντηνο ραβδί κρατώντας· και σιμά του

230του Δία η κόρη η Αθηνά, μ' όψη σα νάταν κράχτης,
φώναζε του λαού σωπή να κάνουν, για ν' ακούσουν
όλοι το λόγο οι Δαναοί, κι' οι μπροστινοί κι' οι πίσω,
και τη βουλή του βασιλιά να δουν, να καταλάβουν.
Αφτός με λόγια γνωστικά τους μίλησε έτσι κι' είπε

« Τ' Ατρέα γιέ, έβαλαν βουλή να σε κακοντροπιάσουν

285» τώρα πια, αφέντη, οι Δαναοί στα μάτια των ανθρώπων,
» κι' όσα σου τάξανε ξεχνούν ακόμα σαν κινούσαν
» στην Τροία απ' τ' Άργους νάρθουνε τ' αλογοθρόφα μέρη,
» να μη γυρίσουν πίσω εξόν σαν πάρουνε το κάστρο·
» τι σαν ανήλικα παιδιά ή σα γυναίκες χήρες
290» κλαίγουνται ο ένας τ' αλλουνού και πίσω θέν να πάνε.
» Δε λέω, μπορεί κι' ο άνθρωπος να βαρεθεί στο τέλος
» τους κόπους, και στο σπίτι του να θέλει να γυρίσει.
» Κι' ένα φεγγάρι εδώ αν αργείς το τέρι σου να σμίξεις,
» στενάζεις μες στ' ανάφρυδο καράβι σα σε σπρώχνει
» αλάργα η βαρυχειμωνιά και τ' αγριεμένο κύμα·
295» μα εμείς, μας βρήκε ο έννατος που κυκλοφέρνει χρόνος
» ασάλεφτους εδώ. Για αφτό δεν είναι κατηγόρια
» που τα παιδιά ανυπομονούν να φύγουν. Μα και πάλι
» ντροπής καιρό να λείπουμε και να γυρίσουμε άδιοι.
» Θάρρος, παιδιά ! έλα ας μείνουμε μιά στάλα ως που να δούμε,
300» τάχα μαντέβει ψέματα ο Κάρχας ή κι' αλήθια.
» Τι το θυμόσαστε καλά ακόμα αφτό — μαρτύροι
» είστε όλοι εσείς που η συνοδιά δεν άρπαξε του χάρου —
» σα χτες προχτές, τη σύναξη σαν είχαν τα καράβια
» μες στην Αβλίδα για να βγουν τους Τρώες να βαρέσουν,
305» εμείς στους άγιους τους βωμούς, στο κεφαλάρι γύρω,
» σφάζοντας βόδια απ' τους θεούς ζητούσαμε βοήθια
» στον ήσκιο ομορφοπλατανιάς, όθε έτρεχε καθάριο
» το ρέμα — τότες φάνηκε μεγάλο ένα σημάδι.
» Δράκος με ράχη κόκκινη σαν αίμα, φρίκη τέρας,
» π' ατός του ο Δίας τόβγαλε στο φως, πηδά από κάτου
310» απ' το βωμό, κι' ολόισα στην πλατανιά ανεβαίνει
» Κι' εκεϊ είταν νιόσκαστα πουλιά, έτσι μικρούλια ακόμα,
» στην άκρη άκρη, στου δεντρού την πύκνα ζαρωμένα,
» οχτώ, κι' η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα.
» Και τ' άκουγες π' απάνου εκεί με κλάμα σπαρταρούσαν
315» μέσα στο στόμα του φιδιού. Κι' η μάννα γύρω γύρω
» πετούσε, τα πουλάκια της θρηνώντας· μα το φίδι
» γυρνάει, και μες στους θρήνους της την πιάνει απ' τη φτερούγα.
» Και σαν την αποτέλιωσε κι' αφτή και τα πουλιά της,
» το θάμα θέλησε ο θεός, που τόδειξε, για πάντα
» γνωστό να μείνει, κι' ήλλαξε το δράκο σε λιθάρι.
320» Κι' εμείς στεκόμαστε άφωνοι να δούμε τέτιο θάμα.
» Μα μόλις είδε των θεών τα φοβερά σημάδια
» ο Κάρχας στους βωμούς, κι' εφτύς μονολογώντας είπε
» 'Και τί σας πιάστηκε η λαλιά, Αργίτες παινεμένοι ;
» Σημαντικά ο βαθύβουλος του Κρόνου γιος σημάδια
» για μας αφτά φανέρωσε, κι' η φήμη τους αιώνια
325» θα ζήσει, μα σημάδια αργά αργοκατορθωμένα.
» Καθώς και μάννα και πουλιά τάφαγε τώρα ο δράκος,
» οχτώ, κι' η μάννα τους εννιά που τάχε κλωσσισμένα,
» το ίδιο εννιά κι' εμείς αφτού θα πολεμάμε χρόνια·
» στα δέκα απάνου, το καστρί στα χέρια μας θα πέσει.'
330» Έτσι είπε, και τα λόγια του τώρα αληθέβουν όλα.
» Ελάτε, παλικάρια μου, λοιπόν, και μείνετε όλοι
» εδώ, ως που ναν την πάρουμε τη μυριοπλούσια χώρα».

Είπε, και ζητωκράβγασαν οι Δαναοί, και γύρω
χιλιόστομα αντιλάλησε απ' τη φωνή η αρμάδα,

335κι' όλοι τα λόγια παίνεσαν του θεϊκού Δυσσέα.

Τότες τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης
« Ώ Θέ μου ! αλήθια σαν παιδιά στη συντυχιά μιλάτε
» αθώα, που δα δεν πιάσανε ποτές σπαθί στο χέρι.

339» Κι' οι συφωνίες μας λοιπόν τί θα γενούν κι' οι όρκοι
341» κι' οι άδολες δεξές σταλιές που παίρναμε όλοι θάρρος :
340» Φωτιά να κάψει τις βουλές και σκέψες των ανθρώπων !
» γιατί άκαρπα μαλώνουμε με λόγια, και μιά λύση
» να βρούμε δε μπορέσαμε τόσον καιρό εδώ ακόμα.
» Μα εσύ, Αγαμέμνο, αλύγιστη μ' απόφαση, σαν πρώτα,
345» οδήγα πάντα το λαό στους φονικούς πολέμους,
» κι' εκείνους άσ' τους να χαθούν, έναν και διό, που χώρια
» απ' το στρατό βουλήθηκαν στο νου τους —από τέτιους
» δεν έχει προκοπή— να παν στον τόπο τους πριν δούμε
» ψέμα για αλήθια θα φανεί το τάξιμο του Δία.
350» Τι ναι μας είπε, εγώ θαρρώ, απ' τα ουράνια ο Δίας
» τη μέρα όταν τα γλήγορα καράβια ξεκινούσαν,
» σφαγή και χάρο φέρνοντας στους Τρώες, και δεξιά μας
» άστραφτε εκείνος και καλά μας έδειχνε σημάδια.
» Ας μη βιαστούμε λέω λοιπόν να πάμε πίσω στ' Άργος,
355» πριχού χορτάσουμε κι' εμείς των Τρώων τις γυναίκες
» και της Λενιός ξοφλήσουμε τις πίκρες και ξαγρύπνιες.
» Μα όπιος να φύγει βάρθηκε καλά και σώνει, ας έβγει
» να βάλει χέρι στο γοργό καλόδετο καράβι,
» για να κατέβει αρχύτερα των αλλωνών στον Άδη.
360» Μα, αφέντη, κρίνε ορθά κι' εσύ, μα αγρίκα και τους άλλους,
» κι' ο λόγος τώρα που θα πω δεν είναι ναν τον ρήξεις.
» Κατά γενιές τους Αχαιούς και κατά έθνη σάξ' τους,
» γενιά βοήθια σε γενιά κι' έθνος να φέρνει σ' έθνος.
» Αν έτσι ορίσεις κι' ο στρατός δεν παρακούσει, τότες
365» θα δεις πιός αρχηγός κιοτής και πιός είναι αντριωμένος,
» και πιο απ' τα σώματα· γιατί θα πολεμάνε χώρια·
» θα πεις κι' αν θεϊκιά από οργή το κάστρο αν δεν κουρσέβεις
» ή κι' από δείλια των αντρών κι' αγνωροσύνη μάχης.»

Τότες γυρνάει στο Νέστορα και λέει ο Αγαμέμνος

370

« Κανείς αλήθια, γέρο μου, στους λόγους δε σου βγαίνει.
» Έτσι κι' ας είχα, Δία μου κι' εσύ Αθηνά κι' Απόλλο,
» ως δέκα συβουλάτορες μονάχα ναν του μιάζουν !
» Γλήγορα τότες θάβλεπαν γονατιστή την Τροία
» και σκλαβωμένη απ' τα βαριά να ρημαχτεί σπαθιά μας.

375» Μα νά ! ο φουρτουνοκράτης γιος μ' οργίστηκε του Κρόνου.
» που σε μαλώματα άκαρπα με ρήχνει και διχόνιες·
» που για μιά νιά πιαστήκαμε εγώ κι' ο Αχιλέας
» με λόγια δυνατά, κι' εγώ πρωτάρχισα την έχτρα.
» Μα αν πάλε οι διό μονιάσουμε κάναν καιρό, μιά μέρα
380» δε θενά αργήσει η συφορά τους Τρώες να πλακώσει.
» Τώρα να φάτε σύρτε εφτύς κι' ας μπούμε στο κοντάρι.
» Καλά ακονίστε τα σπαθιά και σάξτε τις ασπίδες,
» δώστε κριθάρι κι' άχερο στα γλήγορα φαριά σας,
» και συγυρίστε ολόγυρα για πόλεμο τ' αμάξα,
385» για να βαστάμε ολημερύς στις κονταριές, στους χτύπους.
» Γιατί δεν έχει ανάπαψη μιάς ώρας, ώστε η νύχτα
» να πάρει, και των δυό στρατών τη λύσσα να χωρίσει.
» Θα δρώσουν γύρω τα λουριά της κουφωτής ασπίδας
» στα στήθια, απάνου στα σπαθιά τα χέρια θ' αποστάσουν,
390» τα ζα θα δρώσουν σέρνοντας τα τορνεμένα αμάξα.
» Κι' όπιον να κοντοστέκει εγώ τον δω μακρυά απ' τη μάχη,
» αφτού στα ταξιδιάρικα καράβια, ας μην τ' ολπίζει
» πως θα γλυτώσει, μόν σκυλιά θαν τον παστρέψουν κι' όρνια. »

Είπε, και ζητωκράβγασαν τα πλήθη, όπως βουήζει

395το κύμα απάνου σ' αψηλή ακροβραχιά, σαν έρθει
και το θυμώσει ο σίφουνας, σε κάβο που προβάλλει
και τον χτυπάν τα κύματα με κάθε αγέρα πάντα,
απ' όθε αν τύχει και φυσάει, θέλεις βοριά θες νότο.
Σηκώνουνται έπειτα, σκορπάν, και τρέχουν στις καλύβες
φωτιά ν' ανάψουν και ψωμί να ψυχοφάν μιά στάλα.
400Κι' έσφαζαν άλλοι σ' άλλονε θεό, περικαλώντας
απ' τ' Άρη πίσω ζωντανοί το μακελιό να σώσουν·
μα αφτός στον παντοδύναμο του Κρόνου γιο έναν τάβρο
παχύ πενταχρονιάτικο, ο Αγαμέμνος, σφάζει,
και στο τραπέζι προσκαλνάει τους πρώτους βασιλιάδες,
405πρώτα το γερο-Νέστορα, το Δομενιά μαζί του,
στερνά τους Αίϊδες τους διό, το φοβερό Διομήδη,
και το Δυσσέα πούφτανε στη γνώση λες το Δία·
μα μόνος του ήρθε ο θαρρετός πολεμιστής Μενέλας,
γιατί ήξερε πολλή δουλιά πως είχε ο αδερφός του.
410Και τριγυρνάνε το σφαχτό βαστώντας τα κριθάρια,
ενώ άρχιζε τ' Ατρέα ο γιος παράκληση να κάνει

« Ώ Δία μαβροσύγνεφε μεγάλε δοξασμένε,
» που στα ουράνια κάθεσαι, αχ βόηθα να μην πέσει
» ο ήλιος, και να μη χυθεί της νύχτας το σκοτάδι,

415» πριχού το πλούσιο αρχοντικό γκρεμίσω του Πριάμου
» και κάψω μ' άσπλαχνη φωτιά τις πόρτες, και πριν σκίσω
» κομάτια απάνου στο κορμί του γιου του τα τσαπράζα,
» κουρελιασμένα απ' το χαλκό· και γύρω του στρωμένοι
» πολλοί συντρόφοι πίστομα στο αίμα ας κολυμπάνε. »

Έτσι είπε, μα δεν τούστρεγε ο γιος του Κρόνου ακόμα,

420μόν τα σφαχτάρια δέχτηκε και πλήθαινε τις πίκρες.

Έτσι σαν είπαν προσεφκή κριθάρι πασπαλώντας,
πρώτα σηκώνουν του βοδιού την κεφαλή, το σφάζουν,
το γδέρνουν, κόβουν τα νεφρά, και τα διπλοτυλίγουν
με σκέπη, πρώτα των θεών σα χώρισαν το μέρος.

425Τότες σε σκίζες άφυλλες τα καίνε. Και στη σούγλα
περνάν τα σπλάχνα, κι' έπειτα στην ανθρακιά τα ψήνουν.
Απέ σα χώνεψε η φωτιά και φάγανε τα σπλάχνα,
λιανίζουν τ' άλλα κρέατα και τα περνάν στις σούγλες,
τα ψήνουν όμορφα όμορφα, κι' απ' τη φωτιά τα βγάζουν.
430Και τη δουλιά σαν τέλιωσαν και τοίμασαν τραπέζι,
τρων, και δε λείπει τίποτα που να ποθεί η καρδιά τους.

Τέλος σα χόρτασαν καλά γερό με φαγοπότι,
πρώτος τους λέει ο Νέστορας, ο γερο-αλογολάτης
« Τ' Ατρέα ξακουσμένε γιε, πρωτάρχοντα Αγαμέμνο,

435» ας μην αργούμε πιο πολύ εδώ με τις κουβέντες
» και τη δουλιά αναβάλλουμε που μας ανοίγει ο Δίας,
» μόν στο καραβοστάσι ομπρός! οι κράχτες ας λαλήσουν
» κι' όλοι όξω οχ τα καλύβια ας βγουν οι λόχοι αρματωμένοι,
» κι' εμείς στον κάμπο οι αρχηγοί με δίχως χασομέρια
440» ας σύρουμε έτσι αχώριστοι, ν' αρχίζουμε κοντάρι.»

Έτσι είπε, και τ' αγρίκησε το λόγο ο Αγαμέμνος,
και τους διαλαλητάδες του προστάζει εφτύς να κράξουν
στον πόλεμο τους Αχαιούς με τις θρεμένες χήτες·
κι' αφτοί λαλούσαν, κι' έτρεχε το πλήθος χέρι χέρι.

445Κι' οι θεογέννητοι αρχηγοί γοργά, κι' ο γιος τ' Ατρέα,
τους λόχους τους παράταζαν, κι' η Αθήνα μαζί τους
με την αγέραστη άλιωτη τη μυριοπλούσια ασπίδα,
που ως εκατό της κρέμουνταν μαλαματένια κρόσα
καλοπλεμένα, ως εκατό βοδιώνε το καθένα,
450μ' αφτή στα χέρια αστραφτερή το πλήθος δρασκελούσε
κι' όλους παντού γκαρδιώνοντας στον πόλεμο να πάνε
μες στην ψυχή αναστύλωσε του καθενός το θάρρος,
που έτσι χωρίς αποκοπή να πολεμάν και σφάζουν·
κι' άξαφνα πιο γλυκιά ολωνών τους ήρθε τότε η μάχη
παρά να παν στην ποθητή πατρίδα με τα πλοία.
455

Κι' όπως φουντώνει αχόρταγη φωτιά μεγάλο δάσος
στα κορφοβούνια, και θωρείς τη λάμψη μίλια αλάργα,
όμια άστραφτε ως στον ουρανό περνώντας τον αιθέρα
κι' η λάμψη απ' το θεόσταλτο χαλκό σα ροβολούσαν.

Πώς και πετάμενων πουλιών αμέτρητα κοπάδια,

460κύκνοι λεφκοί μακρόλαιμοι για γερανοί για χήνες,
γύρω απ' του Κάϋστρου τα νερά, μες στ' Ασινό λιβάδι,
καμαρωμένα εδώ κι' εκεί πετούν φτεροκοπώντας,
και το λιβάδι απ' τις φωνές βουήζει σαν καθίζουν·
έτσι έθνη χύνουνταν πολλά κι' αφτών οχ τις καλύβες
465στον κάμπο το Σκαμαντρινό, κι' η γης βροντοβολούσε
τρομάρα κάτου απ' των αντρών κι' απ' των φαριών τα πόδια.
Και στέκουν στο Σκαμαντρινό ανθόστρωτο λιβάδι,
χιλιάδες, σαν της άνοιξης τα λούλουδα και φύλλα.

Και σα μεγάλα σύγνεφα μυιγώνε σωρεφτώνε

470που πλημμυρούν την άνοιξη σε προβατήσα στάνη,
τότες που γύρω ξεχειλάει το γάλα στις καρδάρες,
τόσοι στον κάμπο στέκουνταν κι' οι Δαναοί στους Τρώες
αγνάντια, και δεν έβλεπαν την ώρα ναν τους σκίσουν.

Κι' όπως γιδάδες έφκολα πλατιά γιδιών κοπάδια

475τα ξεχωρίζουν στη βοσκή σαν ανακατωθούνε,
έτσι κι' αφτούς παράταζαν κι' οι καπετάνιοι απ' τό 'να
κι' απ' τ' άλλο μέρος, για να παν στη μάχη· και στο κέντρο
ο Αγαμέμνος, μιάζοντας του Ποσειδού στα στήθια,
στην όψη και στην κεφαλή με τον κεραβνοκράτη
του Κρόνου γιο, στη λεβεντιά με το γοργό τον Άρη.
480Σαν τάβρο που όλα ξεπερνάει τα βόδια στο κοπάδι
κι' απ' όλες ξεχωρίζεται στη στάνη τις γελάδες,
τέτιονε ο Δίας έκανε κι' αφτόν τη μέρα εκείνη,
ξεχωριστό κατάλαμπρο στων αρχηγών τη μέση.

Και τώρα, Μούσες, πέστε μου, των ουρανών νυφούλες—

485θέαινες είστε, κι' είστε εκεί και ξέρετε τα πάντα,
μα φήμες μόνο ακούμε εμείς χωρίς να βλέπουμε έργα—
πιοί στρατηγοί των Αχαιών και πιοί είταν βασιλιάδες.
Ειδέ τα πλήθη εγώ να πω και ναν τα νοματίσω,
κι' αν είχα δέκα στόματα και γλώσσες δε μπορούσα,
490κι' άσπαστη αν είχα τη λαλιά και σίδερο τα στήθια.
Όμως θα πω τους αρχηγούς και χώρια κάθε αρμάδα.

* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *

 


Μικρός Απόπλους
http://www.mikrosapoplous.gr/
Ιούνιος 2004